ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ Χωρίς κατηγορία • 16 Αυγούστου 2014

Ακούστε τον Κώστα Βάρναλη να διαβάζει τα ποιήματα του: Πρόλογος (από το έργο του «Σκλάβοι πολιορκημένοι»), Η έφοδο και Οι Κένταυροι.
Ακολουθούν οι στίχοι των ποιημάτων.

Πρόλογος

Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός.

Κι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός

μπρος στο κάθε τραπεζάκι. — «Γεια σου, Κωνσταντή βαρβάτε»!

— Καλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε;

Ένας σού ’δινε ποτήρι κι άλλος σού ’δινεν ελιά.

Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελειά.

Κι αν σε πείραζε κανένας, — αχ, εκείνος ο Τριβέλας! —

έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.

Χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά…

Η ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.

Τάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;

Αχ, πού ’σαι, νιότη, που ’δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!

 

Η Έφοδο (Ένας σκεφτικιστής)

 

Πάλι μπόρεσε το γόνα

αψηλά να με βαστήξει

και ψηλότερ’ απ’ το σώμα

η ψυχή μου να πηδήξει.

Στριμωγμένοι αγκών’ αγκώνα

στο βαθύ μπροστά τον τράφο

πάμε από ’να σ’ άλλον τάφο.

Και να γίνετ’ άλλοι τόσοι,

σας βαστάει το σώμα, πόνοι!

Τ’ άδικου θανάτου η γνώση

φορές χίλιες με σκοτώνει.

Να ’χε πριν ο Θεός σκοτώσει

το μυαλό μου, το μυαλό μου

να μη γρίκαα το χαμό μου.

Ω! πώς σφίγγουν τα σαγόνια

και πώς πνίγουν την αγκούσα!

Όλα της ζωής τα χρόνια

γίνονται στιγμή παρούσα.

Κίτρινοι σαν τα λεμόνια

ίσκιοι ανθρώπινοι — ο αγέρας

θαν τους λιώσει της ημέρας…

Τετρανοίξανε τα μάτια

μέσα στο πηχτό σκοτάδι.

Φλόγες κόκκινες τα μάτια

σ’ ένα καρφωτά σημάδι.

Η ψυχή μπροστά απ’ τα μάτια

βγήκε τρέμοντας, — μακριά της

τον οχτρό ξυπνά η φωτιά της.

Γύρω μου ζητώ ένα χέρι

να με σφίξει, ναν το σφίξω.

Άντροι και παιδιά και γέροι

το τραβούν, ως τους αγγίξω.

Ένας τον αλλό δεν ξέρει.

Πόσο οι ανθρώπ’ είναι μόνοι,

σίντα ο φόβος τούς ενώνει!

Τα ματάκια μου κλειδώνω

και στην άβυσσο απολυέμαι.

Μάιδε φόβο, μάιδε πόνο

νιώθω πια και συλλογιέμαι,

τι πολύ μακριά ξαμώνω:

αν η τύχη μάς φυλάξει,

μοναχά ο οχτρός θ’ αλλάξει.

 

 

 

Κένταυροι

 

Σε θεμωνιές, πηγάδια ή σε κουφάλες

ελιών τρυπώστε, ω Θεσσαλές, που λάβρη

σκιρτά η καρδιά σας· όλοι αφρό και γαύροι

με τις στερνές κατηφοράνε στάλες

της βροχής, καταρράχτες, οι Κενταύροι

με πηδήματα οργιές, κραξές μεγάλες

απ’ των φαράγγων μέσα τις διχάλες

κάτασπροι, κατακόκκινοι και μαύροι.

Αλιφασκιά, θυμάρι, χαμομήλι

καπνίζοντας και στα ίδια τους καπούλια

καβάλα, μες στων σύγνεφων τα τούλια

ορθοί και ανάεροι στάθηκαν σαν ήλιοι

και με ρουθούνια πίνουν ματωμένα

τα μύρα των κορμιώ σας τ’ αναμμένα.

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email