Δημοσιεύεται επιστολή της Ιωάννας Τσάκωνα, εγγονής του Ιωάννη Νικολόπουλου που εκτελέστηκε με τους 200 κομμουνιστές στην Καισαριανή την 1η Μάη 1944:
«Ήταν λίγος καιρός πριν από εκείνη τη ματωμένη Πρωτομαγιά του ’44. Η Κλειώ από νωρίς ετοιμάστηκε να πάει στο επισκεπτήριο στο Χαϊδάρι να δει τον άντρα της. Ετοίμασε και τις δύο από τις τρεις κόρες της, τη μεγαλύτερη, την Βασιλική και τη δεύτερη, την Φωτεινή. Η Φωτεινή σχεδόν δεν γνώριζε τον πατέρα της. Ήταν τεσσάρων χρονών όταν τον συνέλαβαν και τον πήγαν στην Ακροναυπλία. Εκείνη την ημέρα θα τον έβλεπε..
Έφτασαν στο Χαϊδάρι από την Κοκκινιά που έμεναν. Στην πύλη ήταν κόσμος πολύς που περίμενε να δει τους δικούς τους ανθρώπους. Ήταν και ένας Γερμανός φρουρός πολύ ψηλός, σαν γίγαντας που έφραζε την πύλη. Δεν άφηναν κανένα να περάσει. Ο κόσμος διαμαρτυρόταν και φώναζε να τους αφήσουν έστω και λίγο να τους δουν. Κανένας δεν τους έλεγε γιατί τους απαγόρευαν το επισκεπτήριο.
Η Φωτεινή όμως έπρεπε να δει τον πατέρα της. Μέσα στη φασαρία των συγγενών, ξεγλίστρησε από το χέρι της μάνας της και όπως ήταν μικροκαμωμένη, περνάει κάτω από τα σκέλια του Γερμανού φρουρού και άρχισε να τρέχει με όλη της τη δύναμη μέσα στο στρατόπεδο και να φωνάζει τον πατέρα της.
– ”Θέλω να δω τον μπαμπά μου, θέλω να δω τον Νικολόπουλο τον Γιάννη”.
Ξαφνικά, κάποιος τη σταματάει και τη ρωτάει αγχωμένος:
– Ποιανού είσαι εσύ;.
– Του Νικολόπουλου του Γιάννη, θέλω να τον δω.
Την παίρνει αγκαλιά του και τρέχει. Πίσω του τρέχουν και οι Γερμανοί φρουροί που προσπαθούν να πιάσουν τη μικρή που τόλμησε να εισβάλει στο στρατόπεδο! Ο άντρας φωνάζει δυνατά: “Πηγαίντε την στον Γιάννη τον Νικολόπουλο, είναι η κόρη του!”. Και τότε σήκωσαν τη μικρή στα χέρια τους και ο ένας την έδινε στον άλλο σαν ανθρώπινη αλυσίδα μέχρι που έφτασε στο στενό κελί που ήταν ο πατέρας της. Θυμόταν ότι έτρεξε και τη γράπωσε στην αγκαλιά του! Τη γέμιζε φιλιά και το μόνο που θυμόταν μετά ήταν να της λέει: “Παιδί μου, Φωτούλα μου!”.
Οι Γερμανοί που έφτασαν από πίσω, του έδωσαν χαριστικά πέντε λεπτά.
Στο μεταξύ έξω από το στρατόπεδο, η μάνα και η αδελφή της Φωτεινής κλαίνε και φοβούνται να μην πάθει κακό το παιδί. Όταν τελικά αυτή βγήκε έξω, βρήκε τη μάνα της να κλαίει απαρηγόρητα, νομίζοντας πως δεν θα την ξαναδεί. Ρώτησε αν τελικά κατάφερε να δει τον πατέρα της. Η Φωτεινή είχε αυτή την ικανοποίηση στο βλέμμα της και έλεγε συνέχεια: “Είδα τον μπαμπά μου!”.
Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που τον είδε. Μετά θυμόταν ότι πήγαιναν στο Γ’ Νεκροταφείο και έκλαιγαν σε έναν τάφο που δεν ήξεραν αν μέσα ήταν ο δικός τους άνθρωπος. Η μάνα της έψαξε να βρει τα προσωπικά του αντικείμενα από το Χαϊδάρι, αλλά δεν βρήκε τίποτα. Τους έδιωχναν. Μετά από κάποιο καιρό κουράστηκε. Τι νόημα είχε πια; Ο άντρας της είχε χαθεί. Είχε τρεις κόρες και έπρεπε να σταθεί στα πόδια της.
Ο Ιωάννης Νικολόπουλος, του Αλεξάνδρου και της Βασιλικής, γεννήθηκε στο Μάτεσι της Ηλείας το 1903. Σε νεαρή ηλικία στην Κοκκινιά του Πειραιά παντρεύεται την Κλειώ που ήταν πρόσφυγας από τη Σμύρνη. Έκαναν τρεις κόρες. Την Βασιλική, την Φωτεινή και την Αλεξάνδρα. Το 1936 φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία ως κομμουνιστής και σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές μεταφέρθηκε στο Χαϊδάρι στις 3-9-1943, όπου την 1-5-1944 εκτελέστηκε με τους 200 στην Καισαριανή.
Η ”Φωτούλα” του ήταν η μητέρα μου, που απεβίωσε μόλις το 2019 σε ηλικία 87 ετών. Αυτή είναι η ιστορία που άκουγα συνεχώς για τον παππού μου από τα παιδικά μου χρόνια. Είναι η ιστορία που μου επιβεβαίωσε και η θεία μου η Βασιλική που θυμόταν να κλαίει και να νομίζει πως θα σκοτώσουν την αδελφή της.
Οι 200 εκτελεσθέντες της Καισαριανής είναι μέρος όλης μου της ζωής. Οι μνήμες μου από μικρή ηλικία είναι να με φέρνουν οι γονείς μου στο Θυσιαστήριο την Πρωτομαγιά και να σηκώνω την πινακίδα με το όνομα του παππού μου. Στον προσκλητήριο των νεκρών θυμάμαι πάντα τον πατέρα μου (αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης) να φωνάζει με στιβαρή φωνή ”ΠΑΡΩΝ”! Πώς θα μπορούσα άλλωστε να μη μιλήσω για εσένα; Έχω το όνομά σου.
Αν ζούσε σήμερα η μητέρα μου θα έκλαιγε απαρηγόρητα βλέποντας τις φωτογραφίες από την εκτέλεση. Εγώ όμως είμαι εδώ, με ένα βάρος στο στήθος μου και με μια αγωνία μήπως και δω και αναγνωρίσω το πρόσωπό σου παππού!
82 χρόνια μετά και είστε εδώ…
Είστε “ΠΑΡΩΝ”!
Η εγγονή σου.
Ιωάννα Τσάκωνα».