Οι κίνδυνοι για την καπιταλιστική οικονομία ονομάζονται “προκλήσεις” και η αντιλαϊκή επίθεση για να διασφαλιστούν τα επιχειρηματικά κέρδη ονομάζεται “δημοσιονομική σταθερότητα”. Η ενδιάμεση έκθεση του 2025 για τη Νομισματική Πολιτική, που κατέθεσε χτες στη Βουλή των Ελλήνων και στο Υπουργικό Συμβούλιο ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννης Στουρνάρας, λέει ακριβώς αυτό… Να συμπιεστεί το εργασιακό κόστος προκειμένου να διασωθεί η καπιταλιστική οικονομία.
Βέβαια, διατυπώνεται πιο κομψά: “η αύξηση των αμοιβών πρέπει να είναι συμβατή με την εξέλιξη της παραγωγικότητας, ώστε να αποφεύγεται η υπέρμετρη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας που θα υπονόμευε την ανταγωνιστικότητα. Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητο να αυξηθεί το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό γυναικών, νέων, μεγαλύτερων σε ηλικία και συνταξιούχων“. Σε απλά ελληνικά, εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και δουλειά για τους συνταξιούχους μέχρι τελικής πτώσεως.
Η έκθεση αναφέρεται κατ’ αρχήν στις λεγόμενες “προκλήσεις” που αντιμετωπίζει η οικονομία: “Η αβεβαιότητα από τις εύθραυστες διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου Ρωσίας – Ουκρανίας», «ο επίμονος πληθωρισμός» αλλά και ο «τυχόν χαμηλότερος του αναμενόμενου ρυθμός απορρόφησης και αξιοποίησης των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης». Τα ζόρια λοιπόν παραμένουν και το μέλλον που διαγράφεται είναι αβέβαιο παρά τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης, κάτι που καταγράφεται πιο αναλυτικά παρακάτω ως εξής: «Συνολικά, ο κίνδυνος επιβράδυνσης των ρυθμών ανάπτυξης μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης, η χαμηλή παραγωγικότητα, το υφιστάμενο επενδυτικό κενό, τυχόν καθυστερήσεις στην απορρόφηση των υπολειπόμενων κοινοτικών πόρων, η βραδεία αλλαγή του παραγωγικού προτύπου, οι πιέσεις στην αγορά εργασίας και στα πραγματικά εισοδήματα, η δυσκολία εύρεσης προσιτής κατοικίας, η δημογραφική κρίση, η στάσιμη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος συγκροτούν ένα σύνθετο πλέγμα προκλήσεων”.
Και συνεχίζει με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να βελτιωθούν “το επιχειρηματικό και θεσμικό περιβάλλον καιη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας” ώστε να αυξηθεί “η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής».
Τα μέτρα που προτείνονται είναι: Ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, που σημαίνει συνέχιση μέτρων που θωρακίζουν τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων και γκρεμίζουν περαιτέρω τα εργασιακά δικαιώματα. Θωράκιση της μακροοικονομικής και δημοσιονομικής σταθερότητας, δηλαδή συνέχιση και ένταση της πολιτικής των «ματωμένων» πλεονασμάτων, της φοροαφαίμαξης των νοικοκυριών, των πενιχρών μισθών και των συντάξεων πείνας. Και τέλος, διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και βιωσιμότητας μακροπρόθεσμα, που σημαίνει κάποια μέτρα ψίχουλα, αναδιανομή της φτώχειας και παρεμβάσεις για όσους βρίσκονται στα όρια της εξαθλίωσης, όπως και ενίσχυση του «κοινωνικοεταιρισμού» για την υποταγή των εργαζομένων.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας, οι προτάσεις πολιτικής που καταθέτει, «συγκροτούν», όπως λέει, “ένα συνεκτικό πλαίσιο για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας σε ένα περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας και εμπορικού προστατευτισμού“. Και σημειώνει πως “όσο κρίσιμες και αν είναι όμως οι εθνικές πολιτικές, δεν επαρκούν πλέον από μόνες τους”.
Αναφορικά με τα μεγέθη της οικονομίας διαπιστώνει ότι “ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 2026 και το 2027 θα διαμορφωθεί στο 2,1% για να υποχωρήσει οριακά στο 2% το 2028″. Ακόμα, σύμφωνα με την ΤτΕ, οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα αυξηθούν με υψηλό ρυθμό 7,3% το 2025-26, ενώ με το πέρας της περιόδου εφαρμογής του NextGenerationEU το 2027-2028, ο ρυθμός αύξησής τους θα μετριαστεί. Ο πληθωρισμός το 2025 αναμένεται να παραμείνει υψηλός σε 2,8% και προβλέπεται ότι θα υποχωρήσει αισθητά στο 2,1% το 2026. Ωστόσο, ο πληθωρισμός στα τρόφιμα και στην Ενέργεια αναμένεται να παραμείνει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.