Περί ορθολογισμού και άλλων φαντασιώσεων

«Σοκ και δέος» φαίνεται να χαρακτηρίζουν την κυβέρνηση, μπροστά στην επιμονή των δανειστών να επιμένουν στο λάθος τους. Και δεν επιμένουν απλώς: αρνούνται οποιαδήποτε συζήτηση, οποιαδήποτε αλλαγή, οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτό που ξεκίνησε μια ανοιξιάτικη μέρα στο Καστελόριζο. Το γεγονός ότι οι διάσημοι «δείκτες της οικονομίας» τους διαψεύδουν, δεν έχει καμία σημασία. Ο ασθενής πεθαίνει, αλλά, απλώς, το φάρμακο δεν είναι αρκετό, χρειάζεται μεγαλύτερη δόση (λένε…).

Οι μονότονες επικλήσεις του Γιάνη Βαρουφάκη στον «ορθό λόγο που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη», έχουν αρχίσει να αποκτούν χροιά κακόγουστου αστείου. Κανείς ορθολογισμός δεν φαίνεται να χαρακτηρίζει την άλλη πλευρά· ή μήπως, λείπει ο ορθολογισμός από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ; Αλλιώς: υπάρχει ένας, ενιαίος ορθολογισμός; Ένας μόνο τρόπος ορθής σκέψης; Αυτό που κάποιοι κοινωνικοί επιστήμονες ονομάζουν «διϋποκειμενικότητα», ότι δηλαδή, εσύ κι εγώ μοιραζόμαστε μια κοινή εικόνα του πώς είναι ο κόσμος, υπάρχει; Γιατί, αν δεν υπάρχει, αν είναι απλώς ένα βολικό εφεύρημα, τότε μπορεί να παραπλανήσει και να οδηγήσει στην καταστροφή όποιον το πιστεύει. Κι αυτή μπορεί να είναι η τύχη του ΣΥΡΙΖΑ, αν – παρά τις επανειλημμένες διαψεύσεις – συνεχίζει να επιμένει στο σενάριο που έστησε μετά το 2012.

Ας το ξεκαθαρίσουμε: η επιμονή των δανειστών, από την πλευρά τους, είναι απολύτως ορθολογική. Όπως θα επανελάμβανε κι ο Βενιζέλος: απολύτως! Απλώς, η εικόνα που έχει η Γερμανία κι οι δορυφόροι της για το μέλλον της ΕΕ, είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν που θα επιθυμούσαν οι Έλληνες. Δεν είναι προσωπικό, δεν είναι «ανθελληνικό» και δεν είναι συνομωσία· είναι, μόνο, διαφορετικότητα. Και δεν ανήκει στις διαφορετικότητες τις οποίες «έχει μάθει να συμβιβάζει η ΕΕ με διάλογο». Διότι, αμφισβητείται ακριβώς αυτό το δόγμα: οι διαφορετικότητες, στην σημερινή Ευρώπη των «εταίρων» μας, δεν είναι πλέον αντικείμενο συμβιβασμού, αλλά συσχετισμών δυνάμεων. Έτσι, αυτό που στην Ελλάδα εμφανίζεται σαν παράλογο, στην άλλη πλευρά εμφανίζεται σαν κοινή λογική. Και με τον όρο «άλλη πλευρά», αναφέρομαι ακριβώς στην πολιτική ελίτ που κυβερνά την Ευρώπη και στο συμπαγή γραφειοκρατικό πυρήνα των Βρυξελλών, που βρίσκεται σε σφιχτό εναγκαλισμό με οργανωμένες ομάδες προώθησης συμφερόντων (lobbies).

Αν δηλαδή, σταθούμε στην άλλη πλευρά, π.χ. στην πλευρά της Μέρκελ, τι θα μπορούσαμε να δούμε; Μια ανθούσα οικονομία, που της προσφέρει πολιτική σταθερότητα, τη δυνατότητα να δίνει κάποιες (χαμηλές μεν, αλλά ως φαίνεται ανεκτές) αυξήσεις στους Γερμανούς εργαζόμενους, να δανείζεται με χαμηλά έως αρνητικά επιτόκια, να κερδίζει επιπλέον κι από την κρίση του Νότου, να επεκτείνει και να ισχυροποιεί τις συμμαχίες της με άλλες χώρες του Βορρά. Να προωθεί ένα καλό «πλασάρισμα» της χώρας της στην παγκοσμιοποίηση, να κάνει τη Γερμανία διεθνή παράγοντα, σε μια βάση αρκετά ασφαλέστερη από εκείνη που παρέχουν οι …αξιόπιστες ηλεκτρικές κουζίνες, τα πλυντήρια και τα αυτοκίνητα. Μια χώρα που συμμαχεί με όποιον την συμφέρει, κι όλοι, τουλάχιστον στην ΕΕ. θα ήθελαν να συμμαχήσουν μαζί της.

Θα βλέπαμε και την Ελλάδα βεβαίως με Γερμανικά μάτια. Μια χώρα διεφθαρμένων, τεμπέληδων κι ανοργάνωτων, που έχουν καλομάθει να τρώνε τις κοινοτικές χρηματοδοτήσεις, να αλληλολαδώνονται, και να αντιμετωπίζουν με αδιαφορία την οικονομική καταστροφή της χώρας τους. Μια χώρα, οι κάτοικοι της οποίας, σε μια επίδειξη της ανευθυνότητας που τους διακρίνει, εξέλεξαν ένα ακραίο …κομμουνιστικό (!!) κόμμα στην κυβέρνηση. Ένα κόμμα λαϊκιστικό, που έδωσε υποσχέσεις στους Έλληνες πολίτες τις οποίες δεν μπορεί να υλοποιήσει, παρά μόνο απειλώντας το ντουλάπι που ο καλός, συνετός, υπεύθυνος και υπάκουος Γερμανός πολίτης, φυλάει το σναπς και τα λουκάνικα της χρονιάς του· τη σύνταξή του· και, κυρίως, το εκλογικό του βιβλιάριο.

Για να μην μακρηγορώ: είναι περισσότερα αυτά που η Γερμανία κι οι σύμμαχοί της έχουν να χάσουν εάν ανεχτούν την Ελλάδα και τον ΣΥΡΙΖΑ, παρά εκείνα που θα απωλέσουν εάν επέλθει ρήξη. Πολύ περισσότερο, που η ρήξη μπορεί να παρουσιαστεί από την πλευρά των «εταίρων» και σαν «απολύμανση» της Ευρωζώνης. Διότι, οι σύμμαχοι που ο ΣΥΡΙΖΑ ανέμενε, η διαβόητη «συμμαχία των χωρών του Νότου», δεν φαίνεται να εμφανίζεται. Οπότε, το ρίσκο για τη Γερμανία είναι μικρότερο από αυτό που είχε υποτεθεί.

Συμπερασματικά λοιπόν, ορθολογισμός δεν υπάρχει. Κάθε πλευρά, έχει τον δικό της «ορθό λόγο» και κανείς δεν μπορεί – ούτε και θέλει – να μπει στη θέση του άλλου. Οι στόχοι διαφέρουν και οδηγούν σε αποκλίνουσες τροχιές, κι η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί – και με ευθύνη του αφηγήματος της «ισχυρής Ελλάδας» του Σημίτη – δείχνει πως ό,τι συμφέρει τη μια πλευρά, είναι καταστροφικό για την άλλη. Είναι αδιάφορο π.χ. το αν η Γερμανία δεν πρόκειται «πραγματικά» να καταστραφεί από το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Η Γερμανία, όπως όλα δείχνουν, αντιλαμβάνεται την οποιαδήποτε υποχώρηση εκ μέρους της ως καταστροφή και τότε, λογικά, προσπαθεί να την αποφύγει. Το γεγονός ότι η Ελλάδα βιώνει την καταστροφή της, είναι αδιάφορο: δεν είναι – και πρέπει να το καταλάβει η Αθήνα – Γερμανικό πρόβλημα, ούτε Ευρωπαϊκό.

Τότε λοιπόν, το δεύτερο που πρέπει να καταλάβει η κυβέρνηση, είναι ότι μόνον η Ελλάδα – και κανείς άλλος – μπορεί να σώσει την Ελλάδα. Που σημαίνει ότι, η κυβέρνηση πρέπει επιτέλους να στραφεί στους πολίτες. Όχι ζητώντας απλώς «να διαδηλώσουν», στηρίζοντας όσα λέγονται πίσω από κλειστές πόρτες στις Βρυξέλλες, αλλά ενημερώνοντας λεπτομερώς και υπεύθυνα για το πώς έχουν τα πράγματα και ποιες δυνατότητες υπάρχουν. Το σχέδιο, «επίθεση λογικής», απέτυχε. Το σχέδιο, «να στηριχθεί το ευρωπαϊκό όραμα», κατέρρευσε. Το σχέδιο, «θα ξεσηκωθούν οι καταπιεσμένοι», ναυαγεί.

Όμως, η Ελλάδα έχει κυβέρνηση, που ακόμη διαθέτει κοινωνικό κεφάλαιο, κι η οποία έχει μια συγκεκριμένη δουλειά να κάνει: να σώσει την κοινωνία, από αυτό που την καταστρέφει, εδώ και πέντε χρόνια. Κι οφείλει να το κάνει , επιτέλους. Κι ο μόνος τρόπος για να γίνει, είναι να συζητηθούν πλέον, τώρα κι όχι αργότερα, όλες οι προοπτικές, χωρίς προκαταλήψεις και ταμπού. Για να μπορέσουν να αποφασίσουν οι πολίτες, τι θέλουν από την κυβέρνησή τους και τι συνέπειες θα έχει η απόφαση αυτή για όλους. Το σίγουρο είναι, ότι η απόφαση «λύση εντός ευρώ» δεν δικαιώνεται μέχρι στιγμής. Και, επειδή το μνημόνιο είναι εδώ, λειτουργικό και υγιέστατο, δεν υπάρχει χρόνος για άλλες καθυστερήσεις.

Να θυμηθούμε τέλος, ότι οι «Εκατόν ημέρες» του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, δεν τελείωσαν όπως ο ίδιος προέβλεπε.

*Ο Θωμάς Μαυροφίδης διδάσκει Συστημική Θεωρία και Πληροφορική, στο Παν. Αιγαίου

Ετικέττες: , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email