Άλλο ένα κύμα σφοδρών αεροπορικών επιθέσεων εξαπέλυσαν στη διάρκεια της νύχτας οι ΗΠΑ εναντίον του Ιράν, κάνοντας πράξη τις απειλές που έκανε νωρίτερα χθες ο πρόεδρος Ντ. Τραμπ, μετά την εκτόξευση βαλλιστικών πυραύλων προς τις αμερικάνικες βάσεις στην Ιορδανία.
Την ίδια ώρα, η σύγκρουση έχει μπει σε φάση εξάπλωσης, με το Ιράκ και την Ιορδανία να μπαίνουν στο στόχαστρο και τη Σαουδική Αραβία να αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) ανέφερε σε ανακοίνωσή της, ότι δυνάμεις της έπληξαν δεκάδες στόχους των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν (IRGC), μεταξύ των οποίων κέντρα στρατιωτικής διοίκησης, εγκαταστάσεις πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, παράκτιες εγκαταστάσεις επιτήρησης και άμυνας, καθώς και ναυτικές υποδομές. Η CENTCOM ανέφερε ότι στόχος των επιχειρήσεων ήταν η περαιτέρω μείωση των απειλών που, σύμφωνα με τις ΗΠΑ, προέρχονται από το Ιράν και τις συμμαχικές του οργανώσεις κατά των αμερικανικών δυνάμεων, της εμπορικής ναυσιπλοΐας και των χωρών του Περσικού Κόλπου.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της CENTCOM, οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν μετά την εκτόξευση πολλαπλών βαλλιστικών πυραύλων από το Ιράν προς αμερικανικές θέσεις στη Μέση Ανατολή και όλοι οι ιρανικοί πύραυλοι «αναχαιτίστηκαν επιτυχώς», χωρίς να προκληθούν ζημιές ή απώλειες στις αμερικανικές δυνάμεις. Η αμερικανική διοίκηση ισχυρίστηκε ότι οι ενέργειες αποσκοπούν στην «περαιτέρω μείωση των απειλών» που θέτουν το Ιράν και οι πληρεξούσιοί του προς τις αμερικανικές δυνάμεις, την εμπορική ναυτιλία και τις γειτονικές χώρες του Κόλπου. Κλείνοντας αναφέρει ότι περισσότεροι από 50.000 Αμερικανοί στρατιωτικοί που έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή παραμένουν σε πλήρη ετοιμότητα.
Να θυμίσουμε πάντως ότι πριν λίγες μέρες σε σχετικό ρεπορτάζ του γνωστού πρακτορείου Axios o διοικητής της CENTCOM ναύαρχος Μπραντ Κούπερ φέρεται να είχε εισηγηθεί την παύση των βομβαρδισμών καθώς «έχουν φτάσει στα όρια της αποτελεσματικότητας τους». Η δήλωση του μακελάρη αντικατόπτριζε τόσα τα ζόρια των ΗΠΑ στο πεδίο όσο και την ανεπίστρεπτη τάση κλιμάκωσης της σύγκρουσης αφού η πρόταση του συμπεριλάμβανε την επανέναρξη μεγάλης κλίμακας πολεμικών επιχειρήσεων.
Οι IRGC ανέλαβε την ευθύνη για την πυραυλική επίθεση στην Ιορδανία, δηλώνοντας ότι στόχευσε αεροπορική βάση και κέντρο διοίκησης. Το Ιράν δεσμεύτηκε ακόμη ότι η «αντίσταση» θα συνεχιστεί όσο υπάρχουν αμερικανικές απειλές και κάλεσε την Ουάσινγκτον να σταματήσει την «απειλητική γλώσσα».
Νεκρά τρία μέλη μιας οικογένειας στο Κεσμ
Ιρανικά μέσα ενημέρωσης, όπως το Tasnim, το Fars και το κρατικό IRIB, ανέφεραν εκρήξεις σε πολλαπλές περιοχές του νότιου Ιράν. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν πλήγματα σε νησιά όπως το Κεσμ, το Κις και το Άμπου Μούσα, καθώς και σε παράκτιες πόλεις όπως το Μπαντάρ Αμπάς, το Αμπαντάν, το Μπουσέρ (όπου βρίσκεται ο πυρηνικός σταθμός) και περιοχές στην επαρχία Χουζεστάν (Αχβάζ, Σαντέγκαν, Αρβαντκενάρ). Στην επαρχία Φαρς, στόχος ήταν περιοχές κοντά στην πόλη Καζερούν.
Στο νησί Κεσμ, το Tasnim μετέδωσε ότι τρεις εκρήξεις ακούστηκαν μέσα στην πόλη, με αναφορές για πύραυλο που έπληξε κατοικημένη περιοχή. Σύμφωνα με το Fars, που επικαλείται το Πανεπιστήμιο Ιατρικών Επιστημών Hormozgan, σκοτώθηκαν τρία μέλη μιας οικογένειας (ζευγάρι και δίχρονο παιδί), ενώ δύο άλλα παιδιά (7 και 9 ετών) τραυματίστηκαν και νοσηλεύονται. Ένα τρίτο παιδί διασώθηκε από τα ερείπια. Οι αρχές ανέφεραν προσωρινές διακοπές ρεύματος που αποκαταστάθηκαν.
Την ίδια ώρα, παραμένει η αντιπαράθεση με επίκεντρο το Στενό του Ορμούζ. Το Ιράν απέρριψε μια πρόταση του Ομάν σχετικά με τις διαδρομές που θα ακολουθούν τα πλοία μέσω του στενού και έχει επίσης μιλήσει για την επιβολή τελών σε οποιαδήποτε διέλευση μέσω αυτού του γεωστρατηγικά σημαντικού σημείου.
Το Ιράν επιμένει ότι οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης ναρκοπεδίων θα πρέπει να διεξάγονται από την ιρανική πλευρά και έχει απορρίψει τη διεξαγωγή αυτών των επιχειρήσεων από το Ομάν. Έχει προειδοποιήσει ότι εάν η ευρωπαϊκή πλευρά αποφασίσει να το κάνει αυτό, τότε οι χώρες που θα συμμετάσχουν θα αποτελούν «νόμιμους στόχους».
Από την άλλη, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ δήλωσε ότι επέβαλε κυρώσεις σε δύο εταιρείες τις οποίες χαρακτήρισε ως «αναπόσπαστο μέρος ενός σχεδίου εκβιασμού που υποστηρίζεται από το IRGC» και αναγκάζει τα εμπορικά πλοία να αγοράζουν υποχρεωτική ναυτική «ασφάλιση» για να διέρχονται από το Στενό του Ορμούζ. Ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε ότι το ιρανικό καθεστώς «ζητά απεγνωσμένα μετρητά» καθώς η οικονομία του καταρρέει και ο πληθωρισμός φτάνει σε τριψήφια ποσοστά, μετά την ανακοίνωση νέων κυρώσεων κατά της χώρας από το γραφείο του. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιτρέψουν στο Ιράν να κρατά όμηρο το παγκόσμιο εμπόριο ή να χρησιμοποιεί τη διεθνή ναυτιλία για να χρηματοδοτεί την τρομοκρατία, την επιθετικότητα και την καταστολή του IRGC», έγραψε στο X.
Τέσσερις νεκροί σε νέες επιθέσεις στο Ιράκ
Μετά τις προχθεσινές κοινές αμερικανο-σαουδαραβικές επιδρομές στο Ιράκ, που στόχευσαν παραστρατιωτικές ομάδες συνδεδεμένες με το Ιράν με τουλάχιστον 20 νεκρούς και 32 τραυματίες, νέες χθεσινές επιθέσεις είχαν ως αποτέλεσμα να σκοτωθούν τέσσερις άνθρωποι.
Η προεδρία του Ιράκ εξέφρασε την καταδίκη της για τις επιθέσεις ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας εναντίον των φιλοϊρανικών ομάδων, χαρακτηρίζοντάς το μια «κατάφωρη παραβίαση της κυριαρχίας της χώρας».
Μειώνεται το απόθεμα αντιαεροπορικών πυραύλων των ΗΠΑ
Στο μεταξύ, το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS) δήλωσε ότι οι ΗΠΑ έχουν δαπανήσει περίπου το ένα τρίτο των πυραύλων Patriot και περίπου τους μισούς πυραύλους αναχαίτισης THAAD από την έναρξη του πολέμου τους στο Ιράν.
Ανέφερε ότι οι ΗΠΑ είχαν περίπου 2.330 αναχαιτιστικά Patriot πριν από τον πόλεμο και τώρα έχουν περίπου 759 έως 827.
Όσον αφορά τα αναχαιτιστικά THAAD, οι ΗΠΑ είχαν περίπου 452 πριν από τον πόλεμο και τώρα έχουν περίπου 234-278.
Το CSIS δήλωσε ότι οι αριθμοί προέρχονται από τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ για το 2027 και από δημόσιες πληροφορίες.
Ένας ανανεωμένος πόλεμος «θα θέσει σε δοκιμασία τα μειωμένα αποθέματα αναχαιτιστικών όπλων», προειδοποίησε, προσθέτοντας ότι τα μειωμένα αποθέματα «μπορεί να αναγκάσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους εταίρους του συνασπισμού τους να αναλάβουν περισσότερα ρίσκα με τις αναχαιτίσεις».