Πολιτισμός

Η ταινία της εβδομάδας: Φάννυ και Αλέξανδρος

Χριστούγεννα πρωτούγεννα…Η τελευταία κινηματογραφική βδομάδα έρχεται φορτωμένη με υπερπαραγωγές της ημεδαπής (Ευτυχία) και της αλλοδαπής ( Star Wars: Skywalker η Άνοδος) και μικρότερες αλλά ενδιαφέρουσες παραγωγές όπως η τούρκικη Τρεις αδερφές του Εμίν Αλπέρ και το Εγχειρίδιο του Κακού που παντρεύει τρόμο και λαϊκές δοξασίες, ανάμεσα τους όμως η επανέκδοση της τελευταίας κινηματογραφικής ταινία του Ινγκμαρ Μπέργκμαν λάμπει σαν το βόρειο σέλας.

Φάννυ και Αλέξανδρος

1982

Διάρκεια: 183’

Σκηνοθεσία: Ινγκμαρ Μπέργκμαν

Πρωταγωνιστούν: Μπέρτιλ Γκούβε, Περνίλα Αλβιν, Κριστίνα Άντολφσον

Το Φάννυ και Αλέξανδρος ήταν η πρώτη ταινία του Μπέργκμαν που είδα, και μάλλον από τις πρώτες ταινίες που είδα στο σινεμά. Και μια από τις πιο αγαπημένες μου χωρίς πολλά πολλά, γιατί είναι όμορφη σαν παραμύθι. Πολύ αργότερα διάβασα πως είναι η τελευταία ταινία μυθοπλασίας του Μπέργκμαν για τη μεγάλη οθόνη – ο Μπέργκαν την ήθελε για τελευταία του ταινία πριν τη σύνταξη, καθώς δήλωνε εξαντλημένος ψυχικά και σωματικά, αν και στη συνέχεια έγραψε σενάρια και σκηνοθέτησε για την τηλεόραση. Θεωρείται η πιο πλήρης δουλειά του, αυτή στην οποία κατάφερε να συμπεριλάβει όλο το σύμπαν των προηγούμενων, όσα για δεκαετίες τον βασάνιζαν και προσπαθούσε να καταγράψει στο πανί. Μια υπερπαραγωγή για τα σουηδικά δεδομένα, για την υλοποίηση της οποίας χρειάστηκε να συμπράξουν οι σουηδοί παραγωγοί μαζί με τη γαλλική εταιρεία Gaumont και τη γερμανική τηλεόραση, κάτι όχι τόσο σύνηθες εκείνη την εποχή.

To Φάννυ και Αλέξανδρος θα μπορούσε πρωτίστως να περιγραφεί τόσο ως ταινία εποχής όσο και ως ιστορία οδυνηρής ενηλικίωσης.  Ο Αλεξάντερ, ο ίδιος ο Μπέργκμαν στην παιδική του ηλικία, ρουφάει τον κόσμο γύρω του καθώς τον ανακαλύπτει κοιτάζοντας τον με τα μεγάλα, εκφραστικά, αμυγδαλωτά του μάτια που κυριαρχούν στην οθόνη. Και μαζί του ο σκηνοθέτης πραγματεύεται για μια ακόμα φορά την οικογένεια και την κοινωνία, τη θρησκεία και την τυραννία, την καταπίεση και την εξέγερση, το θάνατο και την απώλεια, την πραγματικότητα και τη φαντασία, το επέκεινα.

Συναντάμε τον Αλεξάντερ για πρώτη φορά μέσα σε ένα σπίτι που ξεχειλίζει από τα πάντα. Από χώρους – είναι τεράστιο – από έπιπλα, από υφάσματα, από γυναικείες τουαλέτες, από υπηρέτριες, από φαγητά, από κεριά που φωτίζουν την κάθε μικρή του γωνιά, από κάθε λογής χριστουγεννιάτικα δέντρα και στολίδια. Βρισκόμαστε σε μια επαρχιακή πόλη στη Σουηδία  – σκηνές της ταινίας έχουν γυριστεί στην Ουψάλα – στις αρχές του εικοστού αιώνα και η Ελένα Έγκνταλ έχει ετοιμάσει το σπίτι της για να υποδεχτεί τα παιδιά και τα εγγόνια της. ‘

