Πολιτισμός

Παλίμψηστο τεχνών και αναμνήσεων

Δημήτρης  Παπαϊωάννου, «Since she». Χοροθέατρο Βούπερταλ Πίνα Μπάους ‒ Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

Το διάσημο χοροθέατρο του Βούπερταλ, δημιούργημα της Πίνα Μπάους (1940-2009), εννέα χρόνια μετά τον θάνατό της, αναθέτει για πρώτη φορά στην ιστορία του σε δύο εξωτερικούς χορογράφους (Έλληνα και Νορβηγό) να δημιουργήσουν έργα τους  τα οποία θα ενταχθούν στο ρεπερτόριό του. Πρώτος επιλέγεται ο Δημήτρης Παπαϊωάννου ο οποίος και θα παρουσιάσει τον περασμένο Μάιο με τη γερμανική ομάδα το έργο «Since she» («Seit sie»), τίτλος που αποδίδεται ως «Από τότε που αυτή» ή, ακόμη, «Από τότε που αυτοί», με την πρώτη εκδοχή προτιμότερη καθώς μοιάζει να υπονοεί την ίδια την Πίνα Μπάους και την εμφάνισή της στον σύγχρονο χορό που άλλαξε όλα τα έως τότε δεδομένα εισάγοντας, για πολλούς, ακόμη και την έννοια του μεταμοντερνισμού στις παραστατικές τέχνες.

Πολλοί αναζήτησαν στη χορογραφία του Παπαϊωάννου τις αναφορές, εν είδει «hommage», στην Πίνα Μπάους αλλά δεν νομίζω ότι αυτό ήταν  το ζητούμενο. Η ανανέωση που επιζητεί το Βούπερταλ δεν βρίσκεται στον μιμητισμό ούτε στην ανακύκλωση αλλά στην ελεύθερα εμπνευσμένη από εκείνη προσωπική δημιουργία εκάστου καλλιτέχνη: τον καθοριστικό ρόλο της στην ανανέωση του χοροθεάτρου διεθνώς, ρόλο που δεν άφησε ανεπηρέαστο κανέναν σύγχρονο χορογράφο, του Παπαϊωάννου συμπεριλαμβανομένου. Άλλωστε, η παράσταση είναι συμπαραγωγή και άλλων ευρωπαϊκών θεάτρων, μεταξύ των οποίων και της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση.

 Εικαστικά και χοροθεατρικά διακείμενα

Το έργο αρχίζει με την εμφάνιση, από τη μία πλαϊνή είσοδο της σκηνής, χορευτών που μεταφέρουν καρέκλες πάνω στις οποίες ισορροπούν δημιουργώντας σταδιακά μια αλυσίδα ανθρώπων-καρεκλών που με την εναλλασσόμενη συνεχή μετατόπιση κινούνται προς την άλλη πλαϊνή είσοδο απ’ όπου εξαφανίζονται. Καρέκλες που κατά γενική ομολογία παραπέμπουν στο περίφημο «Καφέ Μύλλερ» της Μπάους χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Παπαϊωάννου δεν τις είχε εντάξει στις χορογραφίες του ήδη από τη «Μήδεια». Στο βάθος, αχνά φωτισμένο, παίζοντας με το κιάρο-σκούρο, ένα βουνό από στρώματα, σκηνική σύνθεση εμπνευσμένη από τοπία του Γιάννη Τσαρούχη που εντάσσει στον εικαστικό του σχεδιασμό ο Παπαϊωάννου και υλοποιεί σκηνογραφικά η σκηνογράφος της παράστασης Τίνα Τζόκα.

Οι δεκαέξι χορευτές δημιουργούν μια σειρά από στιγμιότυπα και εικαστικές εικόνες κάποιες από τις οποίες παραπέμπουν και σε παλαιότερα έργα του χορογράφου αλλά μεταλλαγμένες. Έτσι, το κατρακύλισμα των σωμάτων από το βουνό-στρώματα με ανάποδη φορά του κορμιού θυμίζει το κατρακύλισμα από τις σκάλες της Αγγελικής Στελλάτου στην «Ανθρώπινη δίψα» (1999) αλλά και την «πτώση» από τον παράδεισο σε αναγεννησιακούς πίνακες ενώ τα ανδρικά ντουέτα σε συμφωνία ή αντιπαράθεση διατρέχουν πολλές χορογραφίες του, από το «Τραγούδι ’99» έως τον πρόσφατο «Μεγάλο Δαμαστή».

Η σύνθεση και ανακατασκευή του ανθρώπινου σώματος με μέλη άλλων ατόμων αποτελούσε τη βασική ιδέα που διέτρεχε την περίφημη «Πρώτη Ύλη» του 2012 και επανέρχεται εδώ στη σκηνή όπου μαυροφόρες γυναίκες τοποθετώντας διαφόρων σχημάτων κομμάτια πάνω στο ολόγυμνο σώμα ενός νέου, διαθλούν το σώμα του, δημιουργώντας στρεβλές απολήξεις των άκρων του, καθιστώντας το σώμα του τεμαχισμένο όπως αυτό ενός διαμελισμένου αγάλματος που μόλις αποκάλυψε η αρχαιολογική σκαπάνη.

Τα υβρίδια που δημιουργούσε η αντιπαράθεση με την «πέτρα» κυρίως στο έργο «Still Life» (2014) επανέρχονται εδώ με ποικίλες μορφές όπως η «νοικοκυρά» που διαθέτει άπειρα χέρια καθώς μαγειρεύει στην κουζίνα της ή τα πολλά πόδια που ξεφυτρώνουν από ένα γυναικείο σώμα. Σε μοτίβο από εκείνη την παράσταση παραπέμπει και ο «άθλος» του άντρα που συσσωρεύει στην πλάτη του με μόχθο άπειρες καρέκλες, σκύβοντας κάθε φορά για να προσθέσει άλλη μια ακόμα καθώς θυμίζει τον Σίσυφο, μυθολογική μορφή που ενέπνευσε το «Still Life» στη βαθύτερη δομή του.

Σύγκρουση φύλων και αντιστροφές

Εμβληματική η σκηνή του Scott Jennings καθώς τον ξετυλίγουν από ένα τσαλακωμένο χάρτινο σάβανο για να σταθεί και να περπατήσει ολόγυμνος πάνω στους τεράστιους σωλήνες περασμένους στα χέρια του μέχρι τους αγκώνες ενώ κουδουνάκια περασμένα σε διάφορα σημεία τoυ σώματός του ηχούν σε κάθε του κίνηση. Στη συνέχεια, θα βρεθεί να κρατά ανάμεσα στα πόδια του, από τα κόκκινα μαλλιά, το κεφάλι της μαυροντυμένης και άρα αόρατης στο υπόλοιπο σώμα Breanna O’Mara θυμίζοντας σε πολλούς τον Δαυίδ και Γολιάθ του Καραβάτζιο. Θα μπορούσε, ακόμη, να παραπέμπει σε μια αντιστροφή ρόλων του Ολοφέρνη και της Ιουδήθ.  Εικαστικές αναφορές συναντώνται και στη γυναίκα που στημένη μπροστά σε ένα καδρόνι, θυμίζει το μαρτύριο του Αγίου Σεβαστιανού καθώς της «καρφώνουν» βελόνες – μακαρόνια (;) σε διάφορα σημεία του σώματος αποτελώντας έναν ακόμα έμφυλο σχολιασμό καθώς ο Άγιος Σεβαστιανός έχει αναχθεί σε κατ’ εξοχήν ομοφυλόφιλη εμβληματική περσόνα.

Στην κορυφή του βουνού στρωμάτων, μια γυναίκα στήνει ένα δένδρο ενώ, ως σε ένα άλλο σισύφειο έργο, το ανεβάζει κοπιαστικά ξανά και ξανά για να κάνει και πάλι την ίδια «εργασία» αφού ένας άνδρας θα το τραντάζει με βία έως ξεριζωμού του. Τοπίο με δένδρο που κάποιος το σείει  και παραπέμπει  σε σκηνή από την «Πηγή των Παρθένων» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.  Μια αντιπαράθεση θηλυκού που βάζει ρίζες και αρσενικού που ξεριζώνει μετανοώντας. Αντιπαράθεση των δύο φύλων που άλλες φορές παίρνει χιουμοριστικές διαστάσεις όπως γίνεται με τα χωριστά τρενάκια ανδρών και γυναικών που δεν είναι άλλα από αναποδογυρισμένα τραπέζια που τσουλούν πάνω σε ριγμένους στο δάπεδο σωλήνες και θυμίζουν περασμένες εποχές φλερτ εκ του μακρόθεν των δύο φύλων. Ή, όπως γίνεται με την νοικοκυρά στην κουζίνα της που θα ολοκληρώσει τα υλικά της κατσαρόλας της παίρνοντας το καρότο-πέος που περιφέρει επιδεικτικά ο    σύζυγός της κομματιάζοντάς το, ευνουχίζοντας έτσι το αρσενικό, σκηνή που σε παραλλαγή θυμίζει την ταινία «Ultima donna» του Μάρκο Φερρέρι με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ να αυτο-ευνουχίζεται με το ηλεκτρικό μαχαίρι στον πάγκο της κουζίνας.

Πολιτιστικές επιστρωματώσεις

Συνεχείς σκηνές με αυτοαναφορές σε προηγούμενα έργα του χορογράφου ή ετεροαναφορές σε ποικίλες μορφές τέχνης, το «Since she» αποτελεί ένα παλίμψηστο (τεχνών και προσωπικών εμπειριών) που ρέει με καταιγιστικούς ρυθμούς  και παράλληλες δράσεις μπροστά στα μάτια του θεατή. Το ίδιο η μουσική σε επιμέλεια Θανάση Δεληγιάννη και Στέφανου Δρουσιώτη που εναλλάσσεται συνεχώς αναμειγνύοντας ήχους μπουζουκιού που ακούγονται χαμηλότονα με ανυψωτικά αποσπάσματα από τη «Σταχτοπούτα» του Προκόφιεφ που δημιουργούν κινησιακή φρενίτιδα. Ανάμεσά τους, Βάγκνερ, Μπαχ, Βέρντι, Τομ Γουέιτς, Μαρίκα Παπαγκίκα, Χρήστος Κωνσταντίνου, Λεό Ραπίτης, Μάνος Αχαλινωτόπουλος κ.ά.

Τα κοστούμια του Θάνου Παπαστεργίου εναλλάσσονται επίσης από τα καθημερινά κοστούμια και λιτά μαύρα φορέματα έως τις τουαλέτες και τις εξαίρετες χάρτινες δημιουργίες που θυμίζουν ιαπωνικά κοστούμια Θεάτρου Μπούτο καθώς η χορεύτρια ρέει στο δάπεδο παρασυρόμενη από τον αέρα που φυσούν με λαμαρίνες στο φόρεμά της οι άντρες περφόρμερς. Ή ακόμα το μαύρο φόρεμα της γυναίκας με τη μάσκα κριού το οποίο, στα σημεία που το χαϊδεύουν χέρια, γίνεται χρυσό, υποβάλλοντας μυθολογικές αναφορές στο χρυσόμαλλο δέρας.

Το «ελληνικό στοιχείο» εμβολίζει  απρόσκλητο τις δράσεις καθώς παρουσιάζεται με το αρνί που σουβλίζουν εν μέσω κεφιού μια ανδροπαρέα ή από κουδούνια προβάτων  αλλά και από τους ήχους του μπουζουκιού που επανέρχονται κατά διαστήματα. Ένα σχόλιο καταγωγής αλλά συγχρόνως ένα χιουμοριστικό κλείσιμο του ματιού στο διεθνές κοινό. Χωρίς την τελευταία αυτή υπόθεση, θα έμοιαζε μάλλον ξένο (έως περιττό) σώμα καθώς δραματουργικά δεν δημιουργούσε συνθήκες «πολιτιστικού πλουραλισμού»,   ήτοι συνύπαρξης που προκαλεί άμιλλα με τις άλλες εικόνες, λειτουργία που επιτύγχανε πλήρως η «αντιφώνηση» μπουζουκιού και κλασικής μουσικής.

Υπερ-πληροφόρηση παράλληλων δράσεων

Βομβαρδισμός επιμέρους στοιχείων, ασύνδετων μεταξύ τους σκηνών, ποικίλων εικαστικών και διαπολιτισμικών αναφορών, η τελευταία αυτή παράσταση του Παπαϊωάννου μοιάζει με ένα παζλ του οποίου τα κομμάτια δεν δημιουργούν ένα ενιαίο σύνολο όπως προηγούμενες δουλειές του οι οποίες, παρά τα επιμέρους διαφορετικά σημεία τους, διέπονταν από μια ενωτική ιδέα, έναν κοινό πυρήνα. Με άλλα λόγια, εκείνο που απουσίαζε ήταν μια στιβαρή δραματουργική συνέπεια. Δέχομαι το σύγχρονο παστίς μιας μεταμοντέρνας χορογραφίας-περφόρμανς αλλά εδώ οι παράλληλες δράσεις που κυριάρχησαν από μια στιγμή κι έπειτα κατά μήκος της σκηνής δεν επέτρεπαν καν να αναδειχθεί η συγκρουσιακή τους δύναμη αφού καμιά τους δεν προλάβαινε να εντυπωθεί πραγματικά στο βλέμμα του θεατή που επιδιδόταν σε αγώνα οπτικής μετατόπισης από τη μία γωνία της μεγάλης σκηνής στην άλλη ώστε να μη χάσει τελείως τις παράλληλες δράσεις. Έτσι, σε πολλές σκηνές δεν συγκρατούσε παρά μια ελλειπτική αντίληψη της εικόνας. Αντίθετα, κάποιες άλλες  σκηνές επιδοτούνταν άνευ λόγου με υπερβολική διάρκεια όπως η σκηνή της κουζίνας. Πιστεύω ότι μια διαδοχή και όχι η συνεχής υπερκάλυψη εικόνων θα λειτουργούσε αποτελεσματικότερα, δεν θα καθιστούσε το θέαμα υπερτροφικό.             

Η ουιλσονική προσέγγιση του Παπαϊωάννου, με τους αργούς ρυθμούς και τους περίτεχνους φωτισμούς (σε σχεδιασμό Fernando Jacon και Στ. Δρουσιώτη), ήταν παρούσα αλλά συχνά έμοιαζε να περνά σε δεύτερο πλάνο καθώς υπερκαλυπτόταν από τις εμπρόσθιες δράσεις. Με δυσκολία, για παράδειγμα, μπόρεσα να αντιληφθώ το αργό, άρτιο εικαστικά κύλισμα από τα στρώματα της Breanna O’ Mara με το κεφάλι κάτω καθώς έχανε πίσω της το λευκό της φόρεμα και έμενε ολόγυμνη ως χρυσίζον, χάρη στον φωτισμό, σώμα σε μαύρο φόντο που θύμιζε πίνακα Φλαμανδών ζωγράφων.

Παρ’ όλα αυτά, για ακόμη μια φορά ο Δημήτρης Παπαϊωάννου δημιούργησε εξαιρετικές εικαστικές εικόνες, σκηνές έντασης και απαράμιλλης επιδεξιότητας που ίσως μεμονωμένα μένουν χαραγμένες στη μνήμη και στις οποίες τον ακολούθησε σε μέγιστο βαθμό η ομάδα του Βούπερταλ, μια ομάδα μη εξοικειωμένη με τις τεχνικές του και με την οποία δούλεψε ελάχιστο διάστημα. Μια παράσταση του Παπαϊωάννου θα παραμένει πάντοτε μοναδική εμπειρία.

Αξίζει συγχαρητήρια η έκδοση ‒σε επιμέλεια της υπεύθυνης δραματουργίας του Ιδρύματος Ιλειάνας Δημάδη ‒ που αφιέρωσε η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στον Δημήτρη Παπαϊωάννου και το έργο του με πλούσιο φωτογραφικό υλικό και κατατοπιστικά κείμενα, ένα βιβλίο-άλμπουμ το οποίο προσφερόταν δωρεάν.

Οι φωτογραφίες είναι του Julian Mommert.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών

(Επισκέψεις: 347 φορές, όπου 1 ημερήσιες)
Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend