Απόψεις

Ο φασίστας Μπολσονάρο, το αγαπημένο παιδί των αγορών ως «νέος Πινοσέτ»

Ο φασίστας Ζαΐρ Μπολσονάρο, νικητής του α’ γύρου των εκλογών στη Βραζιλία και σύμφωνα με τη συντριπτική πλειονότητα των δημοσκοπήσεων επικρατέστερος και για την επικράτηση στον δεύτερο γύρο που πραγματοποιείται αύριο Κυριακή 28 Οκτωβρίου, αποτελεί αγαπημένο παιδί των αγορών.

Ο Μπονσονάρο σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπος με τον κεντροαριστερό Φερνάντου Αντάτζι, ενόψει δεύτερου γύρου και παρά τις εκκλήσεις εντός της χώρας για αποτροπή της «φασιστικής απειλής», φαίνεται ότι κερδίζει συνεχώς έδαφος.

Η άρχουσα τάξη της Βραζιλίας, οι γύπες των αγορών, το ΔΝΤ, τεράστιοι μονοπωλιακοί όμιλοι, αλλά και η κυβέρνηση των ΗΠΑ στηρίζουν πολλαπλώς το Μπολσονάρο. Στη μεγαλύτερη οικονομία της Λατινικής Αμερικής και έκτη ισχυρότερη οικονομία του πλανήτη (πριν το ξέσπασμα της κρίσης), ένα νέο «πείραμα» βρίσκεται προ των πυλών.

Η βραζιλιάνικη φασιστική ακροδεξιά, συνδυάζει τον λαϊκιστικό συντηρητισμό με μια άκρως νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική. Ένα «μοντέλο» που στα πλαίσια του καπιταλισμού, κερδίζει έδαφος σε πολλές περιοχές του πλανήτη. Από τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ, μέχρι την Ευρώπη της ανόδου των ακροδεξιών κομμάτων που αναρριχήθηκαν μέχρι και σε κυβερνητικούς συνασπισμούς. Η νέα στρατηγική βασίζεται στην ακραία ρητορεία, το ρατσισμό, τον αυταρχισμό σε συνδυασμό με την εφαρμογή μιας ακραίας οικονομικής πολιτικής προς όφελος των μονοπωλίων.

Στην περίπτωση της Βραζιλίας η προηγούμενη κεντροαριστερή διακυβέρνηση Λούλα που προωθούσε πολιτικές για την εφαρμογή ενός «καλύτερο καπιταλισμού», βυθίστηκε με την έκρηξη της καπιταλιστικής κρίσης. Γκρεμίστηκε γιατί ακριβώς αυτό που αποκαλούσαν «καλύτερο καπιταλισμό» – με κάποιους να σπεύδουν να τον βαφτίσουν ακόμα και σαν πρώιμο «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό» – χτίστηκε πάνω στις δομές του εκμεταλλευτικού συστήματος. Το υπηρέτησε. Δεν τον αμφισβήτησε ποτέ και ως επακόλουθο βρέθηκε στον «κυκλώνα» των κρίσεων του.

Οι παροχές που δόθηκαν στα πιο φτωχά στρώματα της Βραζιλίας εξανεμίστηκαν με την εκδήλωση της κρίσης του 2014-2016. Όπως και άλλοι κεντροαριστεροί ηγέτες της Λατινικής Αμερικής, ο Λούλα (που σήμερα βρίσκεται στη φυλακή για υποθέσεις διαφθοράς) αρκέστηκε σε προγράμματα στήριξης των πιο φτωχών στρωμάτων, αλλά την ίδια στιγμή παραχωρούσε τους πόρους της Βραζίλιας στα μονοπώλια και τους επενδυτές (Ρωσικά, Κινέζικα, Ευρωπαϊκά κεφάλαια). Όμως η κρίση και η μείωση των επενδύσεων, χτύπησε την οικονομία της Βραζιλίας και σε συνδυασμό με την αύξηση του πληθωρισμού, οδήγησε εκατομμύρια Βραζιλιάνους βαθύτερα στη φτώχεια. Η ανέχεια αύξησε και τα ποσοστά της εγκληματικότητας που στην περίπτωση της Βραζιλίας βρίσκονταν έτσι και αλλιώς σε υψηλά επίπεδα.

Ακολούθησε η πραξικοπηματική καθαίρεση από την προεδρία της διαδόχου του Λούλα, Ντίλμα Ρούσεφ –παλιάς αγωνίστριας, που είχε βασανιστεί αγρίως από τη δικτατορία – και η πολιτική κρίση έφερε στην πρώτη γραμμή τον Μπολσονάρο.

Αυτές τις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις, αξιοποίησε ο Μπολσονάρο, ο οποίος με την στήριξη της Βραζιλιάνικης αστικής τάξης αλλά και των μικροαστών βρέθηκε στο προσκήνιο. Η άνοδος του στις δημοσκοπήσεις συνοδεύτηκε από εκτίναξη των μετοχών στο χρηματιστήριο της Βραζιλίας, αφού κεφάλαια κινήθηκαν για να δημιουργήσουν ένα τεχνητό κλίμα «ευφορίας».

Ταυτόχρονα η ρητορεία του, όπως όλων των φασιστικών κομμάτων, κερδίζει έδαφος ανάμεσα και στα φτωχά λαϊκά στρώματα, στα οποία υπόσχεται καλύτερες μέρες αλλά και «τάξη και ασφάλεια». Ο Μπολσονάρο έχει προτείνει την ενίσχυση της αστυνομίας, να επιτραπεί η οπλοκατοχή από όλους, ενώ πρόσφατα εξήγγειλε ότι θα βγάλει το στρατό στους δρόμους στο όνομα της πάταξης της εγκληματικότητας. Ταυτόχρονα υπόσχεται νέες θέσεις εργασίας μέσα από την «ανάπτυξη» της οικονομίας.

Στα βήματα του Πινοσέτ

Αυτά για το πόπολο. Ο Μπολσονάρο όμως κέρδισε και την εμπιστοσύνη των αγορών. Πήρε την πλήρη στήριξη τους, όταν προσέλαβε ως οικονομικό του σύμβουλο τον Πάουλο Γκουέντες. Ποιος είναι ο Γκουέντες; Ένα από τα διαβόητα «παιδιά της σχολής του Σικάγου», που διδάχθηκαν τον νεοφιλελευθερισμό από τον πατριάρχη του, Μίλτον Φρίντμαν, τη δεκαετία του ’70, όταν το νέο δόγμα εφαρμοζόταν πειραματικά για πρώτη φορά στη Χιλή του δικτάτορα Πινοσέτ, προτού εισαχθεί στη Βρετανία της Θάτσερ, την Αμερική του Ρέιγκαν και εξαπλωθεί στην πορεία παγκόσμια.

Το οικονομικό πρόγραμμα που εισηγείται ο Γκουέντες, ο οποίος αναμένεται να γίνει και υπουργός Οικονομικών περιλαμβάνει:

— Ένα τεράστιο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων

— Ευέλικτες εργασιακές σχέσεις

— Μείωση της φορολογίας των επιχειρηματικών ομίλων

— Τερματισμό της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής στις συντάξεις

— Κατάργηση κοινωνικών προγραμμάτων.

Όλα τα παραπάνω με πρόσχημα να περιοριστεί το δημοσιονομικό χρέος της Βραζιλίας. 

Αστική τάξη, Εκκλησία και πρώην Χουντικοί στο πλευρό του

Ο Ζαΐρ Μπολσονάρο, είναι νοσταλγός της στρατιωτικής δικτατορίας (1964 – 1985) και έχει ταχθεί υπέρ των βασανιστηρίων. Υμνεί τους βασανιστές των Χουντικών! Έχει υποστηρίξει τη θανάτωση των εγκληματιών. Δεν έχει διστάσει να καλέσει τους οπαδούς του να δολοφονήσουν ακόμα και πολιτικούς αντιπάλους! Μισεί τους ομοφυλόφιλους και θεωρεί τις γυναίκες ένα είδος «αδυναμίας» της φύσης.

Το ακροδεξιό νεοφιλελεύθερο δίδυμο Μπολσονάρο – Γκουέντες έρχεται για να ισοπεδώσει και τα ελάχιστα δημοκρατικά δικαιώματα ανοίγοντας ταυτόχρονα το δρόμο σε αγορές και μονοπώλια για να λεηλατήσουν το πλούτο της χώρας.

Ο φασιστικός λαϊκισμός του Μπολσονάρο, βρίσκει απήχηση σε μεγάλο μέρος των οπαδών της Κεντροδεξιάς καθώς και των μεσαίων στρωμάτων που φτωχοποιήθηκαν.

Στο πλευρό του βρίσκεται και η Εκκλησία. Το δεύτερο όνομα του Μπολσονάρο είναι «Μεσσίας» και ο ίδιος είναι Ευαγγελιστής. Οι ευαγγελικοί, οι οποίοι αποτελούν το 29% των Βραζιλιάνων, στηρίζουν τον ακροδεξιό υποψήφιο, ο οποίος έχει υιοθετήσει και την χριστιανική ρητορική με το σύνθημα «Η Βραζιλία πάνω απ’ όλα, ο Θεός πάνω απ’ όλους»…

Κλίμα απειλών και αυταρχισμού

Δίνοντας τα πρώτα δείγματα γραφής, της επικείμενης διακυβέρνησης, οι οπαδοί (μπράβοι) του έχουν αναλάβει ήδη έργο. Δημοσιογράφοι σύμφωνα με καταγγελίες πολλών ΜΚΟ δέχθηκαν «απειλές, διωγμούς και σε ορισμένες περιπτώσεις, υπέστησαν επιθέσεις» καθόλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου.

Ανάμεσα στους δημοσιογράφους οι οποίοι κατήγγειλαν ότι δέχθηκαν απειλές είναι η Πατρίσια Κάμπους Μέλο, συντάκτρια της εφημερίδας Folha de São Paulo, η οποία κάλυψε με εκτενή ρεπορτάζ το θέμα των επιχειρηματιών οι οποίοι χρηματοδότησαν μια εκστρατεία διασποράς ψευδών ειδήσεων σε ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης με στόχο να πλήξουν τους πολιτικούς αντιπάλους του.

Η βραζιλιάνικη ένωση ερευνητών δημοσιογράφων (ABRAJI), σύμφωνα με το ΑΠΕ – ΜΠΕ, από την πλευρά της έχει καταγράψει τουλάχιστον 130 κρούσματα απειλών και επιθέσεων εναντίον δημοσιογράφων που καλύπτουν τις εκλογές μέχρι στιγμής φέτος.

Την Κυριακή το βράδυ οι κάλπες στη Βραζιλία μπορεί να φέρουν στην εξουσία ένα φασίστα και οπαδό του ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Έναν «νέο Πινοσέτ» …δημοκρατικά μάλιστα εκλεγμένο  προωθώντας ένα «πείραμα» που πιθανά τα επόμενα χρόνια να απλωθεί σε πολλές χώρες του κόσμου…

(Επισκέψεις: 1.494 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend