Πολιτισμός

Η ταινία της εβδομάδας: Καπερναούμ – Capernaum

Καπερναούμ – Capernaum

Διάρκεια: 126΄

Σκηνοθεσία: Ναντίν  Λαμπάκι

Πρωταγωνιστούν: Ζαϊν αλ Ράφι  Γιορντάνος Σιφεράου,  Μολουβατίφε Τρέζουρ  Μπανκόλε

Η κινηματογραφική μηχανή του Λιβάνου έχει μπει για τα καλά μπροστά.  Δεύτερη υποψηφιότητα για Όσκαρ ξενόγλωσσης για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά (πέρυσι ο Λίβανος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις λίστες των οσκαρικών υποψηφιοτήτων με την εξαιρετική, ‘Προσβολή’, μια αιχμηρή πολιτική ταινία που προσπαθεί να ρίξει φως στο κουβάρι της Μέσης Ανατολής.), η ‘Καπερναούμ ‘ της  Λαμπάκι, μια από τις λιγοστές γυναικείες δημιουργίες  στο διαγωνιστικό τμήμα του περσινού φεστιβάλ των Καννών που δεν υπακούει στην πολιτική των ποσοστώσεων, είναι  ένα ‘καθαρόααιμο’ κοινωνικό δράμα στα όρια του favela porn.

Φέτος πολλοί κριτικοί ανακάλυψαν εκ νέου τον νεορεαλισμό σε ταινίες – σταθμούς της κινηματογραφικής παραγωγής, τους ‘Κλέφτες Καταστημάτων ‘και το ‘Ρόμα’, οι οποίες με ευαισθησία προσέγγισαν ευάλωτες και περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες και κατέγραψαν την πραγματικότητα χωρίς φτιασίδια. Αν και δεν είμαι σύμφωνη στο να χρησιμοποιούμε όρους που αναφέρονται σε ένα καλλιτεχνικό ρεύμα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά – στη συγκεκριμένη περίπτωση τους μεγάλους ιταλούς σκηνοθέτες που πριν καλά – καλά τελειώσει ο πόλεμος πήραν την κάμερα στο χέρι και άρχισαν να γυρίζουν ταινίες με τη ζωή των απλών ανθρώπων που προσπαθούσαν να επιβιώσουν στη ρημαγμένη Ιταλία  – σε κάθε αφτιασίδωτη καταγραφή της πραγματικότητας,  χωρίς όμως τα υπόλοιπα στοιχεία που μοιράζονται οι  Rosellini, DeSica και λοιποί,η  κινηματογραφική γραφή της ΄Καπερναούμ’ θυμίζει πολύ τις ταινίες των μεγάλων δημιουργών σε σημείο που, αν δεν ειχε ως χώρο αναφοράς μια πόλη που έχει βγει από ένα μακροχρόνιο πόλεμο, θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί άκαιρη. Η Λαμπάκι αφήνει την εθνογραφική κομεντί για να κατέβει στην κόλαση της σύγχρονης Βηρυτού, μιας πόλης που έχει καταστραφεί όσες φορές και η Καπερναούμ του τίτλου, και να κινηματογραφήσει τον πάτο του βαρελιού κι ακόμα πιο κάτω: τη ζωή των ανύπαρκτων, των ανθρώπων χωρίς χαρτιά, ντόπιων και μεταναστών. Με ΄όπλα΄ το νευρικό γύρισμα με την κάμερα στο χέρι στους πολύβουους δρόμους και  τις σκοτεινές γωνίες της πόλης, καταφέρνει μια επίπεδη καταγραφή της καθημερινότητας  όπου η περιήγηση του μικρού πρωταγωνιστή στην πόλη και οι συναντήσεις του με ανθρώπους που δίνουν ο καθένας τη δική του μάχη επιβίωσης λειτουργεί ως κύριο δραματουργικό στοιχείο, με την ένταση να κορυφώνεται στο τέλος με ένα εντελώς ιδιότυπο happy end μιας καθόλα ζοφερής ταινίας.

Στην πιο άθλια συνοικία της πόλης, μια οικογένεια γεννάει το ένα παιδί πίσω από το άλλο και επιζεί από τα πενιχρά επιδόματα και τη ζητιανιά. Ο 12χρονος Ζαϊν έχει ενηλικιωθεί πρόωρα καθώς πρέπει να προσέχει τις αδελφές του, να ζητιανεύει και να βοηθάει τη μάνα του να εισάγει παράνομα ρούχα εμποτισμένα με χάπια στις φυλακές. Η αδελφή του Σαχάρ είναι το πλάσμα με το οποίο μοιράζεται συναισθήματα αγάπης μέσα σε ένα περιβάλλον που το μόνο που ακούει είναι βλαστήμιες και κατάρες. Όταν η Σαχάρ έχει την πρώτη της έμμηνη ρήση, οι γονείς της σπεύδουν να την ‘πουλήσουν’ για νύφη στον σπιτονοικοκύρη τους και ο Ζαϊν, μην μπορώντας να τη σώσει, φεύγει εξοργισμένος από το σπίτι και περιπλανιέται στους δρόμους χωρίς λεφτά και προορισμό.

Μέσα στο  χάος της πόλης θα συναντήσει τη Ραχήλ, μια μαύρη παράνομη μετανάστρια που ζει στην παραγκούπολη και προσπαθεί να κρύψει τον γιο της, τον 18μηνο Γιόνας, του οποίου την ύπαρξη αγνοούν οι πάντες. Οι δυο απόκληροι θα ενώσουν τις δυνάμεις τους και ο Ζαίν θα αναλάβει χρέη φύλαξης του Γιόνας τις ώρες που η Ραχήλ φεύγει από το παράπηγμα από ελενίτ για να δουλέψει και να φέρει πίσω φαί για τους τρεις τους. Μια μέρα όμως η Ραχήλ δε θα γυρίσει και ο Ζαϊν θα πρέπει, εκτός από τον εαυτό του, να φροντίσει και τον Γιόνας.

Δραματουργικό εύρημα – το οποίο έκανε την ταινία να ξεχωρίσει, πιστεύω, στα διεθνή φεστιβάλ και να προταθεί για Όσκαρ – η μήνυση που υποβάλει ο Ζαϊν στους γονείς του ενώ εκτίει ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων για απόπειρα ανθρωποκτονίας,  επειδή γέννησαν παιδιά τα οποία είναι ανίκανοι να μεγαλώσουν. Στα θετικά της ταινίας η δυνατή ερμηνεία του ανήλικου πρωταγωνιστή Ζαϊν αλ Ραφήα – μία από τις καλύτερες της χρονιάς σύμφωνα με την New York Times – ενός Σύριου πρόσφυγα στην Βηρυτό ο οποίος, όταν τον ανακάλυψε η Λαμπάκι, δεν είχε πάει ποτέ σχολείο. Στα ακόμα πιο θετικά, ότι η ταινία τον βοήθησε να πάρει νορβηγικό διαβατήριο και να εγκατασταθεί στη Νορβηγία, να πάει σχολείο και να αρχίσει, έστω και αργά, να ζει την παιδική του ηλικία, γιατί αυτό που ζούσε μέχρι τώρα πιθανότατα δεν απείχε και πολύ τη ζωή του Ζαϊν στην ταινία. Η συμπρωταγωνίστρια του ήταν επίσης πρόσφυγας από την Ερυθραία η οποία, όπω είπε σε συνέντευξη με δάκρυα στα μάτια, μετά την ταινία απελάθηκε στ’αλήθεια, ο μικρός Γιόνας – που στην πραγματικότητα είναι κορίτσι – ήταν επίσης πρόσφυγας από την Κέυα που απελάθηκε τον Μάρτιο. Κοντολογίς, οι ηθοποιοί της ταινίας ήταν ερασιτέχνες που έπαιζαν τις ζωές τους. Ο,τι νεορεαλιστικότερον!

Το κύριο αρνητικό είναι τα ερωτηματικά που γεννούνται ως το που αποσκοπεί αυτή η λεπτομερής καταγραφή της αθλιότητας, της φτώχειας, της ανισότητας, της αδικίας. Το ξέρουμε ότι ζούμε σε έναν κόσμο που μόνο αγγελικά πλασμένος δεν είναι, πως υπάρχουν γωνιές στον πλανήτη που ούτε στα όνειρα μας δεν θέλουμε να δηλώνεται η ύπαρξη τους, πως οκτώ στους δέκα συμπολίτες μας στο πλανητικό χωριό δεν έχουν εξασφαλίσει το καθημερινό τους φαγητό και έξι στους δέκα δεν έχουν που την κεφαλήν κλίναι. Προς τι αυτό το ανηλεές – και ενίοτε αφελές – σφυροκόπημα με εικόνες που θα προκαλέσουν μια κατευναστική ενοχή, το συναίσθημα  ‘ναι, ξέρω, και συμπάσχω’ και μέχρις εκεί;

Αν κάτι μπορεί να προσθέσει αυτή η ταινία πέρα από την αδιαπραγμάτευτη διαπίστωση ότι η φτώχεια και η εξαθλίωση είναι ο μεγαλύτερος τρομοκράτης της ανθρωπότητας,  είναι  ένα σχόλιο για τη μητρότητα και τη γονεϊκή σχέση. Δυο οικογένειες – η πολυμελής οικογένεια του Ζαϊν, η μονογονεϊκή της Ραχήλ. Δυο διαφορετικές προσεγγίσεις της μητρότητας – η μάνα του Ζαϊν θεωρεί τα παιδιά αναγκαίο κακό και κακοδαιμονίζει τη φτώχεια της που δεν μπορεί να τα μεγαλώσει σωστά. Για τη Ραχήλ η φτώχεια δεν είναι εμπόδιο για την αγάπη που ξεχειλίζει από μέσα της για το παιδί της κι αυτό κανένας αντι-μεταναστευτικός νόμος ή δουλέμπορος δεν μπορεί να της το αφαιρέσει. Η Ραχήλ κλείνει με μια σκούπα τη μια από τις τουαλέτες όπου εργάζεται για να κρύψει μέσα την κούνια του Γιόνας, τον  κουβαλάει νύχτα μέρα μαζί της στο σακίδιο για να μη τον δουν πελάτες και γείτονες, αλλά δεν διαπραγματεύεται στιγμή το δικαίωμα της να είναι μαζί του, να τον θηλάζει, να είναι μάνα. Η Ραχήλ που δεν υποκύπτει στις πιέσεις να τον πουλήσει για να πάρει χρήμα και άδεια παραμονής είναι η καταδικαστική απόφαση για τους γονείς του Ζαϊν, που χωρίς δεύτερη σκέψη πούλησαν την κόρη τους και την οδήγησαν στο θάνατο. Η φτώχεια δεν δικαιολογεί την συναισθηματική πενία. Λέει ο ποιητής/η σκηνοθέτης.

(Επισκέψεις: 1.815 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend