Πολιτισμός

Η ταινία της εβδομάδας: Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς

Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς

2020

Διάρκεια: 140’

Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης

Πρωταγωνιστούν: Βασίλης Μπισμπίκης, Βίκυ Παπαδοπούλου, Γιάννης Τορτέκης

Σε μία μόνο αίθουσα σε όλη την Αθήνα έκανε πρεμιέρα την Πέμπτη η πολυαναμενόμενη νέα ταινία του Γιάννη Οικονομίδη Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς. Και σε κάθε προβολή η αίθουσα είναι γεμάτη κόσμο όλων των ηλικιών και των’φυλών’ της πόλης.

Πέμπτη ταινία για τον Κύπριο σκηνοθέτη που μπήκε δυναμικά στον ελληνικό κινηματογραφικό χωρόχρονο με το Σπιρτόκουτο το 2002 και με έναν άγριο αφτιασίδοτο, ανθρωποφαγικό και βωμολοχικό ρεαλισμό κατέθεσε κι αυτός τη δική του εκδοχή για τη σύγχρονη Ελλάδα. Είκοσι περίπου χρόνια και τρεις ταινίες αργότερα φτάνει σε μια σκηνοθετική και σεναριακή αρτιότητα. Με λίγα λόγια και για να μην το κουράζουμε, η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς είναι μια πολύ καλή ταινία.

Νουαρ και κοινωνικό δράμα. Μαύρη (νουάρ) κωμωδία. Από την εποχή που ο Χάμμετ έβγαζε το ψωμί του πουλώντας σενάρια μέχρι τις μέρες μας η κινηματογραφική φόρμα της αστυνομικής/γκανγκστερικής ταινίας ήταν εργαλείο στα χέρια ικανών σεναριογράφων για να μιλήσουν για τις παθογένειες της κοινωνίας τους. Ο υπόκοσμος, οι άνθρωποι που διαχειρίζονται το έγκλημα, το παράνομο χρήμα, τις έκνομες δραστηριότητες, αντικατοπτρίζουν την κοινωνία στο σύνολο της. Και – κινηματογραφικά τουλάχιστον – έχουν πιο πολύ ενδιαφέρον. Τα λες λοιπόν στη νύφη για να τ’ακούει η πεθερά.

Σαφείς οι επιρροές και οι αναφορές σε σύγχρονους Αμερικάνους που έχουν αριστεύσει στη φόρμα. Ταραντίνο, Κοέν – παίζουμε τη ζωή κορώνα – γράμματα. Κι όπως εκείνοι στήνουν της ιστορία τους και πλάθουν τους χαρακτήρες τους με σκηνικό την αποξένωση και την απεραντοσύνη, έτσι κι ο Οικονομίδης μας προσγειώνει στην πολύ δική μας πραγματικότητα. Πρόσωπα και περσόνες οικεία, από αυτά που κυκλοφορούν στην ελληνική επαρχία και όχι μόνο εκεί.

Ο επιχειρηματίας και ο σκυλάς. Η καθαρή επιχείρηση της ημέρας και η νύχτα. Όσο είναι διαφορετικοί, άλλο τόσο μοιάζουν. Ανάμεσα τους μια γυναίκα. Όμορφη, λεπτεπίλεπτη, διαφορετική. Παρατάει τον ένα γιατί ερωτεύεται τον άλλο. Και φεύγει με τον άλλο παίρνοντας μαζί της και ένα εκατομμύριο ευρώ. Και ο ένας πονάει κι άλλο. Γιατί πιο πολύ κι από το κέρατο τσούζει η χασούρα.

Ο επιχειρηματίας και ο σκυλάς. Κι από πίσω οι μανάδες τους. Η καλοβαλμένη κυρία με τις πέρλες και η λαϊκιά. Όσο είναι διαφορετικές, άλλο τόσο μοιάζουν. Δε πα να’ναι ο γιος τους σαράντα, πενήντα χρονών, τον έχουν ακόμα μέσα στο βρακί τους. Μανάδες της Μεσογείου. Άλυτο το οιδιπόδειο. Κι όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι, θα σκεφτούν αυτές τη λύση. Την πιο βίαιη, την πιο σκοτεινή, αυτή που θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου και θα πάρει όλη την μικροκοινωνία και θα την σηκώσει.

Μια γυναίκα ανάμεσα σε δυο άντρες. ‘Μεγάλη καψούρα’ που λέει κι ο Μουρίκης, που λάμπει στον μικρό του ρόλο. Ο ένας δίσκος της ζυγαριάς είναι η καψούρα. Όχι ο έρωτας, ούτε η αγάπη. Η καψούρα. Στη σκηνή που ο Μάνος ακούει το φίλο του να τραγουδάει, πίνει ουίσκι και καπνίζει, η καψούρα στάζει απ’τη μεγάλη οθόνη. Η καψούρα έχει μελώσει το στόμα του Τάσου. Ο Ηρακλής κλαίει και θέλει να εκδικηθεί γιατί είναι καψούρης.

Όταν έρθει όμως η ώρα, η πλάστιγγα θα γύρει προς τον άλλο δίσκο. Τα φράγκα. Ειδικά αν είναι πολλά. Ανάμεσα στην κοπέλα και τη σακούλα με τα φράγκα όλοι, ακόμα κι ο καψούρης Μάνος, θα προτιμήσουν στο τέλος τα φράγκα. Και μετά από μια αλυσιδωτή έκρηξη πιστολιδιού και δολοφονιών, θα νικήσουν στο τέλος οι πιο αδύναμοι κρίκοι, αυτοί που ποτέ δεν τους έδινες σημασία.

Λιτή και μελετημένη στη λεπτομέρεια, η Μπαλάντα τραβάει μια διαχωριστική γραμμή από το Μικρό Ψάρι. Η ταινία παίζει ταυτόχρονα με πολλούς χαρακτήρες στην παράδοση των μαύρων γκανγκστερικών κωμωδιών του Ρίτσι. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει τους πρωταγωνιστικούς ρόλους: πρωταγωνιστής μοιάζει να είναι το μείγμα κακίας, βλακείας και εκδικητικότητας που σφραγίζει την κοινωνία. Παρ’όλα αυτά, κάθε χαρακτήρας είναι ολοκληρωμένος ακόμα και μέσα από λίγες ατάκες.

Η ταινία κυλάει ευχάριστα, με γρήγορους διαλόγους που δεν θυμίζουν τα αυτάρεσκα επαναλαμβανόμενα, μέχρις εμπέδωσης, μπινελίκια στις άλλες του ταινίες. Το βρισίδι απλά βοηθάει στην εξέλιξη της ιστορίας και το πλάσιμο των χαρακτήρων, δεν είναι αυτοσκοπός. Το χιούμορ, η έξυπνη ατάκα, παραμονεύει εκεί που δεν το περιμένεις.Όμως η διαφορά με τις προηγούμενες είναι η μικρή αχτίδα φωτός που αφήνει να περάσει και να φωτίσει την ασχήμια που βλέπει ο σκηνοθέτης γύρω του, την οπτική βιαιότητα που μας σημαδεύει σε κάθε του ταινία.

Η πρωταγωνίστρια του – πηγή παντός κακού – την λεπτεπίλεπτη και εν πολλοίς ανυποψίαστη Όλγα, το κοριτσάκι που ‘καλοπαντρεύτηκε’ και έφυγε μακριά από τους γονείς της, σε μια άσχημη μέσα κι έξω πόλη, έχει μια σπάνια λεπτότητα και φινέτσα για ‘οικονομιδική’ ηρωίδα: η νεαρή μοιχαλίδα φτιάχνεται μόνη της ακούγοντας ροκ, κλείνει τα μάτια και ξεφεύγει από το σύμπαν του σκυλάδικου που την περιτριγυρίζει, πίνει ηδονικά το κρασί της μέσα σε μεγάλο κολονάτο ποτήρι και παρακολουθεί με ενδιαφέρον στην τηλεόραση τον Έρωτα στη Χουρμαδιά. (φόρος τιμής στον πρόσφατα χαμένο Τσιώλη;)

Και δίπλα στην ομορφιά της γυναίκας, η ομορφιά της φύσης που την περιβάλλει. Πέρα από τα ακαλαίσθητα νεόκτιστα στις τερατόμορφες πόλεις υπάρχει η φύση, οι ελαιώνες και οι οπωρώνες που φτάνουν μέχρι τα ριζά της Οίτης που σβήνει στο απόκοσμο φως του δειλινού. Οι μικρές σταγόνες ομορφιάς που πάντα παλεύουν να νικήσουν την ασχήμια.

(Επισκέψεις: 1.093 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend