Πολιτισμός

Παιδοφιλία και πολιτική ορθότητα

Ζουζέπ Μαρία Μιρό, «Η Αρχή του Αρχιμήδη». Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρογεωργίου. Θέατρο Skrow.

     Εντυπωσιακοί βροντώδεις ήχοι στην αρχή της παράστασης ή μεταξύ σκηνών παρέπεμπαν σε κεραυνούς αλλά δεν ήσαν παρά, σε μεγέθυνση, ο ήχος του νερού που εκτόπιζε ένα σώμα καθώς βουτούσε σε πισίνα. Η Αρχή του Αρχιμήδη καθορίζει ότι κάθε σώμα που βυθίζεται σε υγρό δέχεται άνωση ίση με το βάρος του ρευστού που εκτοπίζει. Όταν το βάρος του σώματος είναι μεγαλύτερο από την άνωση που δέχεται, τότε βυθίζεται, αν είναι ελαφρύτερο, τότε επιπλέει.

Το ερώτημα που θέτει με το ομώνυμο της παραπάνω «Αρχής» έργο του ο Καταλανός Ζουζέπ Μαρία Μιρό (Vich, Βαρκελώνη, 1977) είναι το κατά πόσο ο κατηγορηθείς για παιδοφιλία Τζόρντι, ένας δάσκαλος σε ομάδα κολύμβησης μικρών παιδιών, θα μπορέσει να επιπλεύσει των κατηγοριών ακόμη και αν είναι αθώος. Κατά πόσο η άνωση θα τον κρατήσει στην επιφάνεια ή θα τον παρασύρει στον βυθό. Πόση βαρύτητα έχουν τα τεκμήρια αθωότητάς του όταν ήδη έχει κριθεί και καταδικαστεί από το περιβάλλον του: συναδέλφους, γονείς, τους ίδιους τους μαθητές του;

Το προτέρημα του έργου του Μιρό βρίσκεται στο ότι δεν παίρνει θέση περί ενοχής ή αθωότητας του Τζόρντι αλλά ούτε δίνει τελική λύση. Αυτή επαφίεται στον θεατή, επιλέγοντας ένα έργο ανοικτό που θέτει το πρόβλημα και τους προβληματισμούς. Και, φυσικά, αφορά όλους όσοι έρχονται, λόγω επαγγέλματος, σε σχέση με παιδιά ή εφήβους.

                        Πολλαπλές οπτικές μιας προαναγγελθείσας ενοχής

Ο Τζόρντι, κάποια μέρα, κατηγορείται ότι χάιδεψε και φίλησε ένα αγοράκι στο στόμα. Έτσι τουλάχιστον διατείνεται ένα κοριτσάκι της ομάδας του όταν το ρωτούν οι γονείς του.

Ο Τζόρντι παραδέχεται ότι χάιδεψε αλλά φίλησε μόνο στο μάγουλο το αγοράκι όταν αυτό έβαλε τα κλάματα επειδή φοβόταν να μπει στην πισίνα χωρίς σωσίβιο, όπως είχαν κάνει ήδη οι συμμαθητές του.

Διατείνεται ότι και ο ίδιος είχε φόβο με το νερό και το κολύμπι μέχρι τα δώδεκά του χρόνια επειδή, όμως, είχε καταπιεστεί να το κάνει δεχόμενος λεκτική βία και προσπαθεί, ως δάσκαλος ο ίδιος, να μην δημιουργήσει ανάλογα συναισθήματα στο φοβισμένο αγόρι.

Ο Τζόρντι επαναλαμβάνει, ανήξερος στην αρχή, ότι δεν το μάλωσε ώστε να έχουν κάποιο παράπονο οι γονείς του μαζί του, έχοντας έτσι ο ίδιος ήσυχη τη συνείδησή του.

Ο Τζόρντι δουλεύει ήδη πέντε χρόνια στο κολυμβητήριο και ουδέποτε έχει δημιουργηθεί πρόβλημα.

Ο Τζόρντι αισθάνεται οικειότητα με τους μαθητές του και, ειδικά ως δάσκαλος κολύμβησης, έρχεται αναγκαστικά σε σωματική επαφή μαζί τους. Επιπλέον, ακολουθεί  κάποιους μεγαλύτερους μαθητές στο facebook.     

Ο Τζόρντι έχει απενοχοποιημένη συμπεριφορά, κάνει σεξουαλικά αστεία με συναδέλφους του, είναι ευχάριστος χωρίς να τηρεί πάντοτε τους σωστούς κανόνες συμπεριφοράς, καπνίζοντας για παράδειγμα στα αποδυτήρια των καθηγητών, κάτι που απαγορεύεται.

Ο Τζόρντι κυκλοφορεί άνετος με ένα κίτρινο σορτσάκι εκθέτοντας το σώμα του γυμνό ενώ κάποιες στιγμές οι κινήσεις του έχουν θηλυπρέπεια.

Οι γονείς, κινητοποιημένοι από τα κρούσματα παιδοφιλίας, με πρόσφατο ένα τέτοιο γεγονός σε διπλανή κατασκήνωση, ενοχικοί ως προς το αν είναι οι ίδιοι επαρκείς απέναντι στα παιδιά τους και δικαιολογημένα υπερευαίσθητοι απέναντι στους κινδύνους που μπορεί αυτά να διατρέχουν ειδικά σε θέματα σεξουαλικής παρενόχλησης, ζητούν αρχικά  να μάθουν την αλήθεια, ωστόσο όντας ήδη πεπεισμένοι από τα λόγια της μικρής. Το θυμικό ευλόγως υπερισχύει μπροστά στο πιθανό γεγονός.

Το ερώτημα που απευθύνει ο γονιός στη διευθύντρια και θα επαναλάβει η ίδια στον δάσκαλο, αν δηλαδή ο Τζόρντι είναι ομοφυλόφιλος, δηλώνει την επικρατούσα σύγχυση μεταξύ δύο τα μέγιστα απεχουσών σεξουαλικών συμπεριφορών: της απόκλισης από το ετεροφυλόφιλο στερεότυπο και της απεχθούς  διαστροφής.   Θυμίζει ανενεργό πολιτικό που, με αφορμή το σύμφωνο συμβίωσης ομοφυλοφίλων, αναρωτιόταν αν θα δοθεί αντίστοιχη αναγνώριση και στους παιδόφιλους ή στους κτηνοβάτες. Η κυρίαρχη πολιτική ορθότητα καθιστά τη φήμη αναντίρρητο συμβάν  και αναζητά προς επιβεβαίωση παράπλευρες ενδείξεις. Και καθιστά τον Τζόρντι ένοχο δίχως ανάγκη αποδείξεως του εναντίου. Ανεξάρτητα αν όντως είναι ή δεν είναι ένοχος.

Η διευθύντρια του κολυμβητηρίου αδυνατεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Μικρές, άσχετες με το ζήτημα, παραβιάσεις των κανόνων από τον Τζόρντι της δημιουργούν υποψίες για την ενοχή του. Πιθανότατα τυχαία συμβάντα, άλλοτε ασήμαντα ευρήματα  συνηγορούν γι’ αυτήν. Ταυτόχρονα, η ίδια αδυνατεί να αντιμετωπίσει σωστά τον πατέρα ενός  παιδιού που θορυβημένος εισβάλλει στον χώρο και απαιτεί να συναντήσει για εξηγήσεις τον ίδιο τον Τζόρντι. Οι δικές της ενοχές ως γονιού για το παιδί της που αυτοκτόνησε χωρίς να καταλάβει τους λόγους υπερισχύουν της όποιας λογικής αντιμετώπισης ενός διαφορετικού συμβάντος.

Από την άλλη, ο Έκτωρ, ο καθόλα τυπικός συνάδελφος του Τζόρντι, θα τον κρίνει με τα δικά του μέτρα συμπεριφοράς απέναντι στους μαθητές τους καθώς ο ίδιος κρατάει αυστηρές αποστάσεις μαζί τους, είναι τυπικός απέναντι στους κανόνες αλλά και δυσαρεστείται με  τα σεξουαλικά  αστεία του Τζόρντι.

Οι οπτικές είναι επομένως πολλές, ανάλογα με τον χαρακτήρα, τις εμπειρίες και τις προσλαμβάνουσες του καθενός. Το ζήτημα λαμβάνει διαστάσεις πριν ακόμα συζητηθεί ουσιαστικά ακόμη και εντός του κλειστού χώρου εργασίας. Χώρος που σύντομα μεταστρέφεται σε χώρο επικίνδυνου εγκλεισμού.  Αποκλεισμού.

Το κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα της παιδοφιλίας λαμβάνει σήμερα διαρκώς νέες διαστάσεις, απασχολεί τα ΜΜΕ με συνεχείς αποκαλύψεις ακόμη και διασήμων ή ήδη θανόντων όπως το πρόσφατο ντοκιμαντέρ για τον Μάικλ Τζάκσον. Τηλεοπτικές αστυνομικές σειρές εντάσσουν συχνά την παιδοφιλία στη θεματική τους. Ζήτημα φλέγον και απεχθές αλλά που κάποιες φορές κρύβει πίσω του την ακόμη πιο επαίσχυντη συμπεριφορά χρηματιζόμενων γονιών.

Ο κινηματογράφος έχει ήδη καταθέσει ποικίλες οπτικές για το θέμα, συχνά δανειζόμενος στοιχεία από πραγματικά γεγονότα όπως η πρόσφατη ταινία του Φρανσουά Οζόν «Grâce à Dieu» που αναφέρεται στην παιδοφιλία στους κόλπους της Εκκλησίας, με προσφυγές για απαγόρευση προβολής της. Παλαιότερα γυρίστηκε σε ταινία το εμβληματικό μυθιστόρημα του Μισέλ Τουρνιέ, «Ο Βασιλιάς των Σκλήθρων» (1996) ενώ το θέμα θίγουν με συγκλονιστικό τρόπο και διαφορετικές οπτικές, μεταξύ άλλων,  η «Κακή εκπαίδευση» (2003), το «Σκοτεινό ποτάμι» (2003), «Η αμφιβολία» (2008) που διασκευάστηκε και θεατρικά, «Το κυνήγι» (2012).

                    Σκηνική οπτικοποίηση της πολλαπλής εστίασης

Το θέατρο εμφανίζεται μάλλον συντηρητικότερο με το θέμα ‒ ίσως λόγω αμεσότητας της επαφής του με το κοινό. Ο Μιρό, ωστόσο, εκτός από την ουδέτερη στάση που κρατά ως προς το θέμα που πραγματεύεται δημιουργεί και μια ενδιαφέρουσα δομή εξέλιξης των διαδραματιζομένων. Το έργο είναι χωρισμένο σε σύντομες σκηνές που κόβονται απότομα για να ακολουθήσει μια άλλη. Σύντομα, όμως, διαπιστώνουμε ότι η προηγούμενη σκηνή δεν είχε ολοκληρωθεί εκεί που την είχαμε αφήσει καθώς αυτή επανέρχεται για να ολοκληρωθεί σε μια επόμενη σκηνή,  λίγο μετά. Έτσι, στοιχεία που έχουν ήδη μεσολαβήσει παρουσιάζονται μέσω μιας χρονικής ανάληψης, του γνωστού μας φλας-μπακ, που εκ των υστέρων αιτιολογούν κάποιες συμπεριφορές των σκηνικών προσώπων. Εύρημα που συνάδει με την έννοια του κενού που διέπει την όλη υπόθεση δημιουργώντας ταυτόχρονα έναν ορίζοντα προσδοκιών του θεατή σύμφωνα με τον οποίο αναμένεται η τελική λύση. Ορίζοντας προσδοκιών που διαρκώς αναθεωρείται και που, τελικά, δεν ικανοποιείται, αφήνοντας τις δημιουργηθείσες  ‒ σύμφωνα με τα εκάστοτε δοθέντα στοιχεία ‒ «προβλέψεις» ενός εκάστου θεατή να αιωρούνται έως το τέλος.

Στις εναλλακτικές οπτικές, ήτοι στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα, συνέβαλε η διαμόρφωση του θεατρικού χώρου όσο και η σκηνογραφία της Θάλειας Μέλισσα. Τα καθίσματα της αίθουσας τοποθετήθηκαν, όχι τυχαία, σε δύο αντικριστές διατάξεις, ήτοι στις δύο πλευρές της σκηνής. Έτσι, η οπτική θέασης αναγκαστικά διαφέρει. Στο κέντρο της σκηνής είναι τοποθετημένοι δύο πάγκοι αποδυτηρίων ενώ οι δύο άλλες πλευρές καλύπτονται από τοίχους που φέρουν ο μεν ένας τα ντουλάπια των δασκάλων και κάποια ράφια ενός ο άλλος ένα ταμπλώ με φωτογραφίες παιδιών από τις ομάδες κολύμβησης ή ανακοινώσεις. Ωστόσο, σε κάθε σύντομη αλλαγή εικόνας, οι δύο τοίχοι, με ένα έξυπνο εύρημα διπλού σκηνικού,  έχουν αντιστραφεί με αποτέλεσμα ο δεξιός να είναι αριστερός και το αντίθετο σε σχέση πάντοτε από ποια πλευρά της σκηνής κάθεται και βλέπει  ο κάθε θεατής. Το θέμα της οπτικής γωνίας μέσω της οποίας βλέπει κανείς τα πράγματα αναδιπλασιάζεται και μέσω της σκηνικής εικόνας.

Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου δημιουργεί έτσι μια ρεαλιστική σκηνοθεσία με ρωγμές. Ο ρεαλισμός του έγκειται στο να αποδοθεί πειστικά η (ελλιπής) αλήθεια του κάθε προσώπου ενώ γύρω του τα πάντα είναι ρευστά, μετακινούμενα. Με αυτή τη λογική δίδαξε και τους ηθοποιούς του αποσπώντας και από τους τέσσερις εύστοχες ερμηνείες: ρεαλιστικό παίξιμο με αμφισημίες.

                            Υποκριτική ερμηνεία αμφίρροπων προσώπων

 Ο Μιχάλης Συριόπουλος, ως Τζόρντι, δημιουργεί έναν ιδανικό επωμιζόμενο το στίγμα δάσκαλο με την ελευθεριάζουσα, σχεδόν αντιπαθητική συμπεριφορά ενός ατόμου με υπερβολική αυτοπεποίθηση, προβολή του σώματος και της γυμνότητας που παραπέμπει (όπως θα πει η διευθύντρια) στην άνεση κι ανεκτικότητα άλλων εποχών, ειρωνεία απέναντι στον συμβατικό συνάδελφό του και επικρίσεις απέναντι στη διευθύντρια που απαιτεί σεβασμό στους κανόνες που αυτός αθετεί με ελαφρότητα.

Εκφράσεις του προσώπου, κίνηση που κατά διαστήματα αφήνει υπόνοιες ομοφυλοφιλικών τάσεων δημιουργώντας νέες αμφισημίες, διαφορετικός τρόπος εκφοράς του λόγου ‒ ειρωνεία, επιθετικότητα, φόβος ‒ πριν και μετά τη συνειδητοποίηση της θέσης στην οποία έχει περιέλθει εκπέμπουν μια διαρκή ρευστότητα, ανάμεικτα συναισθήματα στον θεατή ο οποίος αδυνατεί να ταυτιστεί μαζί του ή να αποστασιοποιηθεί από αυτόν.

Ιδιαίτερη ερμηνευτικά η στιγμή όπου αλλαγμένος, μη επιθετικός πλέον,  αναρωτιέται και ο ίδιος αν το γεγονός ότι του αρέσει να βρίσκεται και να δουλεύει με παιδιά υποκρύπτει μια τέτοια τάση του: «είμαι αυτό που οι άλλοι βλέπουν σε μένα» υποστηρίζει μια κοινωνιολογική θεωρία και έγινε το σαρτρικό απόφθεγμα που συνόδεψε τον Ζενέ στην καθιέρωσή του.                                                              

  Όποιος είχε δει τον Συριόπουλο στη «Δίκη» του Κάφκα, στον ρόλο του «Κ», σε σκηνοθεσία Θ. Μοσχόπουλου, σίγουρα δεν θα τον αναγνωρίσει. Απόδειξη ότι πρόκειται για πολυδιάστατο νέο ηθοποιό υψηλών ερμηνευτικών ικανοτήτων.

Στην όλη εικόνα του σημαντική  υπήρξε η ενδυματολογία της Ιφιγένειας Νταουντάκη. Το κίτρινο σορτ που στέκει χαμηλά στους γοφούς επιδεικνύοντας το γυμνό σώμα ή σε συνδυασμό με το κόκκινο φανελάκι και τις πλαστικές σαγιονάρες είναι καθοριστικά για τη διαγραφή του προσώπου που ξεφεύγει από την καθώς πρέπει εικόνα δασκάλου, παραπέμποντας στην εικόνα θαμώνα δευτεροκλασάτου γυμναστηρίου. Από την άλλη, το κοστούμι του Γιάννη Σοφολόγη, στον ρόλο του συναδέλφου του Έκτορα,  κάνει ακόμη εντονότερη την αντίθεση καθώς αυτός φορά μονίμως μπλε φανέλα, αθλητικό παντελόνι κάτω από το γόνατο και από κάτω χοντρό καλσόν και αθλητικά παπούτσια, μην αφήνοντας  γυμνό σώμα. Εξάλλου, και η στάση του σώματός του που γέρνει βαρύ, οι σοβαρές εκφράσεις του προσώπου και το «υπηρεσιακό» ύφος με την παντελή έλλειψη χιούμορ που επιτυχώς σχεδιάζει ο ηθοποιός συμβάλλουν στην ριζική τους διαφορετικότητα.

Ο Σοφολόγης δημιουργεί επακριβώς την εικόνα του «βαρετού» δασκάλου για την οποία τον μέμφεται ο Τζόρντι. Ένας δάσκαλος υπεράνω υποψίας. Γι’ αυτό εξίσου αμφίσημος. Ακόμη και πιθανός ανταγωνιστής που διέδωσε αυτός την ψευδή είδηση σε βάρος του συναδέλφου του. Τέλος, σημαντική λεπτομέρεια αποτελούν τα κουρέματα των δύο δασκάλων: το ξυρισμένο στα πλάγια μοντέρνο κεφάλι του  ξανθού Τζόρντι, το παραδοσιακό έως αφρόντιστο κούρεμα του Έκτορα.

Η ελεγχόμενη υστερία της Μαρίας Φιλίνη στον ρόλο της διευθύντριας εξωτερικεύεται με γέλια: γέλια της δυναμικής επιχειρηματία, γέλια αμηχανίας, γέλια ειρωνείας, γέλια ευπρέπειας και διατήρησης των συμβάσεων. Η εξίσου αμφίσημη συμπεριφορά της ανατρέπεται με τις σκηνές χρονικών αναλήψεων, όταν αποκαλύπτεται αυτό που είχε προηγηθεί και η στάση που είχε κρατήσει απέναντι στο συμβάν απέναντι, για παράδειγμα, στον γονιό, χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να αντιμετωπίσει  αποτελεσματικά ούτε τον αυτόν ούτε τον Τζόρντι. Η Φιλίνη σκιαγραφεί με όλο της το σώμα και λεπτές αποχρώσεις του λόγου τη συναισθηματική φόρτιση του προσώπου που υποδύεται αλλά και την αδυναμία χειρισμού έκρυθμης κατάστασης, κινούμενη μεταξύ αλληλεγγύης του υπαλλήλου της και διαφύλαξης της επιχείρησής της με ορατή αμφισημία.

Ο Σεραφείμ Ράδης, σε πιο σύντομη εμφάνιση, στον ρόλο του νέου γονιού με συμβατικό ντύσιμο, δίνει με σαφείς πινελιές τον ανήσυχο για το παιδί του πατέρα που ζητά διευκρινίσεις και τον επηρεασμένο από τη συντηρητική στροφή της κοινωνίας πολίτη που πείθεται εύκολα ότι η διάχυτη διαστροφή χτύπησε και τη δική του πόρτα. Ευγενής, αποφασιστικός, δεικτικός, ενοχικός για την έως τότε αδιαφορία του ως γονιός.

Στα καθοριστικά μουσικά ακούσματα που ανέφερα στην αρχή την επιμέλεια είχε ο Γιάννης Σορώτος ενώ τους ενδεικτικούς του χώρου φωτισμούς σχεδίασε η Στέλλα Κάλτσου.

Θα πρέπει να αναφερθεί ειδικά η δυσκολία που υφέρπει στη σκηνοθεσία ενός παρόμοιας δομής έργου όπου η επανερχόμενη μετά από λίγο σκηνή θα πρέπει να είναι στη λεπτομέρειά της πανομοιότυπη με εκείνη που είχε προηγηθεί αφού, στο μεταξύ, παρεμβλήθηκαν άλλες: από την τοποθέτηση των ηθοποιών, τη στάση των σωμάτων έως τα είδη φροντιστηρίου που πρέπει να βρίσκονται στην ίδια θέση αλλά συχνά από την αντίθετη πλευρά του σκηνικού. Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου πέτυχε να αναδείξει τη δραματουργική απαίτηση στη λεπτομέρεια δίνοντας ένα άψογο σκηνοθετικό αποτέλεσμα. Αναδεικνύοντας με προσεκτικούς χειρισμούς ένα κείμενο γροθιά στο στομάχι.

Άφησα τελευταία τη ρέουσα μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ για να τονίσω ότι σε αυτήν οφείλεται και η ανακάλυψη αυτού του σημαντικού δομικά και θεματικά φλέγοντος πολιτικο-κοινωνικού ζητήματος  έργου καθώς η ίδια βυθίζεται ακατάπαυστα στο ισπανόφωνο θέατρο προτείνοντας διαρκώς νέα ευρήματα αλλά και σπάζοντας την παντοκρατορία του αγγλόφωνου θεάτρου στην ελληνική σκηνή.

Οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Καραμπάτσου.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

 

(Επισκέψεις: 891 φορές, όπου 1 ημερήσιες)
Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend