Πολιτισμός

Μπρεχτικό υλικό για περφόρμανς

Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Ο καταποντισμός του εγωιστή Γιόχαν Φάτσερ». Σκηνοθεσία: Σίμος Κακάλας. Εθνικό Θέατρο ‒ Πειραματική Σκηνή.

Η πρόσφορη σε πειραματισμούς, όπως απαιτεί το όνομά της, Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου  που διευθύνουν δύο τολμηρά πειραματιζόμενοι και οι ίδιοι νέοι σκηνοθέτες, ο Ανέστης Αζάς και ο Πρόδρομος Τσινικόρης κάλεσε φέτος το ανατρεπτικό «παιδί» του θεάτρου μας, τον Σίμο Κακάλα, να δοκιμαστεί με το  λαβυρινθώδες, ανολοκλήρωτο έργο του Μπρεχτ, το «Υλικό Φάτσερ». Ο γερμανός δραματουργός και σκηνοθέτης δούλευε το έργο από το 1926 έως το 1931, αφήνοντας τελικά πίσω του σχέδια για σκηνές και διαλόγους, χορικά και αποσπάσματα, σημειώσεις για τον μύθο και τα δραματικά πρόσωπα, όχι όμως ένα ολοκληρωμένο κείμενο.

Η έμπειρη Ελένη Βαροπούλου που αναμετρήθηκε με τη μετάφραση του υλικού, δημιούργησε μια διασκευή του δίνοντας το προβάδισμα στο «Ντοκουμέντο Φάτσερ» (σκηνές, διαλόγους, χορικά) ώστε να δημιουργήσει μια «θεατρική δράση Φάτσερ» όπως αποκαλύπτει η ίδια στο σημείωμά της στο Πρόγραμμα της παράστασης. Παράλληλα, το «Σχόλιο Φάτσερ» συνιστούσε ένα είδος εγχειριδίου που δίνει υλικό για τη σκηνική περφόρμανς, αντίστοιχη εκείνης που οι ηθοποιοί μιας παράστασης δημιουργούν με τα σχόλιά τους επ’ αυτής. Υλικό που ταιριάζει απόλυτα με τη δουλειά που κάνει ο Σίμος Κακάλας στις παραστάσεις του, αρχής γενομένης από τις πολυάριθμες εκδοχές της αλησμόνητης και ανεπανάληπτης στη σύλληψη και εκτέλεσή της «Gόλfω» του Περεσιάδη.

                                           Σπαράγματα ιστορίας

Η σε μορφή τεμαχίων υπόθεση του έργου της μπρεχτικής αποσπασματικής γραφής αναφέρεται στην περίπτωση τεσσάρων λιποτακτών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οι οποίοι καταφεύγουν για να κρυφτούν στην πόλη Μιλχάιμ, στη Ρουρ, περιμένοντας ότι ο πόλεμος θα λήξει με την εξέγερση του λαού και αυτοί θα δικαιωθούν για την πράξη τους. Επιδιώκουν ελάχιστες συναναστροφές με τους κατοίκους ώστε να μην αποκαλυφθούν αλλά αυτό δεν τους αποτρέπει από το να γνωρίσουν κοπέλες της περιοχής αλλά και να μπλέξουν σε καβγάδες.

Ο Φάτσερ, ένας από τους τέσσερις, θα ξυλοκοπηθεί άγρια χωρίς οι άλλοι τρεις να παρέμβουν ενώ κάποια στιγμή θα θεωρηθεί   ότι φέρεται εγωιστικά, σε βάρος της ομάδας και θα εκτελεστεί από τους υπόλοιπους. Οι λεπτομέρειες του γεγονότος αλλά και η τύχη των υπολοίπων μοιάζει να έχουν μείνει μετέωρες δραματουργικά παρόλο που στο αφηγηματικό (επικό) μέρος της αρχής δηλώνεται και ο δικός τους θάνατος. Η Βαροπούλου επισημαίνει ότι το «Υλικό Φάτσερ» είναι μεταιχμιακό καθώς δηλώνει το πέρασμα από τα έργα της πρώιμης περιόδου του Μπρεχτ στα διδακτικά του έργα ενώ τονίζει ότι η αισθητική του αποσπασματικού και ατελούς απολάμβανε ιδιαίτερης εκτίμησης από τον ίδιο τον Μπρεχτ ο οποίος θαύμαζε τον ανολοκλήρωτο «Βόιτσεκ» του Μπύχνερ. 

                                            Μια «επική» περφόρμανς

Ο Κακάλας θα εκμεταλλευτεί τη σκηνική ελευθερία που δίνει το ατελές, το σπάραγμα για να δημιουργήσει μια περφόρμανς με τις συνεχείς παρεμβάσεις του ίδιου ως σκηνοθέτη κατά την εξέλιξη της ιστορίας αλλά και να εισαγάγει τα τραγούδια στην εξαιρετική μουσική του Γιάννη Αγγελάκα που αποδίδει ελεύθερα τους στίχους που μετέφρασε η Ελένη Βαροπούλου και ερμηνεύει ως επί το πλείστον ο ίδιος ο Κακάλας με το ιδιότυπο ροκ ύφος του. Μουσική και ερμηνεία τραγουδιών ‒ στοιχεία αναπόσπαστα των έργων του Μπρεχτ ‒ λειτουργούν ανυψωτικά για την όλη παράσταση.

Η παράσταση αρχίζει με φωτισμένο μόνο ένα μεγάλο τραπέζι καλυμμένο από διαφανές κάλυμμα όπου, με στρατιωτάκια και σχετικά ηχητικά εφέ, δηλώνεται ο πόλεμος της εποχής ενώ στη συνέχεια μετατρέπεται σε τραπέζι εργασίας σκηνοθέτη και ηθοποιών με πλείστα όσα επάνω του χρήσιμα αντικείμενα και περιβαλλόμενο από μουσικά όργανα που παίζουν οι ίδιοι. Θα γίνει μια σύντομη εξιστόρηση τω βασικών σημείων της ιστορίας και στη συνέχεια η αναπαράστασή της από τους ηθοποιούς φορώντας πλέον μάσκες της εξαίρετης Μάρθας Φωκά που δηλώνουν τη μετάβαση στους ρόλους.

                                                Γεωμετρημένη αταξία

Ο σκηνοθέτης επιλέγει εδώ μια απόλυτα γεωμετρημένη κινησιολογία την οποία ακολουθούν με συνέπεια και ακρίβεια οι ηθοποιοί του δηλώνοντας την απόσταση που διατηρούν από τον ρόλο και αποσυνθέτουν όταν επανέρχονται στη φυσική τους κατάσταση του ηθοποιού που συζητά πάνω στο έργο. Συχνά η δράση διακόπτεται από σχόλια, συζητήσεις μεταξύ ηθοποιών-σκηνοθέτη, απευθύνσεις προς το κοινό που εύκολα μπορούν ακόμη και να παρεκτραπούν αν κάποιος θεατής θεωρήσει ότι μπορεί να επεμβαίνει ανεξέλεγκτα στην παράσταση, όπως συνέβη την ημέρα που την παρακολούθησα και η συνέχεια διασώθηκε με τη δυναμική παρέμβαση του σκηνοθέτη σε ανοικτό διάλογο με τον θεατή. Φυσικά, η ετοιμότητα και το χαρακτηριστικό βιτριολικό χιούμορ του Κακάλα που κινείται αμφίσημα μεταξύ αστείου και σοβαρού βρήκε εδώ πεδίο να αναπτυχθεί δημιουργώντας ένα απρόσμενο αλλά ενδιαφέρον παράλληλο δρώμενο.

Το σκηνικό του Κέννυ Μακ Λέλλαν εντοπίζεται κυρίως στο πλούσιο σε σκηνικά αντικείμενα τραπέζι, αφήνοντας αρκετόν ελεύθερο χώρο για τις κινήσεις των ηθοποιών ντυμένων με γκρίζες φόρμες στρατιωτών-εργασίας που σχεδίασε ο ίδιος με αποκάτω καθημερινά ρούχα. Ασφυξιογόνες μάσκες που φορούν οι γυναίκες επιδιδόμενες σε καθημερινές δουλειές, ήχοι πολέμου και καπνοί που εισβάλλουν στη σκηνή αλλά και ανεξέλεγκτη βία συνιστούν αφενός δείκτες του πολέμου που μαίνεται και αφετέρου μεταφορά του εμπόλεμου ψυχισμού που κουβαλούν οι στρατιώτες στα μετόπισθεν, σε μια προσπάθεια σκιαγράφησης ανθρωπίνων τύπων υπό ιδιάζουσες περιστάσεις, στοιχείο που εντάσσεται στα ζητούμενα του μπρεχτικού εγχειρήματος.

Οι ηθοποιοί ήταν όλοι εξαίρετοι, πειθαρχημένα απειθάρχητοι, με τον Μιχάλη Βαλάσογλου να δίνει το στίγμα ως Φάτσερ και εφάμιλλους τους Νίκο Γιαλελή, Κωνσταντίνο Μωραΐτη και Εμμανουήλ Πετράκη στους ρόλους των υπολοίπων λιποτακτών και τις Χαρά Κότσαλη, Φελίς Τόπη στους ρόλους των γυναικών.

Οι ως επί το πλείστον σκληροί φωτισμοί που δημιουργούσαν ωστόσο καταπληκτικές φωτοσκιάσεις και σημαίνουσες αισθητικά λεπτομέρειες είναι του Παναγιώτη Λαμπή ενώ η επιμέλεια ήχου του Coti K.

Ο Σίμος Κακάλας δημιούργησε μια παράσταση του απρόσμενου, που διατηρούσε αμείωτο το ενδιαφέρον πάνω σε ένα κείμενο σπαραγμάτων το οποίο εμβόλιζε με συνεχείς αυτοσχεδιαστικές παρεμβάσεις, από αυτές που έκαναν τους αγγλικούς υπότιτλους της παράστασης να μένουν αδρανείς. Μια παράσταση που στην αναπαράσταση της ιστορίας λειτουργούσε με την ακρίβεια μπαλέτου που εκρήγνυτο από τα σχόλια πάνω στο παρουσιαζόμενο υλικό για να επανέλθει και πάλι στη ροή της. Λυπάμαι που από τη θέση που καθόμουν κάποια σχήματα των ηθοποιών ή κάποιες λεπτομέρειες που διαδραματίζονταν στο μπροστινό μέρος της σκηνής δεν είχα τη οπτική δυνατότητα να τα παρακολουθήσω καθώς έχω την αίσθηση ότι ο Κακάλας, ίσως περισσότερο από άλλες παραστάσεις του, είχε επενδύσει σε αυτά.

Μια παράσταση όπου η έννοια του μεταμοντέρνου αποκτά μπρεχτική σημασία.

Φωτογραφίες της παράστασης: Karol Jarek

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

(Επισκέψεις: 647 φορές, όπου 1 ημερήσιες)
Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend