Η λογοτεχνία μπορεί να μιλά για τις πιο βαθιές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης, για τις σχέσεις, τις αντιφάσεις, την κοινωνική αποξένωση, την ανασφάλεια μιας ολόκληρης γενιάς. Μπορεί, όμως, και να δοκιμάζεται έξω από τις σελίδες των βιβλίων, ειδικά όταν ο συγγραφέας καλείται να αποφασίσει αν όσα γράφει για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια θα έχουν αντίκρισμα και στη δική του στάση απέναντι στην πραγματικότητα.
πηγη: Κωστής Κάρρας, συγγραφέας/902
Η περίπτωση της Ιρλανδής συγγραφέα Σάλι Ρούνεϊ είναι χαρακτηριστική. Ο βρετανικός εκδοτικός οίκος Faber & Faber ανακοίνωσε, σε συμφωνία με την ίδια, ότι σταματά τη διάθεση νέων αντιτύπων των βιβλίων της στη Βρετανία, εξαιτίας των νομικών κινδύνων που προκύπτουν από τη δημόσια υποστήριξή της στην οργάνωση Palestine Action. Η οργάνωση τέθηκε εκτός νόμου στη Βρετανία το 2025, βάσει της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, ενώ η Ρούνεϊ έχει δηλώσει ότι θα συνεχίσει να τη στηρίζει οικονομικά, αξιοποιώντας και τα έσοδα από τα έργα της. Η συνέχιση της καταβολής των συγγραφικών δικαιωμάτων της θα μπορούσε, σύμφωνα με την εκτίμηση του εκδοτικού οίκου, να δημιουργήσει σοβαρές νομικές συνέπειες. Έτσι, αποφασίστηκε από κοινού η διακοπή της διάθεσης νέων αντιτύπων στη βρετανική αγορά, ενώ τα βιβλία της συνεχίζουν να εκδίδονται σε άλλες χώρες.
Η εξέλιξη αυτή φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα σοβαρό ζήτημα για το πόσο ελεύθερη είναι τελικά η καλλιτεχνική δημιουργία και πόσο ελεύθερος ο ίδιος ο δημιουργός να εκφράζει τις πολιτικές του πεποιθήσεις, όταν ακόμη και μια δημόσια τοποθέτησή του μπορεί να έχει οικονομικές και ποινικές συνέπειες. Δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη εκδοτική διαφωνία ούτε για μια απλή επιχειρηματική απόφαση. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αναδεικνύει πώς οι τρομονόμοι μπορούν να επηρεάζουν την πολιτική έκφραση, την κυκλοφορία λογοτεχνικών έργων, τη δυνατότητα ενός συγγραφέα να υποστηρίζει δημόσια μια υπόθεση που θεωρεί δίκαιη.
Η ίδια η Ρούνεϊ δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Έχει δηλώσει ότι έκανε κάθε προσπάθεια να είναι ειλικρινής απέναντι στο αναγνωστικό κοινό για τις πεποιθήσεις και τις προθέσεις της και ότι είναι «απολύτως έτοιμη να αποδεχθεί τις συνέπειες». Από την πλευρά του, ο εκδοτικός οίκος χαρακτήρισε απαράδεκτη την προοπτική να συνεχίσει να πουλά τα βιβλία της χωρίς να της αποδίδει τα έσοδα που δικαιούται.
Η στάση της Ρούνεϊ αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν τη δει κανείς σε σχέση με το ίδιο της το έργο. Η Σάλι Ρούνεϊ, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες σύγχρονες Ιρλανδές πεζογράφους, γράφει για ήρωες που κινούνται μέσα στην κοινωνία, όπως τη διαμορφώνει η σύγχρονη καπιταλιστική πραγματικότητα. Στα βιβλία της, οι προσωπικές σχέσεις, οι ερωτικές απογοητεύσεις, οι φιλίες και οι υπαρξιακές αμφιβολίες διαμορφώνονται μέσα σε έναν κόσμο ταξικών ανισοτήτων, επισφαλούς εργασίας και κοινωνικών αντιφάσεων.
Έχει, μάλιστα, ιδιαίτερη σημασία ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια συγγραφέα με τεράστια εμπορική επιτυχία, εκατομμύρια πωλήσεις και βιβλία που μεταφέρθηκαν στην τηλεόραση, όπως οι «Κανονικοί άνθρωποι», που έγιναν σειρά του BBC. Αν ακόμη και μια τόσο αναγνωρισμένη και ευπώλητη συγγραφέας βρίσκεται αντιμέτωπη με τέτοιους περιορισμούς εξαιτίας της πολιτικής της στάσης, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πόσο πιο ευάλωτος μπορεί να είναι ένας λιγότερο γνωστός συγγραφέας, χωρίς την ίδια αναγνωρισιμότητα και οικονομική δυνατότητα.
Δεν χρειάζεται, βέβαια, να συμφωνεί κανείς με κάθε επιλογή των ηρώων της ούτε να αντιμετωπίζει τα μυθιστορήματά της ως πολιτικά μανιφέστα για να αναγνωρίσει τη σημασία της σημερινής της στάσης. Υπάρχει, όμως, μια ουσιαστική σύνδεση ανάμεσα στην ευαισθησία που απαιτεί η λογοτεχνία απέναντι στον ανθρώπινο πόνο και στην ευθύνη του δημιουργού να μην προσποιείται ότι δεν βλέπει όσα συμβαίνουν γύρω του.
Η λογοτεχνία φυσικά δεν υποχρεώνει τον συγγραφέα να μετατρέψει κάθε βιβλίο σε πολιτική διακήρυξη. Δεν του επιβάλλει, όμως, και τη σιωπή όταν η πραγματικότητα γεννά ζητήματα που δεν χωρούν κάτω από το χαλί της «ουδετερότητας». Ούτε η καλλιτεχνική αξία μετριέται από το πόσο βολικός είναι ο δημιουργός για τους εκδοτικούς οίκους, τις κυβερνήσεις ή τους επιχειρηματικούς ομίλους.
Η Ρούνεϊ έχει αποδείξει ότι η πολιτική της τοποθέτηση είναι συνεπής και σταθερή. Έχει μιλήσει ανοιχτά για την Παλαιστίνη και έχει συνδέσει τις επιλογές της με την αντίθεσή της στην ισραηλινή κατοχή και στα εγκλήματα σε βάρος του παλαιστινιακού λαού. Τώρα, που η στάση της έχει πραγματικό κόστος για την ίδια, δεν επιλέγει να αναδιπλωθεί για να προστατεύσει την εμπορική επιτυχία της.
Αυτή ακριβώς η συνέπεια αξίζει να αναδειχθεί. Γιατί η κοινωνική ευαισθησία, η πολιτική θέση, τα πιστεύω δεν κρίνονται μόνο σε μια συνέντευξη, σε μια ανάρτηση ή σε μια δήλωση που δεν διακινδυνεύει τίποτα. Κρίνονται και από το αν κάποιος επιμένει στις πεποιθήσεις του όταν αυτές συγκρούονται με ισχυρά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Όταν η στάση του επιδρά συνολικά στη ζωή του και προσκρούει στις επίσημες κυβερνητικές και κρατικές απαγορεύσεις.
Η υπόθεση της Ρούνεϊ, λοιπόν, ξεπερνά τα όρια του εκδοτικού χώρου. Αφορά όλους όσοι θεωρούν ότι η αλληλεγγύη στους λαούς που υποφέρουν από πολέμους, κατοχή και καταπίεση δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν είναι οικονομικά συμφέρουσα ή πολιτικά ακίνδυνη.
Αφορά, ιδιαίτερα, τους ανθρώπους του πολιτισμού, τους συγγραφείς, τους καλλιτέχνες, τους διανοούμενους, που διαθέτουν δημόσιο βήμα και των οποίων οι τοποθετήσεις μπορούν να συμβάλουν στο να ακουστεί μια φωνή που επιχειρείται να φιμωθεί. Κανείς δεν δικαιούται να απαιτεί από αυτούς να συμφωνούν όλοι στην ίδια πολιτική άποψη. Είναι, όμως, απολύτως θεμιτό να απαιτούμε να μη μετατρέπουν το κύρος τους σε άλλοθι για την αδιαφορία, να μην κρύβονται πίσω από την τέχνη τους όταν διαπράττονται εγκλήματα και να μην αντιμετωπίζουν την καταδίκη της βαρβαρότητας ως κίνδυνο για την καριέρα τους.
Όταν παιδιά δολοφονούνται, όταν μεγαλώνουν μέσα στα ερείπια και την πείνα, όταν ένας ολόκληρος λαός στερείται στοιχειώδη δικαιώματα, η επίκληση της «ουδετερότητας» λειτουργεί ως αποδοχή της κατάστασης που ήδη υπάρχει. Και όταν η δημόσια έκφραση αλληλεγγύης αντιμετωπίζεται ως ποινικό ζήτημα, η υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Ιδιαίτερα όταν αφορά την καταγγελία των εγκλημάτων του ισραηλινού κράτους, την ώρα που η ισραηλινή κυβέρνηση και οι μηχανισμοί προπαγάνδας της επιχειρούν να διαμορφώσουν στην κοινή γνώμη μια εικόνα που απέχει από την αιματοβαμμένη πραγματικότητα και τον εφιάλτη που βιώνει ο παλαιστινιακός λαός.
Η απόφαση για τα βιβλία της Ρούνεϊ αποτελεί, επομένως, προειδοποίηση για το πόσο στενά μπορεί να γίνουν τα όρια της δημόσιας έκφρασης, όταν η αλληλεγγύη σε έναν λαό που δοκιμάζεται συγκρούεται με τις κρατικές απαγορεύσεις. Και η ίδια η συγγραφέας, με τη δήλωσή της ότι είναι έτοιμη να αποδεχθεί τις συνέπειες, υπενθυμίζει κάτι που συχνά ξεχνιέται σε μια εποχή όπου η επιτυχία μετριέται με πωλήσεις, αναγνωρισιμότητα και επαγγελματικές ευκαιρίες: Ότι υπάρχουν στιγμές που η υπεράσπιση της αξιοπρέπειας έχει μεγαλύτερη αξία από την προστασία του προσωπικού συμφέροντος και του βολέματος.
Οι συγγραφείς οφείλουν να έχουν την ελευθερία να μιλούν, να διαφωνούν και να παίρνουν θέση χωρίς να απειλούνται με αποκλεισμό από τον δημόσιο λόγο και χωρίς να εμποδίζεται η κυκλοφορία των έργων τους, θυμίζοντας άλλες, σκοτεινές εποχές. Και όταν το κάνουν με συνέπεια, γνωρίζοντας ότι μπορεί να πληρώσουν τίμημα, η στάση τους αξίζει να αναγνωρίζεται. Γιατί τα βιβλία γεννιούνται μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο συγκρούσεις και αντιθέσεις. Και η αξία ενός δημιουργού μετριέται και στην ικανότητά του να μην κλείνει τα μάτια όταν η πραγματικότητα απαιτεί να μιλήσει.
Δεν είναι τυχαίο ότι εκατοντάδες άνθρωποι από τον χώρο του βιβλίου, συγγραφείς, ποιητές, εικονογράφοι και επιμελητές, στέκονται στο πλευρό της Ρούνεϊ, καταγγέλλοντας τις συνέπειες της βρετανικής νομοθεσίας για την ελευθερία της έκφρασης. Σε ανοιχτή επιστολή τους προς τη βρετανική κυβέρνηση συμπυκνώνουν το μήνυμα της αλληλεγγύης τους σε μία φράση: «Αν απαγορεύετε τη Σάλι Ρούνεϊ, μας απαγορεύετε όλους».