Πολιτισμός

Η ταινία της εβδομάδας: Οι Μόνος – Monos

Οι Μόνος – Monos

2019

Διάρκεια: 102’

Σκηνοθεσία: Αλεχάντρο Λάντες

Πρωταγωνιστούν: Τζουλιαν Νίκολσον, Μόισες Αρίας, Σοφία Μπουεναβεντούρα.

Πώς να αφηγηθείς την ιστορία μιας χώρα όταν μοιάζει με καταπληγιασμένο κορμί που πονάει και ματώνει απ’ όπου και να το ακουμπήσεις; Κάποια κομμάτια χωράνε μέσα στα στερεοτυπικά σχήματα της γραμμικής αφήγησης με σαφείς αναφορές στον τόπο και το χρόνο. Προσφέρουν θέαμα γιατί έχουν απ’όλα – ναρκοβαρώνους, ωραίες γκόμενες, πιστολίδι, σκοτωμένους μπάτσους, ψευδο ρομπέν των δασών, άφθονη κόκα….ο ‘Νονός’ αλά λατίνα. Πως όμως να πιάσεις το άλλο το κομμάτι, πώς να μιλήσεις για το αντάρτικο που σημάδεψε για πάνω από πέντε δεκαετίες τη ζωή της χώρας, αυτό που τέλειωσε στα χαρτιά αλλά πάντα  σιγοκαίει μέσα στα βάθη της τροπικής ζούγκλας; Οι ποιητές, όταν ήθελαν να μιλήσουν για πράγματα που κάποιοι δεν ήθελαν να ακούσουν, είχα στη φαρέτρα τους ένα πολύ δυνατό όπλο: την αλληγορία. Και κάποιοι κινηματογραφιστές τους μιμήθηκαν.

Ο Αλεχάντρο Λάντες γεννήθηκε στη Βραζιλία από Εκουαδοριανό πατέρα και Κολομβιάνα μητέρα. Και μάλλον η κολομβιανή εθνική ταυτότητα ήταν η πιο ισχυρή, καθώς μετά από το ντοκιμαντέρ του Cocalero  για τον Μοράλες γυρνάει το Profirio, βασισμένο σε μια αληθινή ιστορία, με θέμα τα θύματα της αστυνομικής βίας στην Κολομβία. Στην τρίτη του ταινία, με συγχρηματοδότηση οκτώ χωρών, καταφέρνει μαζί με ένα καταπληκτικό συνεργείο – ο Μίκα Λέβι στη μουσική και ο Γιώργος Μαυροψαρίδης στο μοντάζ, μεταξύ άλλων – και μια ομάδα από επαγγελματίες, ερασιτέχνες και ημι-ερασιτέχνες ηθοποιούς να γράψει και να σκηνοθετήσει κάτι πιο πολύ από την ιστορία μιας χώρας, τον πόνο της, την αγιάτρευτη πληγή της.

Οι Μόνος, οι πίθηκοι, οι μόνοι πίθηκοι είναι μια ομάδα οκτώ έφηβων ανταρτών που τους συναντάμε κάπου στα υψίπεδα των Άνδεων, σε έναν απροσδιόριστο χώρο κάπου ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, να παίζουν ένα παράξενο παιχνίδι με κλειστά μάτια και να φωνάζουν ο ένας τον άλλο με τα παρατσούκλια τους: ο Λύκος, η Λαίδη, ο/η Ράμπο, το Στρουμφάκι, ο Λύκος, ο Μπουμ Μπουμ, η Σουηδέζα, ο Μεγαλοπόδαρος… Από την άκρη του ορίζοντα εμφανίζεται ο Αγγελιοφόρος, ένας κοντόσωμος άντρας που τους προπονεί και τους φέρνει μια αγελάδα. Είναι ο εκπρόσωπος της Οργάνωσης που έχει αναθέσει στους Μόνος να φυλάνε μια Αμερικανίδα όμηρο, την Ντοτόρα.

Στον κόσμο των Μόνος, σ΄,αυτούς που ζουν μακριά από την κοινωνία του ανθρώπου, στις άδεντρες κορφές κάτω από τον ουρανό, εκεί που δεν φτάνουν οι άλλοι, τους ανθρώπους δεν τους φωνάζουν με τα πραγματικά τους ονόματα αλλά με τα παρανόμια τους. Ούτε η Οργάνωση δεν έχει όνομα. Είναι απλά η Οργάνωση. Η μικρή ομάδα, μετά ένα πάρτι, μια ντελιριακή εκτόνωση με πυροβολισμούς, εσωτερικές ανακατατάξεις και μια νικηφόρα μάχη, θα μεταφερθεί στα βάθη της ζούγκλας. Εκεί,  εκτός από την περιφρούρηση της Ντοτόρα που προσπαθεί συνέχεια να αποδράσει, τα μέλη της θα πρέπει να προσέχουν πια το ένα το άλλο, καθώς οι λεπτές ισορροπίες στις μεταξύ τους σχέσεις αρχίζουν να καταρρέουν και ο σκοπός της δράσης τους έχει χαθεί κάπου μέσα στα πυκνά φυλλώματα.

Γυρισμένη αριστοτεχνικά, η ταινία μας καθηλώνει με τα εκπληκτικά της χρώματα, τους επιβλητικούς όγκους της γήινης γεωμετρίας, τις ερμηνείες που καταφέρνει να βγάλει ο Λάντες τόσο από τους επαγγελματίες όσο και από τους ερασιτέχνες. Ισορροπεί άνετα ανάμεσα στην εσωτερική ένταση και στη δράση που ορισμένες φορές είναι πραγματικά καταιγιστική. Με τη βοήθεια μιας παιχνιδιάρας, γρήγορης και νευρικής κάμερας αλλά και της μουσικής επένδυσης που συμπληρώνει την οπτική αφήγηση – και ένα έξοχο μοντάζ, μην το ξεχνάμε – καταφέρνει τόσο να οικοδομήσει χαρακτήρες όσο και να κρατήσει το ενδιαφέρον μέχρι το τελευταίο λεπτό. Και να αφήσει πολλούς θεατές στο τέλος με το στόμα και τα μάτια διάπλατα ανοιχτά, ή με δάκρυα στα μάτια, όπως στην Κολομβία όπου η ταινία φαίνεται πως χτύπησε κατευθείαν καρδιά.

Πολλή μεγάλη συζήτηση έχει γίνει στους διεθνείς οργανισμούς και εποπτείες σχετικά παρατηρητήρια σχετικά με τους ανήλικους  που – οικειοθελώς ή με τη βία – εντάχθηκαν στο στρατό του FARC ή χρησιμοποιήθηκαν από παραστρατιωτικές οργανώσεις κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Παρ’ότι οι εκτιμήσεις για τον αριθμό τους έχουν μεγάλες αποκλίσεις, όλοι συγκλίνουν στο ότι οι ανήλικοι έδρασαν ως επί το πλείστον στα μετόπισθεν και δεν επιχειρούσαν στρατιωτικά.

Αν και οι πρωταγωνιστές είναι όλοι ανήλικοι ένοπλοι – ο δε ενήλικας που ενσαρκώνει τον μικρόσωμο Αγγελιαφόρο, ο Ουίλσον Σαλαζάρ, είχε ενταχθεί στον FARC από τα 11 χρόνια του – μου φαίνεται πως η στόχευση της ταινίας πήγαινε πιο πέρα από την καταγγελία της βίαιης ενηλικίωσης μέσα από τη χρήση όπλων και τη βία, θέμα συχνό για τις ταινίες με αναφορά στην Αφρική. Η οκταμελής ομάδα των Μόνος είναι η κομματιασμένη ψυχή της Κολομβίας, ‘ενός νέου έθνους που προσπαθεί να βρει το δρόμο του προς την ειρήνη’, όπως είπε ο Λάντες.

Κάθε ένας από τους μικρούς πρωταγωνιστές είναι ένα κομμάτι του πληθυσμού, μία φάση της ιστορίας, μία κατάσταση της συνείδησης της χώρας. Εκεί μέσα θα βρούμε τον στρατευμένο ιδεολόγο, τον ιθαγενή που προσπαθεί να επιβιώσει, αυτόν που πολεμάει από πείσμα και αυτόν που πιστεύει στη βία, τον αθώο και τον ευαίσθητο, αυτόν που θα αλλάξει στόχους κι αυτόν που αμφιβάλει για τον σκοπό της μάχης. Οι Μόνος είναι η λατρεία της ζωής, του έρωτα και του παιχνιδιού απέναντι στο ζόφο της διογκούμενης βίας και του θανάτου που παραμονεύει σε κάθε βήμα.

Οι Μόνος είναι η Κολομβία, με την εκρηκτική φυλετική της σύνθεση,  τα ακραίας ομορφιάς τοπία της, την ιστορία της αντίστασης που ξεκίνησε από τα υψίπεδα των Άνδεων για να χωθεί στα σκοτεινά πράσινα του τροπικού δάσους. Οι Μόνος είναι ο πόνος μιας χώρας που προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεφύγει από τα γρανάζια μιας βίας που μοιάζει να μην έχει τέλος.

Δεν έχει σημασία πια είναι η οργάνωση, δεν έχει πια σημασία για ποιο πράγμα πολεμούν. Μετά από τόσες δεκαετίες απαγωγών, δολοφονιών, μετά από τόσο αίμα, το μόνο που μένει είναι το γεμάτο τρόμο, δακρυσμένο βλέμμα του/της Ράμπο που μας κοιτάει με απόγνωση πριν πέσουν οι τίτλοι. Ο πόνος, το μόνο που έχει μείνει είναι ο πόνος.

Η ταινία κέρδισε εικοσιπέντε βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ – και το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής του Σαντάνς – και μπήκε σε όλες σχεδόν τις λίστες με τις καλύτερες ταινίες του 2019 σε περίοπτη θέση. Το πιο μεγάλο βραβείο ήταν όμως η υποδοχή του από το κοινό της Κολομβίας, που έβγαινε κλαίγοντας από τις αίθουσες.

(Επισκέψεις: 581 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend