Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Για τον Κώστα Καζάκο – Μια προσωπική κατάθεση

«Γνώρισα» τον Κώστα Καζάκο όταν παντρεύτηκε το παιδικό μου ίνδαλμα, την Τζένη Καρέζη. Μέσα από τις ταινίες τους, αλλά και..

«Γνώρισα» τον Κώστα Καζάκο όταν παντρεύτηκε το παιδικό μου ίνδαλμα, την Τζένη Καρέζη. Μέσα από τις ταινίες τους, αλλά και στο θέατρο. Θυμάμαι ότι ακόμη και τα χρόνια που έλειπα στο εξωτερικό για σπουδές, όταν επέστρεφα για λίγο στην Αθήνα, το πρώτο θέατρο που θα έβλεπα ήταν αυτό των Καρέζη-Καζάκου. Άλλωστε, τα εδώ φοιτητικά μου χρόνια είχαν σημαδευτεί από το «Μεγάλο μας τσίρκο», την τόλμη των δύο αναμφισβήτητων «σταρ» της εποχής να παίζουν μπροστά στο ενθουσιώδες κοινό, αλλά και υπό την επιτήρηση των χουντικών λογοκριτών, στο βάθος της πλατείας, έτοιμων να παρέμβουν. Όπως και το έπραξαν την κατάλληλη στιγμή, φυλακίζοντάς τους.  

Γνώρισα πραγματικά τον Κώστα Καζάκο αρκετά χρόνια μετά, όταν βρεθήκαμε να συμπορευόμαστε σε δυναμικό πολιτιστικό θεσμό. Το δέος που αισθανόμουν αρχικά μπροστά σε ένα μεγάλο όνομα του θεάτρου και κινηματογράφου υποχώρησε μπροστά στη δεκτικότητα, τη φιλικότητα, την απλότητα, την έμφυτη ευγένεια ενός ανθρώπου που πίστευε στην ανάδειξη των ανθρώπων του πολιτισμού μέσα από τις δράσεις που διοργάνωνε ο πολιτιστικός θεσμός. Στους στόχους του οποίου (εκδηλώσεις, συνέδρια, αναλόγια, κ. ά.) αφιέρωνε απλόχερα τον χρόνο του, παρά τις τόσες άλλες υποχρεώσεις του.

Γνώρισα ουσιαστικά τον Κώστα Καζάκο όταν με κάλεσε να διδάξω την τελευταία περίοδο της Δραματικής του Σχολής. Ήταν πλέον η εποχή που δίπλα του βρισκόταν η δεύτερη γυναίκα του, η Τζένη Κόλλια, μια νεαρή ηθοποιός που δεν έκρυβε τη λατρεία  για τον άντρα της, αλλά ταυτόχρονα και τη δίψα όχι να ανέβει στη σκηνή του θεάτρου του, αλλά για νέες γνώσεις, αφού, όντας πρόσφατα μητέρα, αναζητούσε τρόπους για να συνδυάσει τους οικογενειακούς της ρόλους με πανεπιστημιακή παιδεία, γεγονός που τελικά κατόρθωσε. Και σε αυτό είχε συμπαραστάτη της τον Κώστα Καζάκο, έναν άνθρωπο που θεωρούσε την παιδεία και τη μόρφωση μέγιστο αγαθό.

Ήταν ο λόγος, νομίζω, που κατά τη συνεργασία μας στη Δραματική Σχολή «Τζένη Καρέζη» με περιέβαλε με την εκτίμησή του, κάτι που σπάνια είχα αισθανθεί ως τότε σε άλλες συνεργασίες.  Ταυτόχρονα, όμως, γνώρισα έναν γλυκύτατο άνθρωπο, με ευαισθησίες, αν και κάπου στο βάθος των ματιών του μια ανησυχία, όχι για τον ίδιο, αλλά ευρύτερα, για τους νέους που είχε αναλάβει να διδάσκει,  για τους συμπολίτες του, για την κοινωνία. Και νομίζω ότι σε αυτή του την «ανησυχία» προσπάθησε να δώσει διέξοδο, με την παρουσία του στο ελληνικό κοινοβούλιο.

Έκτοτε, οι συναντήσεις μας σπάνιες. Μερικά χρόνια πριν, είχα γράψει μια δικαιολογημένα θετικότατη κριτική για τον ίδιο και την παράσταση στην οποία πρωταγωνιστούσε. Κάποιον καιρό  αργότερα συναντηθήκαμε τυχαία στο φουαγιέ ενός θεάτρου. Μόλις με είδε πλησίασε και με εμφανή συγκίνηση, ψιθυρίζοντας ένα ακατάληπτο ευχαριστώ, έσκυψε σεμνά το κεφάλι! Τον έπιασα σφίγγοντάς του τα χέρια έχοντας κατακλυσθεί  κι εγώ από συγκίνηση και αμηχανία και έκπληξη για τον τρόπο που εξέφραζε το ευχαριστώ του για μια…κριτική. Για την ανάγκη που αισθάνθηκε να ευχαριστήσει, για την απέραντη σεμνότητα του τρόπου που εξέφρασε αυτό το ευχαριστώ του για μια απλή κριτική. Ποιος; Αυτός, ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του θεάτρου μας, με άπειρες εγκωμιαστικές κριτικές, με ερμηνείες σε ρόλους μαμούθ, ένας από τους πλέον επιδραστικούς ηθοποιούς του παλιότερου κινηματογράφου, την εποχή που υπήρχε ελληνικό σταρ σύστεμ, στο οποίο ουδέποτε βέβαια ο ίδιος εντάχθηκε. Διότι δεν του το επέτρεπε το ήθος του, η αισθητική, η ιδεολογία του. Με αυτά, τα οποία συνέπλευσαν με τη Τζένη Καρέζη κατά την κοινή τους θεατρική πορεία και συνέχισε μόνος του, μετά την απουσία της.

Από το «Μεγάλο μας τσίρκο» και τον «Εχθρό λαό» ως το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ», το «Πρόσωπο με πρόσωπο» ή το «Διαμάντια και Μπλουζ» (τελευταία παράσταση της Καρέζη) και τις επιδαύρειες «Μήδεια», «Ηλέκτρα» και «Οιδίποδα Τύραννο», το ζεύγος Καζάκου-Καρέζη δήλωνε την ποιοτική όσο και πολιτικοποιημένη του θέση για το θέατρο, χωρίς στιγμή να χάσει το ευρύ κοινό του. Και, μετά, ο Καζάκος, μόνος, θα δώσει μοναδικές ερμηνείες, μεταξύ πολλών άλλων,  σε έργα του Μπέκετ (με το υπόγειο παιγνιώδες χιούμορ του στο εξαιρετικό «Περιμένοντας τον Γκοντό»),  στον ρόλο του νομπελίστα φυσικού Νηλς Μπορ στην «Κοπεγχάγη» του Μ. Φρέιν, ως Ανακριτής στην «Ανάκριση» του Πέτερ Βάις, ως Οιδίπους στο «Οιδίποδα επί Κολωνώ», πάντα με τη χαρακτηριστική λιτότητα, αμεσότητα, ελεγχόμενη εκφραστικότητα, αλλά και τους αμφίσημους επιτονισμούς. Ξεδιπλώνοντας πίσω από τη φαινομενική απλότητα, μια καλοδουλεμένη τεχνική.

Ο Κώστας Καζάκος υπήρξε, κατά τη δική μου γνώμη, ένας από τους σημαντικότερους και πλέον ιδιάζοντες θεατρικούς ηθοποιούς της γενιάς του. Μόνο που το θέατρο είναι τέχνη εφήμερη, και ίσως μαζί με την κάθε παράσταση χάνεται ένα πολύτιμο κομμάτι του πολιτισμού μας. Τέτοιο κομμάτι υπήρξε και ο Κώστας Καζάκος. Και έτσι θα τον θυμόμαστε όσοι  τον απολαύσαμε στους ρόλους του. Και όσοι τιμηθήκαμε με την, έστω και λίγη, γνωριμία μας μαζί του: με τον άνθρωπο Κώστα Καζάκο. 

*Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών

Σχετικά θέματα

Απόψεις