Διεθνή

Ιταλία: Παζάρια και ανταγωνισμοί στο φόντο του σχηματισμού κυβέρνησης

Οι τελευταίες εξελίξεις στην Ιταλία αποτυπώνουν τους κλυδωνισμούς που έχει προκαλέσει στο αστικό πολιτικό σύστημα της χώρας η διαχείριση της καπιταλιστική κρίσης και ταυτόχρονα φέρνουν στην επιφάνεια για πολλοστή φορά τους έντονους ανταγωνισμούς εντός του πλαισίου της Ευρωζώνης. 

Η συμφωνία διακυβέρνησης του «Κινήματος 5 Αστέρων» (M5S) και «Λέγκας» με τη διαμόρφωση προγράμματος και την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης  στον νομικό Τζουζέπε Κόντε, παρότι δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί με την ανακοίνωση του νέου κυβερνητικού σχήματος, φανερώνει την πρόθεση της αστικής τάξης της Ιταλίας, να επιδιώξει να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της και να διεκδικήσει ισχυρότερη θέση μέσα στην Ευρωζώνη. 

Πίσω από τους υποψήφιους κυβερνητικούς εταίρους που εμφανίζονται ως ευρωσκεπτικιστές που επικράτησαν έναντι των παραδοσιακών Ιταλικών πολιτικών δυνάμεων, αλλά και μέσω της προώθησης στελεχών τους, όπως ο προτεινόμενος υπουργός Οικονομικών, Πάολο Σαβόνα, που έχει ασκήσει κριτική στην πολιτική της Γερμανίας και συνολικά της ΕΕ, υπάρχουν γενικότερες στοχεύσεις, οι οποίες όμως δεν αμφισβητούν τον πυρήνα του ευρωοικοδομήματος.

Η Ιταλία είναι η τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία της ζώνης του ευρώ. Ωστόσο έχει τεράστιο δημόσιο χρέος ύψους 2,3 τρισ. ευρώ που φθάνει το 132% του ΑΕΠ. Πρόκειται για το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρωζώνη, μετά της Ελλάδας, ως ποσοστό του ΑΕΠ. Οι απόπειρες για μείωση του χρέους, των ιταλικών κυβερνήσεων τα τελευταία χρόνια στηρίχθηκαν στη «συνταγή» των αυστηρών δημοσιονομικών προγραμμάτων με περικοπές και αύξησης της φορολογίας. Ωστόσο το χρέος συνέχισε την ανοδική πορεία του, ενώ την ίδια ώρα στη χώρα υπήρχε διαρκής ύφεσης, χαμηλή παραγωγικότητα, μείωση εισοδημάτων και πτώση της κατανάλωσης. 

Η εφαρμογή των συγκεκριμένων πολιτικών έπληξε τα λαϊκά στρώματα της Ιταλίας αλλά και την κερδοφορία του κεφαλαίου τους. Σήμερα η απόπειρα της συγκρότησης του νέου κυβερνητικού συνασπισμού γίνεται στη βάση νέων δεδομένων που θέτει η άρχουσα τάξης της Ιταλίας απέναντι στην ευρωενωσιακό οικοδόμημα, διεκδικώντας καλύτερους όρους για την διασφάλιση των συμφερόντων της. 

Στο πρόγραμμα του συνασπισμού των M5S και «Λέγκας» μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται δύο καίρια αιτήματα:

Πρώτον: Η εκ νέου συζήτηση των Συνθηκών της ΕΕ και του βασικού νομοθετικού πλαισίου για τη λειτουργία της.

Δεύτερον: Η κατοχύρωση της δυνατότητας «στα κράτη – μέλη να αποσυρθούν από τη νομισματική ένωση (ευρώ) και άρα να επαναφέρουν τη νομισματική τους κυριαρχία», με επιστροφή σε εθνικό νόμισμα. 

Η υπό διαμόρφωση κυβερνητική συμμαχία, δεν θέτει θέμα εξόδου από την ΕΕ και την Ευρωζώνη, ωστόσο ρίχνει στο τραπέζι την «ανάγκη» επανακαθορισμού  των κομβικών συμφωνιών του ευρωοικοδομήματος. «Θέλουμε μια διαφορετική Ευρώπη, πιο ισχυρή, αλλά πιο δίκαιη», είναι το βασικό σύνθημα τους. 

Την ίδια στιγμή δημοσιεύματα υποστήριζαν ότι μια κυβέρνηση M5S – «Λέγκας» θα θέσει θέμα «κουρέματος» του δημόσιου χρέους, διεκδικώντας η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να προχωρήσει στη διαγραφή χρέους της Ιταλίας ύψους 250 δισ. ευρώ, το οποίο δημιουργήθηκε από την αγορά ιταλικών ομολόγων από την ΕΚΤ στο πλαίσιο του QE (ποσοτικής χαλάρωσης).  

Στο επίσημο κυβερνητικό πρόγραμμα ωστόσο δεν γίνεται καμία αναφορά σε διαγραφή χρέους, αλλά προβλέπονται μεγάλες μειώσεις φόρων για το και αυξήσεις δημοσίων δαπανών που συνδυαστικά μπορούν να ενισχύσουν τους εγχώριους επιχειρηματικούς ομίλους. 

Το Ιταλικό κεφάλαιο ουσιαστικά διαπραγματεύεται και ζητά καλύτερους όρους για την αναπαραγωγή του. Με το τραπεζικό σύστημα της χώρας να έχει χτυπηθεί από την κρίση, το δημόσιο χρέος να γιγαντώνονται και να περιορίζει τις δυνατότητες κρατικής χρηματοδότησης και ενισχύσεων προς τους επιχειρηματικούς ομίλους, οι Ιταλοί κεφαλαιοκράτες μένουν πίσω στο πεδίο του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου ανταγωνισμού.  

Σήμερα το πρόγραμμα του «Κινήματος 5 Αστέρων» (M5S) και «Λέγκας», το οποίο επιχειρεί να εμφανιστεί σαν μια δήθεν «φιλολαϊκή» πρόταση, αφού προτάσσει ταυτόχρονα και την «χαλάρωση» του δημοσιονομικού προγράμματος, έρχεται ουσιαστικά να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της Ιταλικού κεφαλαίου, μέσω της διεκδίκησης παραχωρήσεων από την ΕΕ και την Ευρωζώνη. Πιθανά να αυξήσει και τις πιέσεις, παίζοντας στο μέλλον και χαρτί του «κουρέματος» χρέους από την ίδια την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Την προηγούμενη Τετάρτη, ο ίδιος ο πρόεδρος της Ενωσης των Ιταλών βιομηχάνων Confindustria Βιντσέντζο Μπότσια δήλωσε ότι  η χώρα έχει ανάγκη από «ευρωπαϊσμό» αλλά πρόσθεσε ότι: «Χρειαζόμαστε μια πολιτική που θα εγγυηθεί την κλιμακούμενη μείωση του δημόσιου χρέους ώστε να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα επιτρέψουν την ανάπτυξη (…) Θα μπορούσαμε να γίνουμε μια από τις ηγετικές βιομηχανικές δυνάμεις στον κόσμο αν μπορούσαμε να λύσουμε κάποια από τα προβλήματά μας».  

Ο ίδιος παρουσιάζοντας τις προτάσεις των Ιταλών Βιομηχάνων  για όσα πρέπει να προωθήσει η κυβέρνηση, πρόταξε τη μείωση κατά 20 μονάδες της αναλογίας του δημόσιου χρέους επί του ΑΕΠ (που σήμερα είναι 132%), αύξηση του ΑΕΠ κατά 12 μονάδες, μέσα από μια αποφασιστική ενίσχυση των εξαγωγών και στήριξη της εγχώριας βιομηχανίας. 

Στο φόντο των ανταγωνισμών

Στην ευρωπαϊκή «σκακιέρα» ωστόσο η Ιταλική αστική τάξη δεν παίζει μόνη της. Οι προγραμματικές ανακοινώσεις, της υπό διαμόρφωσης κυβερνητικής συμμαχίας, οδήγησαν στην αύξηση της απόδοσης των 10ετών ιταλικών ομολόγων, η οποία έφθασε στο 2,45% την Παρασκευή, που είναι το υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας τετραετίας, σύμφωνα με τους Financial Times. Σε σχέση με ένα μήνα πριν, η αύξηση πλησιάζει τις 70 μονάδες βάσης (0,7 της ποσοστιαίας μονάδας). Οι πιέσεις στα ιταλικά ομόλογα οδήγησαν, όπως έχει συμβεί σε ανάλογες περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια, σε άνοδο τις αποδόσεις και των ομολόγων των άλλων χωρών του Νότου της Ευρωζώνης. Η απόδοση των 10ετών ελληνικών τίτλων διαμορφώθηκε πάνω από το 4,20% την Παρασκευή, καταγράφοντας μία αύξηση περίπου 30 μονάδων βάσης σε σχέση με ένα μήνα πριν. Η απόδοση των αντίστοιχων πορτογαλικών τίτλων αυξήθηκε στο ίδιο διάστημα περίπου 20 μονάδες βάσης κοντά στο 1,90%, ενώ μικρότερη ήταν η άνοδος των ισπανικών τίτλων (8 μονάδες βάσης στο 1,36%).

Στον αντίποδα, οι αποδόσεις των γερμανικών και γαλλικών ομολόγων μειώθηκαν σε σχέση με ένα μήνα πριν (κατά 18  και 11 μονάδες βάσης, αντίστοιχα), πάλι σε αναλογία με ότι έχει παρατηρηθεί στο παρελθόν. Γερμανία και η Γαλλία, διασφαλίζουν ακόμα μικρότερα επιτόκια δανεισμού από τις αγορές και κατά συνέπεια ζεστό και φθηνότερο χρήμα για τους επιχειρηματικούς ομίλους τους. 

Αυξάνοντας τις πιέσεις αξιωματούχοι της ΕΕ, όπως ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Βάλντις Ντομπρόβσκις, και το μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Μπενουά Κερέ, κάλεσαν την Ιταλία να ακολουθήσει συνετή δημοσιονομική και οικονομική πολιτική και να σεβασθεί τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.

Σε έκθεσή της για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, που δημοσιοποιήθηκε την Πέμπτη, η ΕΚΤ κτύπησε καμπανάκι για τη δημοσιονομική πολιτική της Ιταλίας. Η επιδείνωση του περιβάλλοντος ανάπτυξης ή μία χαλάρωση της δημοσιονομικής στάσης σε χώρες με υψηλό χρέος θα μπορούσε να έχει επίπτωση στο δημοσιονομικό αποτέλεσμα και, κατ’ επέκταση, στο κλίμα της αγοράς έναντι των ομολόγων τους, ανέφερε η ΕΚΤ. Στο ίδιο μήκος κύματος η Κομισιόν έκρινε σκόπιμο να σημειώσει ότι το ιταλικό σχέδιο προϋπολογισμού για το 2018 φαίνεται «ακατάλληλο για να διασφαλίσει την αξιοπιστία με τη διαδρομή προσαρμογής προς το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο». 

Σε κάθε περίπτωση, όπως και να εξελιχθούν τα «παζάρια» και οι ανταγωνισμοί, το δεδομένο είναι ότι και η νέα Ιταλική κυβέρνηση – εφόσον προκύψει – θα έχει προτεραιότητα τη διασφάλιση των συμφερόντων του κεφαλαίου διαιωνίζοντας τις αντιλαϊκές πολιτικές.  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

(Visited 33 times, 1 visits today)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend