Το Βρετανικό Μουσείο κάθε άλλο παρά φημίζεται για την ενδεδειγμένη προστασία των κλεμμένων Μαρμάρων του Παρθενώνα που επιμένει να κρατάει με το ψευδές επιχείρημα ότι η παρουσία τους εξασφαλίζει πως θα τα δουν εκατομμύρια επισκέπτες.
Το “φιλανθρωπικό” ελιτίστικο δείπνο υπό τον τίτλο “Pink Ball” που διοργανώθηκε, το περασμένο Σάββατο από τη διοίκηση του Μουσείου μέσα στη αίθουσα των Γλυπτών και τα οποία αποτέλεσαν το ιδανικό φόντο εκκεντρικών πλουσίων που “νοιάζονται” για τους “μη ευνοημένους” του κόσμου τούτου, είναι ένα ακόμα συμβάν για το πως αντιλαμβάνεται το Βρετανικό Μουσείο (και όχι μόνο…) τη παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Με αγοραίους όρους, εμπορικές τακτικές και διαφημιστικά τερτίπια.
Στο δείπνο υπό τον τίτλο Pink Ball, που αποτελούσε φόρο τιμής στην έκθεση του μουσείου «Αρχαία Ινδία: Ζωντανές Παραδόσεις» και οι καλεσμένες πήγαν ντυμένες στα ροζ, παραβρέθηκαν μεγιστάνες και κοσμικοί παρατρεχαμένοι – συνολικά 800! – που πλήρωσαν μάλιστα αντίτιμο έως και 2.000 λίρες για την είσοδό τους. Διοργανώθηκε από τον διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου Νίκολας Κάλιναν και την Ινδή μεγιστάνα Ίσα Αμπάνι και τα τραπέζια στήθηκαν μπροστά και ανάμεσα στα ελληνικά γλυπτά.
Να θυμίσουμε ότι στο παρελθόν, στον ίδιο χώρο, με ντεκόρ τα Γλυπτά του Παρθενώνα είχε πραγματοποιηθεί η επίδειξη μόδας του Τούρκου σχεδιαστή Ερντέμ Μοραλίογλου.
Το Βρετανικό Μουσείο “ψάχνει” χρηματοδότες
Βέβαια, εδώ πρέπει να πούμε πως σύμφωνα με τα Βρετανικά ΜΜΕ η δεξίωση θα βοηθήσει στην άντληση «ζωτικών κεφαλαίων» για τις διεθνείς συνεργασίες του, συμπεριλαμβανομένων των σχεδίων για τη φιλοξενία της ταπισερί Bayeux του 11ου αιώνα τον επόμενο χρόνο, δανεισμένης από τη Γαλλία.
«Καθώς η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου συνεχίζει να μειώνει τη δημόσια χρηματοδότηση για τα μουσεία, τα πολιτιστικά ιδρύματα της χώρας σπεύδουν να υιοθετήσουν μοντέλα συγκέντρωσης χρημάτων αμερικανικού τύπου, συμπεριλαμβανομένων γκαλά και κληροδοτημάτων», έγραψε η δημοσιογράφος του μουσείου Jo Lawson-Tancred στον ιστότοπο αγοράς τέχνης Artnet.
Πρόκειται για την κυνική απόσυρση του κράτους – συμβαίνει και στα καθ’ ημάς – από την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, την οποία παραδίδει σε χορηγούς – “ευεργέτες” και εταιρείες. Είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος που οδήγησε στα τραγικά κενά ασφάλειας στο Μουσείο του Λούβρου. Μουσεία με πετσοκομμένη χρηματοδότηση και μετατροπή τους σε εμπορικές επιχειρήσεις.
Το ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού και η επιλεκτική “αμνησία
Η υπουργός Πολιτισμού, Λ. Μενδώνη ορθώς καταδίκασε το γεγονός ως εξής: «Τέτοιες ενέργειες είναι προσβλητικές για τα πολιτιστικά αγαθά και θέτουν σε κίνδυνο τα ίδια τα εκθέματα. Κατ´ επανάληψη και διαχρονικά το Υπουργείο Πολιτισμού έχει καταδικάσει τα δείπνα, τις δεξιώσεις και τις επιδείξεις μόδας που διοργανώνονται στους χώρους των Μουσείων, στους οποίους εκτίθενται μνημεία και έργα τέχνης. Τέτοιες ενέργειες είναι προσβλητικές για τα πολιτιστικά αγαθά και θέτουν σε κίνδυνο τα ίδια τα εκθέματα. Αυτό ακριβώς έπραξε το προηγούμενο Σάββατο, η Διοίκηση του Βρετανικού Μουσείου, χρησιμοποιώντας για μία ακόμη φορά τα Γλυπτά του Παρθενώνα ως διακοσμητικά στοιχεία για το δείπνο που οργάνωσε. Η ασφάλεια, η ακεραιότητα και η ηθική των μνημείων θα έπρεπε να αποτελεί το κύριο μέλημα του Βρετανικού Μουσείου, το οποίο για μια ακόμη φορά επιδεικνύει προκλητική αδιαφορία».
Αλλά αν το Υπουργείο Πολιτισμού ήθελε – που δεν θέλει – να είναι συνεπές ως προς τις κρίσεις και αντιδράσεις του – θα έπρεπε να μην έχει επιτρέψει, αδειοδοτήσει ή ανεχτεί ανάλογες διαφημιστικού και αγοραίου χαρακτήρα εκδηλώσεις. Δηλαδή εμπορική χρήση μουσείων και μνημείων με οικονομικό αντίτιμο.
Και δεν είναι λίγες αυτές… Θυμίζουμε:
- Επίδειξη μόδας στο Ναό του Απόλλωνα στο Σούνιο
- Το Καλλιμάρμαρο και ο ναός του Διός στην Νεμέα φιλοξένησαν επίσης επίδειξη μόδας του Οίκου Ντιόρ
- Φωτογράφιση μοντέλων του οίκου Ντιόρ στην Ακρόπολη
- Γαμήλια δεξίωση της οικογένειας Γλύξμπουργκ στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας. Μάλιστα ότι στην εν λόγω απόφαση η αναφορά στο πρόσωπο της διοργανώτριας αναγράφεται ως “Hendes Majestaet Dronning Anne – Marie”, σε ακριβή μετάφραση από τα δανέζικα “Αυτής Μεγαλειότητα, Βασίλισσα Άννα Μαρία”.
Αυτά για την επιλεκτική μνήμη ή… αμνησία του Υπουργείου Πολιτισμού.
Οσο για τη Μαρέβα Μητσοτάκη, η οποία επίσης στηλίτευσε το δείπνο στο Βρετανικό Μουσείο, να σημειώσουμε ότι συνήθως, αν είναι να καταδικάσουν…, καταδικάζουν οι πρωθυπουργοί ως θεσμός και όχι οι σύζυγοι αυτών ως … “παρα – θεσμός”! Βέβαια, η ίδια μαζί με τον Κ. Μητσοτάκη πριν γίνει πρωθυπουργός και τη Λίνα Μενδώνη πριν γίνει υπουργός οργάνωναν συναντήσεις για την τύχη του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου!