Σε μια πολεμοχαρή επίδειξη κυνικής αλαζονείας, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, επιβεβαίωσε ότι η Ουάσινγκτον κλιμακώνει ανοιχτά τον πόλεμο κατά του Ιράν, διαμηνύοντας πως οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις όχι μόνο «κερδίζουν», αλλά είναι έτοιμες να συνεχίσουν την αιματοχυσία επ’ αόριστον.
«Εχουμε τα αποθέματα να πολεμάμε για όσο χρειαστεί, είναι τελειωμένοι», δήλωσε αποτυπώνοντας το πολεμοχαρές πνεύμα που διαπερνά την αμερικανική ηγεσία. Οι ΗΠΑ, όπως είπε, διαθέτουν «απεριόριστο απόθεμα βομβών βαρύτητας ακριβείας», ενώ «έρχονται περισσότερα κύματα». Μια φράση που μόνο ως προαναγγελία νέων καταστροφών μπορεί να διαβαστεί.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην αντοχή των αμερικανικών συστημάτων, με τον Χέγκσεθ να καθησυχάζει για τη διάρκεια της επιχείρησης. «Η αεράμυνα η δική μας και των συμμάχων μας έχει πολύ “διάδρομο” ακόμα. Μπορούμε να στηρίξουμε αυτή τη μάχη εύκολα για όσο διάστημα χρειαστεί», δήλωσε ο υπουργός, υπογραμμίζοντας ότι η αμερικανική στρατιωτική μηχανή δεν αντιμετωπίζει προβλήματα εξάντλησης πόρων.
Ο επικεφαλής του Πενταγώνου αποκάλυψε ότι αμερικανικό υποβρύχιο βύθισε ιρανικό πολεμικό πλοίο στον Ινδικό Ωκεανό, επιβεβαιώνοντας την ήδη γενικευμένη σύγκρουση. Παράλληλα, υποστήριξε πως ΗΠΑ και Ισραήλ θα έχουν «πλήρη έλεγχο των αιθέρων» του Ιράν μέσα σε λίγες ημέρες.
Στην ίδια ενημέρωση, ο Χέγκσεθ ανακοίνωσε τον θάνατο υψηλόβαθμου Ιρανού αξιωματούχου, ο οποίος – σύμφωνα με την Ουάσινγκτον – βρισκόταν πίσω από σχέδιο δολοφονίας του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Χωρίς να δώσει στοιχεία ή αποδείξεις, αρκέστηκε να δηλώσει ότι «εκείνος γέλασε τελευταίος», επενδύοντας πολιτικά σε μια εκτέλεση που παρουσιάζεται ως πράξη «ανταπόδοσης».
Την ίδια στιγμή, το Πεντάγωνο κατηγόρησε το Ιράν ότι δεν επιδίωξε ποτέ πραγματική πυρηνική συμφωνία, αλλά χρησιμοποίησε τις διαπραγματεύσεις ως «τακτική κωλυσιεργίας». Πρόκειται για το γνώριμο αφήγημα που εδώ και χρόνια λειτουργεί ως ιδεολογικό άλλοθι για κυρώσεις, περικύκλωση και τελικά στρατιωτική επέμβαση.
Αναφορικά με την πολύνεκρη επίθεση σε σχολείο θηλέων στο Ιράν, που έχει προκαλέσει διεθνή κατακραυγή, το Πεντάγωνο περιορίστηκε να δηλώσει ότι «εξετάζει» το περιστατικό.