Αυτή είναι η οικογένεια μου’ λέει στον Ισάκ, τον εβραίο εραστή  της και φίλο του μακαρίτη άντρα της, ενώ κοιτάει έξω από το παράθυρο με μάτια που στάζουν αγάπη τις σκούρες φιγούρες που πλησιάζουν προς το σπίτι ανοίγοντας το δρόμο τους μέσα από το χιόνι. Τους τρεις της γιους, τον πετυχημένο, ερωτύλο Γκούσταβ, τον συναισθηματικό καλλιτέχνη Όσκαρ, τον αποτυχημένο αλκοολικό Καρλ και τις οικογένειες τους. Το σπίτι γεμίζει ζωή, ανθρώπους που πηγαινοέρχονται και γελάνε, παιδιά που παίζουν, ενήλικους που ερωτοτροπούν, παιδιά και ενήλικες που χορεύουν και τραγουδούν. Η οθόνη γεμίζει με ζεστά κόκκινα και κίτρινα χρώματα, η κάμερα τρυπώνει σε κάθε γωνιά και φωτίζει όλες τις λεπτομέρειες ενός σπιτιού που είναι στολισμένο και γιορτάζει. Η ειδυλλιακή εικόνα των Χριστουγέννων, λες και είναι βγαλμένη από καρτ – ποστάλ, αφήνει να φανεί από πίσω η κοινωνική διάρθρωση της χώρας μέσα από βλέμματα, χειρονομίες και μακροσκελείς διαλόγους – κομψοτεχνήματα, όπως αυτούς που μόνο ο Μπέργκμαν ξέρει να γράφει και να σκηνοθετεί.

Τα Χριστούγεννα περνούν και η οικογένεια βιώνει την απώλεια. Ο Όσκαρ, γιος της μητριάρχη Ελένα, σύζυγος της κατά πολύ νεώτερης του Έμιλυ, θιασάρχης και ηθοποιός μαζί με τη γυναίκα του, πατέρας της Φάννυ και του Αλέξανδρου, πεθαίνει ξαφνικά από καρδιακή προσβολή. Ενώ ψυχορραγεί, η οικογένεια ενώνεται ξανά στο σπίτι για να συμπαρασταθεί στη μάνα, τη γυναίκα και τα παιδιά του, που βρίσκονται στο πλευρό του. Το σπίτι έχει χάσει τα ζεστά κιτρινοκόκκινα χρώματα του. Τώρα βασιλεύει ένα παγωμένο άσπρο που παντρεύεται με το χιόνι. Η μάνα καλεί τα παιδιά να πουν το στερνό αντίο στον πατέρα. Ο Αλέξανδρος τρομάζει και δεν θέλει να αντικρύσει τον πατέρα του και το Θάνατο. Μετά η οθόνη μαυρίζει. Η οικογένεια, οι συγγενείς και όλη η πόλη συνοδεύει τον Όσκαρ στην τελευταία του κατοικία. Ο Αλέξανδρος ξορκίζει με τον τρόπο του το Θάνατο. Το βράδυ βλέπουν μαζί με την Φάννυ τον νεκρό πατέρα τους να παίζει πιάνο…

Με το λιώσιμο του χιονιού η Έμιλυ αποφασίζει να παντρευτεί τον επίσκοπο Έντμουντ που της είχε παρασταθεί στην κηδεία του άντρα της. Τα χρώματα μέσα στο σπίτι αλλάζουν και πάλι, με το γαλάζιο κι ένα απαλό πράσινο να κυριαρχούν στους τοίχους και στα ρούχα. Η Έμιλι ανακοινώνει στα παιδιά την απόφαση της και πηγαίνουν και οι τρεις να ζήσουν στο σπίτι του Έντβαρντ, έναν πύργο που περιτριγυρίζει ένα αφρισμένο ποτάμι, μαζί με τη μητέρα του, την ανύπαντρη αδελφή του και μια κατάκοιτη θεία.

Ο κόσμος που ζουν τα παιδιά αλλάζει άρδην. Από τη ζεστή, χρωματιστή φωλιά έρχονται να ζήσουν σε χώρους άδειους, ελάχιστα επιπλωμένους, μαζί με μαυροντυμένες γυναίκες που δεν χαμογελούν ποτέ και τον πατριό τους, τον επίσκοπο Έντβαρντ, έναν αυστηρο και άκαρδο άνθρωπο  που είναι αποφασισμένος να επιβάλλει τη δική του άποψη για τη ζωή παρά τη θέληση της συζύγου του. Τα ζεστά κόκκινα, τα γεμάτα κίτρινα και οι ζαχαρωμένες ώχρες έδωσαν στη θέση τους στους σκούρους τόνους του καφέ που κυριαρχούν στα έπιπλα και τα ρούχα.  Ο Έντβαρντ είναι αποφασισμένος να τσακίσει την όποια αντίσταση προβάλει ο Αλεξάντερ, ο οποίος για να τον αντιμετωπίσει καταφεύγει στο γνώριμο του ονειρικό περιβάλλον, που είναι γεμάτο από φαντάσματα και ιστορίες για πεθαμένους. Ο επίσκοπος είναι όμως αυτός που έχει την ισχύ και προσγειώνει τον Αλεξάντερ στην πραγματικότητα επιβάλλοντας του απάνθρωπες τιμωρίες. Η εναγώνια προσπάθεια του να κάμψει το ηθικό του Αλεξάντερ μοιάζει όλο και πιο πολύ με το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι.

Ο Αλεξάντερ θα καταφέρει να αποδράσει μαζί με την αδελφή του με τη βοήθεια του Ισάκ. Από το σπίτι του εβραίου φίλου τους, όπου το κόκκινο της ζωής και πάλι κυριαρχεί πάνω στο μπλε του θανάτου που απειλητικά φωτίζει σαν αστραπή τον πύργο του επίσκοπου, μέσα από τις μάσκες και τις μαριονέτες του Αρόν, ανιψιού του Ισάκ, στον γνώριμο και οικείο κόσμο της φαντασίας, των φαντασμάτων και της μαγείας, ο Αλεξάντερ θα αφεθεί να χρησιμοποιήσει όλες του τις δυνάμεις για να καταστρέψει τον μισητό του αντίπαλο.

Η αρχική διάρκεια της ταινίας ήταν πάνω από πέντε ώρες και προοριζόταν για σειρά στην τηλεόραση. Μετά από ένα ακόμα μοντάζ κατέληξε ο Μπέργκαμν στην τελική εκδοχή των τριών ωρών που προβλήθηκε στους κινηματογράφους. Εικαστικό θαύμα – πανάξιο το Όσκαρ Φωτογραφίας για τον Σβεν Νάικβιστ – μιλάει στο μυαλό και τις αισθήσεις μέσα από βλέμματα, κινήσεις, σχήματα και – κυρίως – χρώματα. Βαθύτατα αυτοβιογραφική, μας συστήνει όλους τους ‘ήρωες’ της παιδικής και πρώτης εφηβικής ηλικίας του Σουηδού σκηνοθέτη, την ‘αγνή και πλανεύτρα’ μάνα, τη γιαγιά με ένα σπίτι τεράστιο στα μάτια ενός μικρού παιδιού. Και τον πατέρα.

Την τόσο σημαντική μορφή για την διαμόρφωση του χαρακτήρα και την μετέπειτα ζωή και δημιουργία του Μπεργκμαν δεν αναπαριστά στην ταινία ο θεατράνθρωπος Όσκαρ αλλά ο τυραννικός Έντβαρντ. Ο Έρικ Μπέργκμαν, ο αυστηρός λουθηρανός πάστορας, στη μυθοπλασία που σκαρώνει ο γιος του δεν έχει τη θέση του πατέρα αλλά του πατριού. Τροφή για τον Φρόυντ η κινηματογραφική απεικόνιση της παιδικής ηλικίας από ένα ανήσυχο πνεύμα, έναν μεγαλοφυή δημιουργό, αλλά και έναν βασανισμένο από το βάρος της πατρικής καταπίεσης άνθρωπο που μέσα από το έργο του προσπάθησε να ξορκίσει τα φαντάσματα του οικείου, κοντινού παρελθόντος. Όλα όσα είχαν απασχολήσει την πένα και την κάμερα, η εσωτερική μάχη που έδιναν οι ήρωες του ενάντια στον πόθο, ενάντια στον ίδιο τους τον εαυτό, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να προσεγγίσουν το θείο, να λυτρωθούν από τις ενοχές, να νικήσουν το φόβο του θανάτου, τη μάχη αυτή τη δίνει εδώ ο ίδιος ενάντια στον πατέρα του, τώρα που ο τελευταίος έχει πια πεθάνει. Κι όλο το απαράμιλλης ομορφιάς σύμπαν που οικοδομεί γύρω από αυτή την τραυματική σχέση είναι για να μας εντυπωσιάσει, να μας γοητεύσει, και να τον αφήσουμε να βγάλει από μέσα του τον Οιδίποδα και να σκοτώσει, στην οθόνη πάντα, εικονικά στην κυριολεξία, τον Πατέρα του. Και να παραδεχτεί, στο τέλος, ότι έχει για μια ακόμα φορά αποτύχει.

 

(Επισκέψεις: 187 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Διαφήμιση

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend