Από το Reiki και το NLP (Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός) μέχρι τα πανεπιστημιακά certificates: τι συμβαίνει όταν η αγορά αποκτά λόγο στο τι προσφέρεται ως γνώση και ποιος μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτήν;
Αν μια ιδιωτική σχολή πρότεινε ένα σεμινάριο για το «ενεργειακό πεδίο» του
ανθρώπου, αρκετοί θα το αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη. Αν όμως στην κορυφή της ίδιας
σελίδας υπήρχε το λογότυπο ενός πανεπιστημίου, η εικόνα θα ήταν διαφορετική.
Το παράδειγμα δεν είναι υποθετικό. Το University of Central Florida προσφέρει
Certificate in Energy Medicine, στο οποίο περιλαμβάνονται το «biofield (human energy
field)», τα chakras, το Reiki, το Therapeutic Touch, το Healing Touch, η reflexology και η
craniosacral therapy. Η ίδια σελίδα υποστηρίζει ότι υπάρχουν αυξανόμενα επιστημονικά
στοιχεία για ένα ανθρώπινο «energetic system» ενσωματωμένο στο σώμα, στα
συναισθήματα και στο πνεύμα.[1]
Το εύκολο θα ήταν να σταθούμε στην παραδοξότητα αυτών των όρων. Το
ουσιαστικότερο είναι να αναρωτηθούμε πώς ισχυρισμοί με αδύναμη ή αμφισβητούμενη
επιστημονική τεκμηρίωση μπορούν να μετατρέπονται σε πανεπιστημιακά εκπαιδευτικά
προϊόντα.
Το ερώτημα, τελικά, είναι ευρύτερο: τι συμβαίνει όταν η γνώση μετατρέπεται σε
εμπόρευμα;
Από το «ενεργειακό πεδίο» στο πανεπιστήμιο
Το Andrew Weil Center for Integrative Medicine του University of Arizona προσφέρει
Fellowship in Integrative Medicine διάρκειας 1.000 ωρών και δύο ετών, για επαγγελματίες
υγείας.[2] Στο δημοσιευμένο curriculum του περιλαμβάνονται η homeopathy και η energy
medicine.[3]
Αν αφήσουμε όμως την περιγραφή του προγράμματος και στραφούμε στην
επιστημονική τεκμηρίωση, η εικόνα γίνεται διαφορετική. Το National Center for
Complementary and Integrative Health (NCCIH), φορέας των αμερικανικών National
Institutes of Health, αναφέρει ότι υπάρχουν λίγα στοιχεία που να υποστηρίζουν την
ομοιοπαθητική ως αποτελεσματική θεραπεία για οποιαδήποτε συγκεκριμένη πάθηση και
ότι βασικές αρχές της δεν συνάδουν με θεμελιώδεις επιστημονικές έννοιες.[4]
Για το Reiki, το NCCIH αναφέρει ότι δεν έχει αποδειχθεί με σαφήνεια αποτελεσματικό
για κάποιον σκοπό υγείας και ότι δεν υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση για την ύπαρξη
του ενεργειακού πεδίου που θεωρείται ότι παίζει ρόλο στην πρακτική.[5]
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένα πανεπιστήμιο μελετά μια αμφιλεγόμενη ή ακόμη και
λανθασμένη ιδέα. Η αμφισβήτηση και ο έλεγχος υποθέσεων είναι μέρος της
επιστημονικής διαδικασίας. Το ζήτημα αρχίζει όταν μια ανεπαρκώς τεκμηριωμένη ιδέα
παύει να αποτελεί απλώς αντικείμενο έρευνας ή κριτικής εξέτασης και μετατρέπεται σε
εκπαιδευτικό προϊόν προς πώληση.
Μια παράλληλη αγορά γνώσης
Δίπλα στα συμβατικά προγράμματα σπουδών έχει αναπτυχθεί ένας μεγάλος χώρος
συνεχιζόμενης εκπαίδευσης: certificates, online courses, επαγγελματικές επιμορφώσεις και
προγράμματα διά βίου μάθησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του επιχειρηματικού
μοντέλου είναι η αμερικάνικη εταιρεία ed2go. Στην επίσημη σελίδα συνεργατών της
αναφέρει δίκτυο άνω των 2.300 ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και προβάλλει προς κολέγια και
πανεπιστήμια τη δυνατότητα να αυξήσουν τις εγγραφές, να περιορίσουν το κόστος
ανάπτυξης μαθημάτων και να αξιοποιήσουν υπηρεσίες enrollment και marketing.[6]
Σε δημόσια διαθέσιμη σύμβαση του Santa Monica College με την Cengage/ed2go
προβλέπεται, για συγκεκριμένη κατηγορία εγγραφών, ότι κάθε enrollment αποδίδει
μερίδιο εσόδου 10%-15% στη λειτουργία Community Education του κολεγίου.[7]
Το συγκεκριμένο παράδειγμα αποτυπώνει έναν σαφή οικονομικό μηχανισμό: η
εγγραφή ενός εκπαιδευόμενου παράγει έσοδο. Περισσότερες εγγραφές σημαίνουν
περισσότερα έσοδα και, αντίστροφα, η απουσία επαρκούς ζήτησης περιορίζει την
οικονομική απόδοση του προγράμματος. Όταν η χρηματοδότηση μιας εκπαιδευτικής
δραστηριότητας συνδέεται με τον αριθμό των ανθρώπων που αγοράζουν το εκπαιδευτικό
προϊόν, η ζήτηση δεν είναι εξωτερική παράμετρος. Ενσωματώνεται στον ίδιο τον
μηχανισμό χρηματοδότησής του.
Αυτό δεν μας λέει ποιο ήταν το κίνητρο πίσω από κάθε συγκεκριμένη απόφαση ενός
πανεπιστημίου. Μας επιτρέπει όμως να αναγνωρίσουμε το κίνητρο που παράγει το
σύστημα: ένα πρόγραμμα που προσελκύει περισσότερες εγγραφές αποφέρει
περισσότερους πόρους από ένα πρόγραμμα που προσελκύει λιγότερες. Είναι ξεκάθαρο
λοιπόν, ότι ένα σύστημα στο οποίο τα έσοδα εξαρτώνται από τις εγγραφές δημιουργεί
οικονομικό κίνητρο για περισσότερες εγγραφές.
Η ελληνική εκδοχή
Στην Ελλάδα η συζήτηση περνά αναπόφευκτα από τα Κέντρα Επιμόρφωσης και Διά
Βίου Μάθησης των ΑΕΙ. Ο ν. 4957/2022 ορίζει ότι το ΚΕΔΙΒΙΜ είναι «αποκλειστικά
αυτοχρηματοδοτούμενο» και δεν χρηματοδοτείται από τον τακτικό προϋπολογισμό του
ΑΕΙ. Στους πόρους του περιλαμβάνονται έσοδα από την οργάνωση και παροχή
εκπαιδευτικών και επιμορφωτικών προγραμμάτων διά βίου μάθησης και συνεχιζόμενης
κατάρτισης.[8] Ο Οδηγός Χρηματοδότησης και Διαχείρισης του ΕΛΚΕ του ΕΚΠΑ
επαναλαμβάνει την ίδια αρχή και περιλαμβάνει ρητά στα έσοδα του ΚΕΔΙΒΙΜ τα
αυτοχρηματοδοτούμενα προγράμματα και άλλα έργα του.[9]
Εδώ ο οικονομικός μηχανισμός είναι συγκεκριμένος. Αν μια δομή είναι
αυτοχρηματοδοτούμενη και μέρος των πόρων της προέρχεται από τέλη φοίτησης και
εκπαιδευτικά προγράμματα, κάθε πρόσθετη εγγραφή μπορεί να αυξάνει τα σχετικά έσοδα.
Στο ΕΚΠΑ, μάλιστα, προβλέπεται παρακράτηση 16% επί των εσόδων από τέλη φοίτησης
των επιμορφωτικών και διά βίου εκπαίδευσης έργων του ΚΕΔΙΒΙΜ.[17] Η ζήτηση,
επομένως, έχει άμεση οικονομική σημασία για τη λειτουργία του συστήματος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιστημονική αξία εξαφανίζεται από τα κριτήρια επιλογής.
Σημαίνει ότι δίπλα της εισάγεται ένα ακόμη κριτήριο: η δυνατότητα του εκπαιδευτικού
προϊόντος να προσελκύσει επαρκή αριθμό ανθρώπων που θα πληρώσουν για αυτό. Και
δεν υπάρχει κανένας αναγκαίος λόγος τα δύο κριτήρια, επιστημονική αξία και εμπορική
ζήτηση, να συμπίπτουν.
Η επιστήμη ρωτά «τι ισχύει;». Η αγορά ρωτά «τι πουλάει;»
Η επιστημονική διαδικασία και η αγορά λειτουργούν με διαφορετικά κριτήρια. Η
πρώτη οφείλει να αξιολογεί ισχυρισμούς με βάση δεδομένα, μεθόδους,
αναπαραγωγιμότητα και κριτική εξέταση. Η δεύτερη ανταποκρίνεται στη ζήτηση και στην
προθυμία πληρωμής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εμπορικά επιτυχημένο πρόγραμμα είναι επιστημονικά
αδύναμο ή ότι κάθε πρόγραμμα μικρής ζήτησης είναι επιστημονικά αξιόλογο. Σημαίνει
κάτι απλούστερο: η αγορά δεν διαθέτει μηχανισμό που να εξασφαλίζει ότι αυτό που έχει
τη μεγαλύτερη ζήτηση είναι και αυτό που διαθέτει την ισχυρότερη επιστημονική
τεκμηρίωση.
Ας πάρουμε ένα καθαρά υποθετικό παράδειγμα: αν ένα πρόγραμμα προσελκύσει
πενήντα εγγραφές και ένα άλλο πεντακόσιες, σε ένα μοντέλο όπου οι εγγραφές
συνδέονται με έσοδα το δεύτερο παράγει μεγαλύτερο οικονομικό όφελος. Οι αριθμοί εδώ
είναι ενδεικτικοί· δεν αποτελούν δεδομένα για τη ζήτηση συγκεκριμένων θεματικών. Το
σημείο είναι ο μηχανισμός: όταν οι εγγραφές παράγουν έσοδα, η μεγαλύτερη ζήτηση
δημιουργεί οικονομικό πλεονέκτημα ανεξάρτητα από το αν συνοδεύεται από μεγαλύτερη
επιστημονική αξία.
Το NLP (Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός) ως χαρακτηριστικό παράδειγμα
Στο Certificate in Coaching – AC Accredited του E-Learning ΕΚΠΑ, διάρκειας έξι μηνών
και 150 ωρών, ο Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός (NLP) περιλαμβάνεται ρητά στα
«Θεωρητικά Πλαίσια» του προγράμματος.[10]
Η παρουσία του NLP σε ένα πρόγραμμα δεν αρκεί για να γνωρίζουμε πώς ακριβώς
διδάσκεται ή ποιους ισχυρισμούς υιοθετεί το πρόγραμμα. Μπορούμε όμως να ελέγξουμε
την επιστημονική τεκμηρίωση του NLP σε συγκεκριμένα πεδία.
Μια συστηματική ανασκόπηση του 2012 για τις επιδράσεις του NLP σε αποτελέσματα
υγείας εντόπισε 1.459 τίτλους και συμπεριέλαβε τελικά δέκα πειραματικές μελέτες. Πέντε
ήταν τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές. Οι τέσσερις από τις πέντε δεν βρήκαν
στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ ομάδων, ενώ ο κίνδυνος μεροληψίας στις μελέτες
κρίθηκε υψηλός ή αβέβαιος. Οι συγγραφείς κατέληξαν ότι υπάρχουν λίγα στοιχεία πως οι
παρεμβάσεις NLP βελτιώνουν αποτελέσματα υγείας και διευκρίνισαν ότι το συμπέρασμα
αντανακλά την περιορισμένη ποσότητα και ποιότητα της έρευνας.[11]
Η διάκριση είναι σημαντική: η ανεπαρκής τεκμηρίωση δεν είναι απόδειξη ανυπαρξίας
αποτελέσματος. Δεν μπορεί όμως και να μετατραπεί σε τεκμήριο αποτελεσματικότητας. Το
βάρος της απόδειξης παραμένει σε εκείνον που προβάλλει τον ισχυρισμό.
Το πανεπιστημιακό όνομα δεν είναι επιστημονικό δεδομένο
Όταν ένα εκπαιδευτικό προϊόν προσφέρεται από πανεπιστήμιο, φέρει μαζί του το
όνομα και το θεσμικό κύρος του ιδρύματος. Το ίδιο το E-Learning ΕΚΠΑ αναφέρει στη
σελίδα της κατεύθυνσης Coaching ότι «με τη σφραγίδα» του ΕΚΠΑ εξασφαλίζονται
ακαδημαϊκή εγκυρότητα και ποιότητα.[12]
Αυτό, όμως, δεν αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο κρίνεται ένας επιστημονικός
ισχυρισμός. Η παρουσία μιας θεωρίας σε πανεπιστημιακό πρόγραμμα δεν αποτελεί
απόδειξη της θεωρίας. Η απόδειξη βρίσκεται στα δεδομένα, στις μελέτες, στην ποιότητα
της μεθοδολογίας, στην αναπαραγωγή των αποτελεσμάτων και στη συνολική κατάσταση
της βιβλιογραφίας.
Εδώ βρίσκεται και ένας πραγματικός κίνδυνος σύγχυσης: η πιστοποίηση της ποιότητας
ενός εκπαιδευτικού προγράμματος και η επιστημονική επιβεβαίωση κάθε θεωρίας που
αναφέρεται μέσα σε αυτό είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Το πανεπιστημιακό λογότυπο
δεν μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο επιστημονικής απόδειξης.
Η άλλη όψη: ποιος έχει πρόσβαση;
Η συζήτηση για την εμπορευματοποίηση της γνώσης δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο.
Αφορά και την πρόσβαση.
Τα νεότερα συγκριτικά στοιχεία του OECD δείχνουν ισχυρές ανισότητες στη συμμετοχή
των ενηλίκων στην εκπαίδευση και κατάρτιση. Με δεδομένα PIAAC 2023, κατά μέσο όρο
26% των ενηλίκων με χαμηλή αναγνωστική επάρκεια συμμετείχαν σε adult learning, έναντι
70% όσων βρίσκονταν στα υψηλότερα επίπεδα αναγνωστικής επάρκειας.[13]
Το OECD Skills Outlook 2025 καταγράφει επίσης διαφορές στο είδος της κατάρτισης.
Ενήλικες από κοινωνικοοικονομικά μειονεκτικά περιβάλλοντα υπερεκπροσωπούνται σε
training για χειρισμό μηχανημάτων/εξοπλισμού και ασφάλεια, ενώ άτομα από
περισσότερο ευνοημένα περιβάλλοντα εμφανίζονται συχνότερα σε project management,
ξένες γλώσσες και αριθμητικές δεξιότητες. Ο ίδιος ο OECD σημειώνει ότι αυτή η
διαφοροποίηση κινδυνεύει να παγιώσει υπάρχουσες ανισότητες στην επαγγελματική
τοποθέτηση αντί να ενισχύσει την ανοδική κινητικότητα.[14]
Και στην Ελλάδα το κόστος μετράει
Για την Ελλάδα, η OECD Economic Survey 2024, χρησιμοποιώντας στοιχεία της Adult
Education Survey 2022 της Eurostat, αναφέρει ότι το κόστος και οι χρονικοί περιορισμοί
αποτελούν σημαντικά εμπόδια στη συμμετοχή στην εκπαίδευση ενηλίκων. Ο παράγοντας
κόστους εμφανίζεται σχετικά ισχυρότερος στην Ελλάδα από τον μέσο όρο της ΕΕ, ιδίως
στις ηλικίες 25-34, στις γυναίκες και σε άτομα με επαγγελματική εκπαίδευση.[15]
Παλαιότερα συγκριτικά στοιχεία του OECD έδειχναν ότι στην Ελλάδα 44% των
συμμετεχόντων σε μη τυπική μάθηση συνεισέφεραν οικονομικά στο κόστος της
κατάρτισής τους, έναντι 21% κατά μέσο όρο στις ευρωπαϊκές χώρες του δείγματος. Στην
ίδια έκθεση, πάνω από 30% των ενηλίκων στην Ελλάδα που ήθελαν να συμμετάσχουν σε
περισσότερη κατάρτιση αλλά δεν το έκαναν ανέφεραν ότι ήταν υπερβολικά ακριβή, έναντι
16% κατά μέσο όρο στον OECD.[16] Τα ποσοστά αυτά είναι παλαιότερα και δεν
παρουσιάζονται εδώ ως σημερινή μέτρηση. Η νεότερη έρευνα του 2022, πάντως,
εξακολουθεί να καταγράφει το κόστος ως σημαντικό εμπόδιο.[15]
Όταν η γνώση αποκτά τιμή εισόδου
Το ζήτημα γίνεται χειροπιαστό αν δούμε ένα πραγματικό πρόγραμμα. Στις 22
Σεπτεμβρίου 2026, η επίσημη σελίδα του Certificate in Coaching – AC Accredited του ΕΚΠΑ
ανέγραφε κανονικά δίδακτρα 1.250 ευρώ σε δόσεις ή 1.180 ευρώ εφάπαξ, πριν από την
τότε ισχύουσα ειδική έκπτωση.[10]
Το συγκεκριμένο ποσό δεν μετρά από μόνο του το μέγεθος του κοινωνικού
αποκλεισμού. Γνωρίζουμε όμως από την Adult Education Survey ότι το κόστος αποτελεί
πραγματικό εμπόδιο συμμετοχής στην Ελλάδα.[15] Ακόμη και το ίδιο το E-Learning ΕΚΠΑ
αιτιολογεί την τρέχουσα ειδική έκπτωσή του με τον «περιορισμό στο διαθέσιμο
εισόδημα» και προβλέπει πρόσθετες εκπτώσεις, μεταξύ άλλων, για ανέργους και χαμηλά
εισοδήματα.[10] Επομένως, όταν η πρόσβαση προϋποθέτει ιδιωτική δαπάνη, η οικονομική
δυνατότητα είναι αναγνωρισμένος παράγοντας συμμετοχής.
Η διά βίου μάθηση δεν λειτουργεί σε κοινωνικό κενό. Όποιος διαθέτει ήδη μεγαλύτερο
οικονομικό, εκπαιδευτικό ή επαγγελματικό κεφάλαιο βρίσκεται συχνά σε καλύτερη θέση
να επενδύσει σε πρόσθετη κατάρτιση. Τα στοιχεία του OECD δείχνουν ότι οι ευκαιρίες
adult learning είναι ήδη άνισα κατανεμημένες και ότι οι διαφορές στο είδος της
κατάρτισης μπορούν να παγιώσουν υπάρχουσες ανισότητες.[13][14]
Από τον Νοστράδαμο στα πανεπιστημιακά certificates
Εδώ επιστρέφουμε σε έναν γνώριμο μηχανισμό από τη δημοσιογραφία. Όταν ένα μέσο
χρηματοδοτείται από την προσοχή του κοινού, τα clicks αποκτούν οικονομική αξία. Ένα
σοβαρό άρθρο και ένας εντυπωσιοθηρικός τίτλος δεν αμείβονται αναγκαστικά ανάλογα με
την ποιότητά τους αλλά ανάλογα με την προσοχή που καταφέρνουν να συγκεντρώσουν.
Η αναλογία με τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση δεν σημαίνει ότι τα δύο πεδία είναι
ταυτόσημα. Αναδεικνύει όμως τον ίδιο βασικό τύπο κινήτρου: όταν το έσοδο συνδέεται με
τη ζήτηση, αυτό που προσελκύει περισσότερους ανθρώπους αποκτά οικονομικό
πλεονέκτημα.
Στην περίπτωση των αυτοχρηματοδοτούμενων εκπαιδευτικών δομών η αλυσίδα είναι
απλή: ζήτηση, εγγραφές, έσοδα. Το θεσμικό πλαίσιο των ΚΕΔΙΒΙΜ και συγκεκριμένα
μοντέλα συνεργασίας, όπως αυτό του Santa Monica College, τεκμηριώνουν ότι οι
εγγραφές και τα εκπαιδευτικά προγράμματα αποτελούν πηγές πόρων.[7][8][9]
Δεν έχουμε από αυτά τα δεδομένα απόδειξη ότι το Reiki, το NLP ή οποιοδήποτε
συγκεκριμένο πρόγραμμα επιλέχθηκε για οικονομικούς λόγους. Έχουμε όμως κάτι
διαφορετικό και εξίσου πραγματικό: ένα σύστημα στο οποίο η εμπορική επιτυχία ενός
προγράμματος έχει οικονομικές συνέπειες για τον φορέα που το προσφέρει.
Δεν είναι λοιπόν θέμα «υπεύθυνου πανεπιστημίου»
Η εύκολη απάντηση είναι να ζητήσουμε από τα πανεπιστήμια να είναι περισσότερο
υπεύθυνα: να επιλέγουν μόνο επιστημονικά ισχυρά προγράμματα και να αντιστέκονται σε
ό,τι είναι εμπορικά ελκυστικό αλλά επιστημονικά αδύναμο.
Αυτό μεταφέρει ένα δομικό πρόβλημα στο επίπεδο της ατομικής ηθικής. Ζητάμε από
μια αυτοχρηματοδοτούμενη δομή να αντλεί πόρους από εκπαιδευτικά προϊόντα και
ταυτόχρονα να συμπεριφέρεται σαν η δυνατότητα αυτών των προϊόντων να παράγουν
έσοδα να μην έχει σημασία.
Η ύπαρξη οικονομικού κινήτρου δεν καθορίζει μηχανιστικά κάθε απόφαση. Τα κίνητρα
δεν λειτουργούν έτσι. Μεταβάλλουν όμως το περιβάλλον μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι
αποφάσεις: κάνουν ορισμένες επιλογές οικονομικά ευνοϊκότερες από άλλες. Αυτό ακριβώς
είναι που πρέπει να εξετάσουμε, αντί να αναζητούμε κάθε φορά μια δήλωση πρόθεσης
από κάποιον υπεύθυνο.
Το κρίσιμο λοιπόν δεν είναι αν ένας συγκεκριμένος πανεπιστημιακός «υπέκυψε στην
αγορά». Είναι γιατί έχουμε οργανώσει τμήματα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης έτσι
ώστε η αγορά να διαθέτει έναν μόνιμο μηχανισμό επιβράβευσης και αποθάρρυνσης
επιλογών.
Η αποσύνδεση της γνώσης από την αγορά
Η γνώση έχει μια ιδιότητα που τη διαφοροποιεί από πολλά υλικά αγαθά: η χρήση μιας
ιδέας από έναν άνθρωπο δεν εμποδίζει έναν δεύτερο να χρησιμοποιήσει την ίδια ιδέα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η έρευνα, η διδασκαλία και η εκπαιδευτική υποδομή δεν έχουν
κόστος. Σημαίνει ότι το κοινωνικό ζήτημα είναι ποιος αναλαμβάνει αυτό το κόστος και με
ποια κριτήρια κατανέμεται η πρόσβαση.
Η θέση αυτού του άρθρου είναι ότι η παραγωγή και η μετάδοση της γνώσης πρέπει να
αποσυνδεθούν από την ανάγκη εμπορικής επιτυχίας του επιμέρους εκπαιδευτικού
προϊόντος. Η γνώση, η μόρφωση και η επιστήμη είναι πανανθρώπινα κεκτημένα και δεν
πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν εμπορεύματα.
Ένα δημόσιο πανεπιστήμιο πρέπει να μπορεί να προσφέρει ένα επιστημονικά και
κοινωνικά σημαντικό πρόγραμμα ακόμη κι αν ενδιαφέρει λίγους ανθρώπους. Πρέπει
επίσης να μπορεί να αρνηθεί ένα επιστημονικά αδύναμο πρόγραμμα ακόμη κι αν υπάρχει
μεγάλη αγορά γι’ αυτό, χωρίς η οικονομική του βιωσιμότητα να εξαρτάται από αυτή την
επιλογή.
Υπάρχει και η δεύτερη πλευρά. Όταν η πρόσβαση στη γνώση αποκτά υψηλή τιμή, το
εισόδημα αποκτά ρόλο στο ποιος μπορεί να τη διεκδικήσει. Τα στοιχεία του OECD για τη
συμμετοχή στην εκπαίδευση ενηλίκων και τα οικονομικά εμπόδια δείχνουν ότι αυτή η
διάσταση δεν είναι θεωρητική.[13][14][15][16]
Όταν η γνώση μετατρέπεται σε εμπόρευμα, λοιπόν, εμφανίζονται δύο διαφορετικοί
αλλά συνδεδεμένοι μηχανισμοί. Από τη μία, η ζήτηση αποκτά οικονομικό βάρος στο ποια
εκπαιδευτικά προϊόντα είναι βιώσιμα. Από την άλλη, η αγοραστική δυνατότητα αποκτά
βάρος στο ποιος μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτά.
Τα Reiki, τα chakras ή το NLP είναι τα πιο εύκολα ορατά παραδείγματα. Το πραγματικό
ζήτημα βρίσκεται βαθύτερα. Έχουμε ζητήσει από το πανεπιστήμιο να μπει στην αγορά και
στη συνέχεια απορούμε όταν η αγορά μπαίνει στο πανεπιστήμιο.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο τι είδους σεμινάρια πρέπει να προσφέρουν τα
πανεπιστήμια. Είναι τι θεωρούμε ότι είναι η γνώση: ένα προϊόν, του οποίου την
προσφορά επηρεάζει η ζήτηση και την πρόσβαση η αγοραστική δυνατότητα, ή ένα
κοινωνικό αγαθό, του οποίου την παραγωγή πρέπει να καθορίζουν πρωτίστως η
επιστημονική αναζήτηση και οι κοινωνικές ανάγκες;
Η αγορά μπορεί να μας πει τι έχει ζήτηση. Δεν μπορεί να μας πει τι είναι αλήθεια. Και
δεν υπάρχει κανένας λόγος να της αναθέσουμε να αποφασίζει ποιος έχει τη δυνατότητα
να τη γνωρίσει.
(*) Παναγιώτης Λιαγκριδώνης, εκπαιδευτικός
Πηγές
[1] University of Central Florida, Continuing Education, “Certificate in Energy Medicine (Self-
Guided)”. https://www.ce.ucf.edu/ucf/course/course.aspx?C=937&pc=25&sc=0
[2] Andrew Weil Center for Integrative Medicine, University of Arizona, “Fellowship in
Integrative Medicine”. https://awcim.arizona.edu/education/fellowship/
[3] Andrew Weil Center for Integrative Medicine, University of Arizona, “Fellowship
Curriculum”. https://awcim.arizona.edu/education/fellowship/curriculum.html
[4] National Center for Complementary and Integrative Health (NIH), “Homeopathy”.
https://www.nccih.nih.gov/health/homeopathy
[5] National Center for Complementary and Integrative Health (NIH), “Reiki”.
https://www.nccih.nih.gov/health/reiki
[6] ed2go, “Become a Partner”. https://partner.ed2go.com/become-a-partner/
[7] Santa Monica College, “2026-2027 Annual Contracts and Consultants”, Cengage/ed2go.
https://admin.smc.edu/administration/governance/board-of-trustees/documents/2026-
2027-Annual-Contracts.pdf
[8] Ν. 4957/2022, θεσμικό πλαίσιο ΚΕΔΙΒΙΜ: αυτοχρηματοδότηση και πόροι από
εκπαιδευτικά προγράμματα. https://archive.opengov.gr/ypepth/?cpage=18&p=5957
[9] ΕΛΚΕ ΕΚΠΑ, Οδηγός Χρηματοδότησης και Διαχείρισης: πόροι ΚΕΔΙΒΙΜ και
αυτοχρηματοδοτούμενα προγράμματα.
https://www.elke.uoa.gr/Files/pdfs/Odigos/%CE%9F%CE%94%CE%97%CE%93%CE%9F%
CE%A3-
%CE%A7%CE%A1%CE%97%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%9F%CE%94%CE%9F%CE%A4%
CE%97%CE%A3%CE%97%CE%A3-%CE%9A%CE%91%CE%99-
%CE%94%CE%99%CE%91%CE%A7%CE%95%CE%99%CE%A1%CE%99%CE%A3%CE%97%
CE%A3-%CE%95%CE%9B%CE%9A%CE%95-%CE%95%CE%9A%CE%A0%CE%91-2023.pdf
[10] E-Learning ΕΚΠΑ, “Certificate in Coaching – AC Accredited”.
https://elearningekpa.gr/courses/certificate-in-coaching-ac-accredited
[11] Sturt J. et al. (2012), “Neurolinguistic programming: a systematic review of the effects
on health outcomes”, British Journal of General Practice 62(604): e757-e764.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/23211179/
[12] E-Learning ΕΚΠΑ, κατηγορία “Coaching”. https://elearningekpa.gr/categories/coaching
[13] OECD, Education at a Glance 2025, adult participation in education and training (PIAAC
2023). https://www.oecd.org/en/publications/education-at-a-glance-2025_1c0d9c79-
en/full-report/to-what-extent-do-adults-participate-in-education-and-
training_85e1ebf6.html
[14] OECD Skills Outlook 2025, “How learning evolves across the life course”.
https://www.oecd.org/en/publications/oecd-skills-outlook-2025_26163cd3-en/full-
report/how-learning-evolves-across-the-life-course_7abab55b.html
[15] OECD Economic Surveys: Greece 2024, στοιχεία Adult Education Survey 2022 για
εμπόδια συμμετοχής. https://www.oecd.org/en/publications/oecd-economic-surveys-
greece-2024_a35a56b6-en/full-report/boosting-firm-growth-and-
innovation_56e191f0.html
[16] OECD (2019), Getting Skills Right: Future-Ready Adult Learning Systems, “Financing
adult learning”. https://www.oecd.org/en/publications/getting-skills-right-future-ready-
adult-learning-systems_9789264311756-en/full-report/component-9.html
[17] ΕΛΚΕ ΕΚΠΑ, απόφαση παρακρατήσεων: 16% επί των εσόδων από τέλη φοίτησης των
επιμορφωτικών και διά βίου εκπαίδευσης έργων του ΚΕΔΙΒΙΜ.
https://www.elke.uoa.gr/ApofaseisSigklitou/Details/20