*του Νίκου Μαρκάτου
Ποιος πληρώνει το πλεόνασμα;
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα ως απόδειξη οικονομικής επιτυχίας. Οι αριθμοί, πράγματι, εμφανίζονται εντυπωσιακοί: το 2025 το πρωτογενές πλεόνασμα έφθασε περίπου στο 4,9% του ΑΕΠ, δηλαδή πάνω από 12 δισ. ευρώ.
Αλλά οι αριθμοί δεν πρέπει μόνο να εντυπωσιάζουν.
Πρέπει και να εξηγούνται.
Γιατί το κράτος δεν παράγει πλεονάσματα από μόνο του. Τα πλεονάσματα προέρχονται από φόρους, εισφορές, περιορισμό δαπανών και γενικότερα από τη διαφορά ανάμεσα σε όσα εισπράττει και όσα επιστρέφει στην κοινωνία.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα:
Ποιος πληρώνει το υπερπλεόνασμα;
Σε μια χώρα με υψηλή έμμεση φορολογία, μεγάλο βάρος ΦΠΑ και επίμονη ακρίβεια, ένα σημαντικό μέρος των αυξημένων κρατικών εσόδων προέρχεται από την καθημερινή κατανάλωση.
Όταν ένα προϊόν από 100 ευρώ πηγαίνει στα 120, το κράτος εισπράττει περισσότερο ΦΠΑ χωρίς να αλλάξει ούτε έναν φορολογικό συντελεστή.
Έτσι, ο πληθωρισμός που μειώνει την αγοραστική δύναμη του πολίτη μπορεί ταυτόχρονα να αυξάνει τα φορολογικά έσοδα του κράτους.
Παράδοξο; Όχι. Οικονομική πραγματικότητα.
Και γι’ αυτό το πλεόνασμα δεν είναι από μόνο του ούτε καλό ούτε κακό.
Ένα λογικό πρωτογενές πλεόνασμα είναι αναγκαίο για μια χώρα με υψηλό δημόσιο χρέος. Η δημοσιονομική σταθερότητα έχει φυσικά αξία.
Αλλά άλλο σταθερότητα και άλλο δημοσιονομικός πρωταθλητισμός.
Όταν το κράτος συγκεντρώνει πολύ περισσότερα από όσα απαιτούν οι στόχοι, ενώ ο πολίτης δυσκολεύεται να πληρώσει το supermarket, το ενοίκιο, την ενέργεια, την παιδεία και την υγεία του, τότε υπάρχει πρόβλημα κοινωνικής προτεραιότητας.
Τι νόημα έχει ένα κράτος με γεμάτο ταμείο και μια κοινωνία με άδειο πορτοφόλι;
Μας λένε επίσης ότι τα πλεονάσματα επιτρέπουν την ταχύτερη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους.
Ορθώς πρέπει η χώρα να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της.
Αλλά άλλο συνέπεια και άλλο δουλοπρεπής βιασύνη προς εκείνους που γνωρίζουμε πως μας φέρθηκαν όταν είχαμε ανάγκη.
Η πρόωρη εξόφληση χρέους έχει οικονομικό νόημα όταν μειώνει σημαντικά τόκους και κινδύνους. Δεν είναι όμως αυτονόητο ότι κάθε διαθέσιμο δισεκατομμύριο πρέπει να κατευθύνεται στους δανειστές.
Υπάρχει και το λεγόμενο κόστος ευκαιρίας.Τι αποδίδει περισσότερο στη χώρα;
Να αποπληρώσουμε ένα ακόμη μέρος ενός μακροχρόνιου δανείου ή να επενδύσουμε το ίδιο ποσό σε νοσοκομεία, σχολεία, Πανεπιστήμια, κοινωνική κατοικία, υποδομές, έρευνα και παραγωγικές επενδύσεις;
Το χρέος, άλλωστε, δεν μειώνεται μόνο όταν μειώνεται ο αριθμητής.
Μειώνεται και όταν μεγαλώνει ο παρονομαστής: το ΑΕΠ.
Μια χώρα που επενδύει, αναπτύσσεται και αυξάνει την παραγωγικότητά της μπορεί να μειώσει πολύ αποτελεσματικότερα το βάρος του χρέους της.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη.Δεν έχουμε ξεχάσει πώς αντιμετωπίστηκε η Ελλάδα την περίοδο της κρίσης.Μισθοί μειώθηκαν, συντάξεις περικόπηκαν, η ανεργία εκτινάχθηκε, εκατοντάδες χιλιάδες νέοι έφυγαν στο εξωτερικό και μια ολόκληρη κοινωνία πλήρωσε βαρύ τίμημα.
Ασφαλώς οι υποχρεώσεις πρέπει να τηρούνται.Αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος η πρόωρη εξόφληση των πιστωτών να μετατρέπεται σε ύψιστο εθνικό ιδανικό.
Το κράτος δεν υπάρχει για να ικανοποιεί τους πιστωτές του.Υπάρχει πρωτίστως για να υπηρετεί τους πολίτες του.Γι’ αυτό χρειάζεται αλλαγή προτεραιοτήτων. Λιγότερη έμμεση φορολογία στα βασικά αγαθά. Ουσιαστική ενίσχυση των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων. Περισσότερη δημόσια υγεία και παιδεία (είμαστε προτελευταίοι στις δαπάνες για δημόσια παιδεία). Περισσότερες επενδύσεις που δημιουργούν πραγματικό πλούτο. Και ασφαλώς σοβαρή, υπεύθυνη διαχείριση του χρέους.
Χωρίς όμως να θεωρούμε ότι όσο μεγαλύτερο είναι το πλεόνασμα τόσο καλύτερη είναι και η οικονομία. Γιατί η οικονομική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το τι περισσεύει στο κράτος. Κρίνεται και από το τι περισσεύει στον πολίτη αφού πληρώσει για να ζήσει.
Πλεόνασμα στα δημόσια ταμεία και έλλειμμα στα νοικοκυριά δεν είναι οικονομικό θαύμα.
Είναι κοινωνική αντίφαση και κυβερνητική αποτυχία.
*Πρώην πρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, πρώην Κοσμήτορας Σχολής Χημικών Μηχανικών και νυν ομότιμος καθηγητής της Σχολής Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ και Επισκέπτης Καθηγητής του Πανεπιστημίου Τέξας Α&Μ.