Το βουητό των μηχανών πρέπει να γίνει βρυχηθμός», διαμήνυσε χτες ο γγ του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, από την Αγκυρα και το βήμα του «Φόρουμ Αμυντικής Βιομηχανίας» με το οποίο ξεκίνησαν οι διήμερες εργασίες της Συνόδου Κορυφής της λυκοσυμμαχίας, επιβεβαιώνοντας ότι φουντώνουν ιλιγγιωδώς οι παγκόσμιες πολεμικές προετοιμασίες που πλαισιώνουν την αναμέτρηση για την πρωτοκαθεδρία στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα.
(Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη»)
Κληθείς άλλωστε, μία μέρα πριν, να απαντήσει σε ένα από τα όλο και συχνότερα ερωτήματα για τις τριβές εντός ΝΑΤΟ, ο Ρούτε επέστησε την προσοχή στις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες που έχει η αντιμετώπιση της Κίνας. Τόνισε έτσι ότι οι προσδοκίες των ΗΠΑ από τα άλλα μέλη του ΝΑΤΟ είναι «σημαντικές», γιατί στην Ουάσιγκτον «αξιολογείται ξανά τι μπορούν να προσφέρουν στο ΝΑΤΟ σε περίπτωση σύγκρουσης σε “δύο θέατρα”, ας πούμε, συγκρούσεων, στον Ινδο-Ειρηνικό και ταυτόχρονα στο ευρωατλαντικό».
Γι’ αυτό και ο Ρούτε υπογράμμισε ότι «η βιομηχανία σε όλα τα έθνη που εκπροσωπούνται εδώ πρέπει να είναι έτοιμη να αναλάβει περισσότερα ρίσκα», ξεκαθαρίζοντας κυνικά πως «η ζήτηση υπάρχει, και το ξέρετε (…) Το βουητό των μηχανών πρέπει να γίνει βρυχηθμός!».
Πρωτοβουλίες και για «κρίσιμα αμυντικά υλικά»
Σε αυτό το πλαίσιο, επενδύσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων ανακοινώθηκε ότι θα προχωρήσουν άμεσα. Μόνο την επόμενη πενταετία θα διατεθούν πάνω από 40 δισ. δολάρια σε «ικανότητες αντι-drone». Δεσμευόμενος δε ότι ο στόλος του ΝΑΤΟ προσεγγίζει έτσι τον στόχο του για έναν πλήρη στόλο 12 αεροσκαφών, ο Ρούτε επεσήμανε – σύμφωνα με μια σειρά σχετικά αναλυτικά ρεπορτάζ – ότι οι Σύμμαχοι δεσμεύονται να εργαστούν από κοινού και για να αποκτήσουν, να αποθηκεύσουν, να μεταφέρουν και να διαχειριστούν αποθέματα «κρίσιμων αμυντικών υλικών», όπως ανέφερε. Εμμέσως πλην σαφώς παρέπεμψε στο πρόταγμα για τη βελτίωση των πυρηνικών δυνατοτήτων της λυκοσυμμαχίας, που εξετάζεται εδώ και καιρό.
Σημειωτέον, ο Ρούτε μίλησε για «πρωτοβουλία που περιλαμβάνει» χώρες όπως το Βέλγιο, ο Καναδάς, η Δανία, η Φινλανδία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, η Νορβηγία, η Ισπανία, η Σουηδία, η Τουρκία αλλά και η Ελλάδα.
«Πολύ ιδιαίτερη η σχέση» ΗΠΑ – Τουρκίας
Η απαίτηση για άμεση εκτόξευση και προσαρμογή των πολεμικών δαπανών των κρατών – μελών στις εξοπλιστικές ανάγκες για μία γενικευμένη στρατιωτική αναμέτρηση επιδρά και στην αξία που αποδίδεται στην Τουρκία, με δεδομένη και την τεράστια ανάπτυξη που χαρακτηρίζει την πολεμική της βιομηχανία τα τελευταία χρόνια.
Σε αυτό το πλαίσιο, τον γύρο του κόσμου έκαναν τα πλάνα από τη μεγαλοπρεπή υποδοχή που επιφύλαξε ο Τούρκος Πρόεδρος Ρ. Τ. Ερντογάν στον Αμερικανό ομόλογό του, Ντ. Τραμπ, τον οποίο υποδέχτηκε αυτοπροσώπως στο αεροδρόμιο.
Στις δηλώσεις που έγιναν πριν την επίσημη συνάντησή τους αποτυπώθηκε καθαρά το αλισβερίσι που φουντώνει, με επίκεντρο και τις διμερείς μπίζνες, στις οποίες επενδύουν πολύπλευρα μονοπωλιακοί κολοσσοί μιας σειράς κρίσιμων κλάδων.
Ο Τραμπ χαρακτήρισε τον Ερντογάν «σπουδαίο», «σκληρό» αλλά και «σεβαστό» ηγέτη, με τον οποίο «από την αρχή είχαμε καλή χημεία», σημειώνοντας την «πολύ ιδιαίτερη σχέση» των δύο χωρών και επαναλαμβάνοντας ότι «ο κόσμος δεν γνωρίζει πόσο ισχυρή είναι στην πραγματικότητα» η Τουρκία. Για πολλοστή φορά επιβεβαίωσε ότι η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα συμπαραγωγής των F-35 είναι κάτι που εδώ και καιρό εξετάζεται θετικά, όπως και ότι εξίσου αποφασιστικά μελετάται η άρση κυρώσεων που της είχαν επιβληθεί λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400, αφού μάλιστα «η Τουρκία έχει υπάρξει από πολλές απόψεις πολύ πιο πιστή από άλλες χώρες που πιστεύαμε ότι θα ήταν πιστές»…
Ο Αμερικανός ηγέτης δεν παρέλειψε να διατυπώσει για άλλη μια φορά με σαφήνεια τη δυσαρέσκειά του για τη στάση μιας σειράς Ευρωπαίων «συμμάχων», που «πραγματικά δεν ήταν πρόθυμοι να κάνουν κάτι για να μας βοηθήσουν», ονοματίζοντας ρητά Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία, Ιταλία κ.ά. Πριν αναχωρήσει άλλωστε από την Ουάσιγκτον έκρινε σκόπιμο να πει ότι «ο μόνος λόγος» που πάει ο ίδιος στη Σύνοδο «είναι ο Ερντογάν»…
Παζάρια
Την ίδια στιγμή, βέβαια, τόσο στο πλαίσιο της ίδιας της Συνόδου όσο και στο περιθώριο αυτής, αναμφίβολα θα «τρέξουν» μια σειρά επαφές προς «εξομάλυνση» διαφόρων τριβών και διαφωνιών, που αναδεικνύουν όλο και περισσότερο την αστάθεια που διακρίνει κάθε λυκοσυμμαχία. Χαρακτηριστικές είναι οι πληροφορίες της ιταλικής «Λα Ρεπούμπλικα», που επικαλούμενη Αμερικανό κυβερνητικό αξιωματούχο μετέδωσε ότι η Ουάσιγκτον εντοπίζει πως «πρέπει οπωσδήποτε να αποκαταστήσουμε τη σχέση με την Τζόρτζια Μελόνι και εργαζόμαστε προς αυτήν την κατεύθυνση», περιγράφοντας τη Σύνοδο στην Αγκυρα ως «την κατάλληλη ευκαιρία, με κάποιες τυπικές αλλά και ουσιαστικές κινήσεις» και πιθανολογώντας για ανάθεση σε Τουρκία και Ιταλία από κοινού περισσότερης δράσης στη Λιβύη, «προκειμένου να σταθεροποιηθεί, ώστε να αξιοποιήσει τους πόρους της».
Οπως εξήγησε ο Αμερικανός διπλωμάτης «συζήτησε με τους Ιταλούς συναδέλφους του μια χειρονομία καλής θέλησης», ενώ ήδη ο σύμβουλος του Τραμπ για την Αφρική και τη Μέση Ανατολή, Μασάντ Μπούλος, «εργάζεται για τη δημιουργία μιας ενιαίας κυβέρνησης στην πρώην ιταλική αποικία και πιέζει τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες να επενδύσουν στη χώρα, όπως έχουν ήδη κάνει η “ConocoPhillips” και η “Chevron”», παρατηρώντας πως «η “Eni” φοβάται ότι θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση, και η Ρώμη έχει ανάγκη από αυτούς τους πόρους και τα χρήματα που αποφέρουν».
(Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη»)