Δημοκρατία, τέλος. Πληρώστε τον λογαριασμό.

Ο Χρίστος Χαραλαμπόπουλος γράφει για τον «Ημεροδρόμο»

Τα ελληνικά ΜΜΕ την εποχή του μνημονίου, όταν κοιτούν έξω από την Ελλάδα ανακαλύπτουν ή αναδεικνύουν εδήσεις που συμφέρουν ή εξυπηρετούν την κυβέρνηση. Αυτή τους εγγυάται δάνεια και φοροαπαλλαγές αυτήν στηρίζουν. «Εντιμα» πράγματα. Ετσι, τους «ξέφυγε» μία έκθεση της ερευνητικής ομάδας της JP Morgan που αποκάλυψε πέρυσι στις αρχές Ιουνίου ο Leigh Phillips, δημοσιογράφος του Observer, σχετικά με την κατάσταση στην ζώνη του ευρώ. Σύμφωνα με τους εισηγητές της JP Morgan, η ευρωζώνη είναι περίπου στα μισά της περιόδου προσαρμογής και η λιτότητα είναι πιθανό να είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του τοπίου «για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα». Αυτό όμως που είναι πολύ ανησυχητικό είναι ο προκλητικός κυνισμός της έκθεσης που “ανακαλύπτει” πως το σημαντικότερο πρόβλημα σήμερα στην Ευρώπη για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας είναι το «πλεόνασμα δημοκρατίας που υπάρχει σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες και πρέπει να περικοπεί».

Για τους συγγραφείς της έκθεσης David Mackie και Malcolm Barr «τα πολιτικά συστήματα στην ευρωπαϊκή περιφέρεια θεμελιώθηκαν μετά το τέλος δικτατοριών και ορίστηκαν από αυτή την εμπειρία. Τα συντάγματα στις χώρες αυτές έχουν την τάση να δείχνουν μια ισχυρή σοσιαλιστική επιρροή, γεγονός που αντικατοπτρίζει την πολιτική δύναμη που αριστερών κομμάτων που αποκτήθηκε μετά την ήττα του φασισμού». Για την JP Morgan τα pinko (φιλοκομμουνιστικά) συντάγματα στον ευρωπαϊκό νότο, ήταν αυτά που εξέθρεψαν τα δημοσιονομικά προβλήματα προτάσσοντας τα δικαιώματα των εργαζομένων. «Οι αδυναμίες της πολιτικής τους κληρονομιάς αποκαλύφθηκαν κατά την διάρκεια της κρίσης, αφού οι χώρες της περιφέρειας έχουν μόνο εν μέρει πετύχει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, καθώς οι προσπάθειες περιορίζονται από τα ίδια τους τα συντάγματα, όπως για παράδειγμα στην Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ελλάδα όπου παρατηρείται άνοδος λαϊκίστικων κομμάτων».

Δεν είναι βαθυστόχαστη διαπίστωση αυτή που ακολουθεί αλλά –νομίζω- πως το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί, δεν είναι «δημοκρατία ή αγορά;». Ούτε πολύ περισσότερο η αντιφατική μπαλαφάρα της «δημοκρατίας της αγοράς». Αυτά, αν το έχετε ξεχάσει, έχουν απαντηθεί εδώ και χρόνια. Από τον Μάιο του 1998 όταν οι ηγέτες των «15» –τότε– της Ε.Ε. στην έκτακτη σύνοδο των Βρυξελλών πανηγύριζαν τη γέννηση του ενιαίου νομίσματος και τη θεσμοθέτηση της απόλυτης εξουσίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (που αποκτούσε το δικαίωμα να μη λογοδοτεί πουθενά και σε κανέναν), όταν δηλαδή οι Ευρωπαίοι πολιτικοί υπέγραφαν το δικό τους Βισί, παραδίδοντας την εξουσία που τους είχαν εμπιστευθεί οι πολίτες στους τραπεζίτες. Αυτούς τους τραπεζίτες που μας εξαναγκάζουν τώρα να σώσουμε, δηλαδή να πληρώσουμε, τα χρέη τους. 
Εκείνη τη χρονιά, τρεις μήνες μόλις μετά τη σύνοδο των Βρυξελλών, ο διοικητής τότε της πανίσχυρης κεντρικής γερμανικής τράπεζας, της Bundesbank, ο Χανς Τιτμάγιερ (ο οποίος μιλούσε σπάνια), δήλωσε ότι οι κυβερνήσεις της Ευρώπης επέλεξαν επιτέλους τον δρόμο της παραίτησης από τις θεμελιώδεις εξουσίες λήψης αποφάσεων, μεταβιβάζοντάς τες στους «νομισματικούς εμπειρογνώμονες».

Πρόκειται, είχε πει, ο Τιτμάγιερ, για μία πολιτική που προκρίνει το «μόνιμο δημοψήφισμα των παγκόσμιων αγορών» σε σχέση με το πιο αυτονόητο δημοψήφισμα της κάλπης, στο οποίο οι «νομισματικοί εμπειρογνώμονες» είναι αναρμόδιοι. Δηλαδή, πόσο πιο καθαρά μπορούσε να το πει ο άνθρωπος; Τι να πει; Οτι από εκείνη την στιγμή και μετά, η εξουσία περνούσε στα χέρια μίας οικονομικής ολιγαρχίας που θα υπεράσπιζε τα δικά της συμφέροντα, τα οποία βρίσκονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα των πολιτών. Τρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2001, η Άνγκελα Μέρκελ πρότεινε ένα νέο πρότυπο, την « marktkonforme demokratie » (δημοκρατία συμβατή με την αγορά), το οποίο προσδιόρισε κάπως έτσι : « Η κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού είναι προνόμιο του Κοινοβουλίου, πρέπει όμως να βρούμε τρόπους, ώστε η δημοκρατική αυτή απαίτηση να είναι συμβατή με τις επιταγές της αγοράς ». Η αγορά είναι πλέον το σημείο αναφοράς : τις εκλογικές αποφάσεις δεν τις παίρνουν πια οι πολίτες αλλά τα χρηματιστήρια, οι τράπεζες και οι κερδοσκόποι. Η νέα αυτή αντιδημοκρατική φιλοσοφία έχει κερδίσει την γραφειοκρατική Ευρώπη. Μεταφράζεται σε νόμους και συνθήκες που περιορίζουν όλο και περισσότερο το περιθώριο ελιγμών των κυβερνήσεων και λειτουργούν ως « αυτόματος πιλότος » για να καθυποτάξουν τις κοινωνίες και να τις οδηγήσουν με υφέρποντα και μυστικό τρόπο προς μια “ομόσπονδη” Ευρώπη. Τι είδους ομοσπονδία, όμως; Μήπως αυτή των χωρών που είναι υποταγμένες στην εξωθεσμική επιβολή της Γερμανίας σε ένα πολιτικό και οικονομικό πείραμα που εξελίσσεται σε τερατογέννεση; Και κυρίως, ένα πείραμα που πρέπει να καταργήσει την δημοκρατία, ακόμη και αυτήν την αστική, κοινοβουλευτική δημοκρατία για να επιβληθεί και να εγκαινιάσει τον μεσαίωνα του 21ου αιώνα;

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email