-του Μιχάλη Φλυτζάνη
Το κείμενο αυτό γράφτηκε πρόσφατα, σε καθεστώς πανδημίας με σχεδόν όλα τα γνωρίσματα μιας Κατάστασης Πολιορκίας. Με δοσμένο ότι όλες οι ενδείξεις μας οδηγούν στην πεποίθηση ότι για αρκετό ακόμα καιρό αυτή η νοσηρότητα που διαχέεται στην ατμόσφαιρα θα είναι συνθήκη ζωής, το τι αντίκτυπο (ψυχολογικό, κοινωνικό-οικονομικό και πολιτιστικό) θα έχει στην πορεία είναι αδύνατον να εκτιμηθεί. Πόσο μπορείς να προσαρμοστείς με την αίσθηση ότι ο αέρας που αναπνέεις είναι δηλητηριασμένος; Πόσο βαθιά μπορεί να είναι η αλλοίωση των ανθρώπινων σχέσεων μετά από τέτοιους ακρωτηριασμούς της φυσικής επαφής που βιώνουμε; Η αγάπη, εννοούμενη ως τάση για ζωή, περνά μια επιπρόσθετη δοκιμασία…
Παραθέτω σύντομη περιγραφή των τελευταίων σκηνών της ταινίας “Με το Βλέμμα στη Θάλασσα (1) που αποτέλεσε έναυσμα για τις σκέψεις με θέμα την αγάπη που ακολουθούν πιο κάτω.
1
Ένας νεαρός άντρας (ο Alberto) ζει σε κάποια λιμνοθάλασσα, με τη μάνα του (τη Rosa), που τον φροντίζει εκεί με αγάπη κι αυταπάρνηση. Κείται παράλυτος σε μια κλίνη και μόνο οι μύες του
προσώπου του κουνιούνται. Όταν μιλάει, η δυσκολία του να αρθρώσει τις λέξεις, εκφράζεται με μορφασμούς που του αλλοιώνουν το πρόσωπο. Ωστόσο είναι έξυπνος, δημιουργικός και δεν
χάνει το χιούμορ του. Η όμορφη γειτονόπουλα του (η Giselle) του κάνει συντροφιά δείχνοντας του ενδιαφέρον κι συμπάθεια. Εκείνος, ερωτευμένος μαζί της, έχει επίγνωση ότι αδυνατεί να
σταθεί στο ύψος των αναγκών της… Στο φινάλε της πλοκής η Rosa, ικανοποιώντας την επιθυμία του, που γίνεται και δική της, τον παίρνει εκδρομή σε μια παραλία, στο όριο μεταξύ
στεριάς και ωκεανού, μακριά από το τέλμα… Σε μια απ’ τις τελευταίες σκηνές, τον βοηθά να κάτσει εκεί που η θάλασσα του βρέχει τα πόδια.
Με το βλέμμα στη θάλασσα, λέει στη μάνα του: «είναι μεγάλη. Δεν χωράει στη σελίδα μου» Εκείνη συμπληρώνει: «δε χωράει στα μάτια»
«Νιώθω ευτυχισμένος» λέει αυτός. Κι εκείνη φιλώντας τον του λέει «είμαι ευτυχισμένη γιατί είσαι ευτυχισμένος»…
Όταν έρχεται η ώρα να φύγουν, η Rosa προσπαθεί να τον ντύσει, μα εκείνος αντιστέκεται, δεν την αφήνει. Της λέει: «θέλω να μείνω εδώ… Θέλω να ζήσω όπως θα έπρεπε»
Εκείνη τον παίρνει βαθύτερα στα νερά και με λυγμούς κι αναφιλητά, κάνει αυτό που της ζητάει: Τον αφήνει και χάνεται κάτω από τη επιφάνεια της θάλασσας. Τον απελευθερώνει από την
μοίρα του…
Το φινάλε της ταινίας εκφράζει την αποδοχή ότι ο θάνατος δεν είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί στον άνθρωπο… κι αυτό δίνεται στο πλαίσιο ενός ύμνου στην αγάπη που μετατρέπει το αδιανόητο σε κατανοητό. Είναι δυνατόν να είναι έκφραση αγάπης η τόσο τραγικά ακραία πράξη της μάνας; Καταρχήν, Τι είναι αγάπη; Ένα φάσμα συναισθημάτων (όπως η έντονη επιθυμία για εγγύτητα και επαφή, η προσήλωση κι η οικειότητα με τον άλλον, το δέσιμο της ζωής και της μοίρας του ενός με του άλλου, το άλγος της απώλειας όταν βρεθούν χώρια κ.τ.λ.) συνήθως βιώνεται
ως αγάπη. Όλα αυτά μπορεί μεν να είναι γνωρίσματά της, αλλά και να κρύβουν κατά βάθος εξάρτηση, ανασφάλεια, και γενικότερα, να κρύβουν μόνο ανάγκη – μια συναισθηματική ένδεια που συγχέεται με την αγάπη. Αίφνης, αυτή την ανάγκη της αρνείται η μάνα ικανοποιώντας την επιθυμία του γιου της να «φύγει» γιατί δεν μπορεί να ζήσει όπως θέλει. Η αγάπη της εκφράζεται με μιαν αντιφατικότητα, πρόδηλη στην σκληρότητα που απαιτείται να δείξει στην διάπραξη της ευθανασίας του παιδιού της, η οποία είναι αξεχώριστη από τη βαθειά, σπαρακτική τρυφερότητα με τη οποία το αγγίζει για τελευταία φορά.
Η αντιφατικότητα αυτή, υποθέτω, είναι εγγενής της αγάπης, έχοντας καταγωγή από την εξελικτική «προϊστορία» του ατόμου. Στη φάση της βρεφικής ηλικίας είμαστε αποκλειστικά δέκτες αγάπης. Το βρέφος, που αρχικά δεν έχει συνείδηση της ύπαρξης του, απόλυτα εξαρτημένο από τη μάνα του, θα πάρει από τη θηλή της την αναγκαία ουσία για την ανάπτυξη, την ενδυνάμωση και (στην πορεία) την απεξάρτησή του από εκείνη… Το γάλα που παίρνει από την μάνα του, όπως κι η δική της προθυμία να του το δίνει, συνιστούν μιαν ενστικτώδη δοσοληψία ικανοποίησης, που καθαυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί αμοιβαία αγάπη. Την θεμελιώδη διαφορά κάνει το γεγονός ότι η μάνα μονομερώς δίνει χωρίς αντάλλαγμα μάζα κι ενέργεια, ουσία, από το ίδιο της το σώμα στο βρέφος της. Αυτό το αρχέγονο ένστικτο, κοινό σε όλα τα θηλαστικά, συνιστά την πρώτη υλη της ανθρώπινης αγάπης.
Η έλευση της αγάπης προϋποθέτει μια σχετική ωριμότητα. Η μάνα την έχει ήδη, σε συνθήκες ομαλότητας. Το βρέφος, σαν «αποδόχι» πρέπει να δεχτεί αγάπη, να γεμίσει και να ξεχειλίσει από αυτήν για να την διοχετεύσει αλλού. Για να το κάνει, πρέπει να έχει οριστικά πάψει να αποτελεί επέκταση της μάνας, αποκτώντας συνείδηση του εαυτού του ως ξεχωριστή οντότητα. Κι εδώ εντοπίζεται η προαναφερθείσα αντιφατικότητα που φαίνεται να είναι εγγενής της αγάπης. Η αγάπη του παιδιού προς τη μάνα του είναι συνυφασμένη με την αγάπη προς τον εαυτό του
– δεν αγαπά οποιαδήποτε μάνα, αγαπά την δική του μάνα που μέχρι τούδε αδυνατούσε να συλλάβει ως κάτι διαφορετικό από τον εαυτό του. Αγαπώντας την, αγαπά τον εαυτό του. Εκεί που σταματά το δέσιμο, η προσκόλληση στη μάνα να είναι μόνο ένστικτο κι αναδύεται ως αυθεντική αγάπη είναι το σημείο όπου το παιδί, ωριμάζοντας, δύναται να υπερβεί τον εαυτό του σε πράξη αγάπης. Να δώσει χωρίς αντάλλαγμα.
Πέραν λοιπόν της προαναφερθείσας δέσμης συναισθημάτων, μεταξύ δυο ατόμων που συνδέονται σ’ ένα κοινό ταξίδι ζωής, το απαραίτητο αλλά δυσεύρετο εφόδιο για να εκφραστεί αυθεντικά η αγάπη είναι η αυθόρμητη επιθυμία, η αγόγγυστη τάση και η οικειοθελής δέσμευση του ενός να δώσει από τον εαυτό του χρόνο και χώρο, ενέργεια και έργο στον άλλον, για να αναπτυχτεί και να ζήσει στο βέλτιστο των δυνατοτήτων του, και σε κάθε περίπτωση χωρίς προσμονήανταλλάγματος. 3
Μολαταύτα, η παραπάνω συνθήκη μπορεί μεν να θεωρηθεί αναγκαία αλλά όχι ικανή για την βιωσιμότητα της αγάπης, αν δεχτούμε ότι αυτή δεν υπάρχει «άνευ όρων και έφορου ζωής» παρά μόνο σαν φαντασίωση. Η αγάπη αναπτύσσεται κι επιβιώνει στην αντανάκλασή της. Αν η διάθεση του ενός να υπερβεί τον εαυτό του για χάρη του άλλου δεν αντανακλάται από τον άλλον, τότε το ετεροβαρές έλλειμμα αγάπης προκαλεί μιαν ανισορροπία που αναπόφευκτα θα κλονίσει τα θεμέλια της σχέσης των.
Δανειζόμενος από την σκέψη του Carl Rogers 2 , θα πρότεινα ότι για την λειτουργία και βιωσιμότητα της αγάπης είναι απαραίτητο η σχέση να διακρίνεται από αμοιβαία ενσυναίσθηση, που δεν είναι μόνο κατανόηση του ενός από τον άλλον (αυτό υπάρχει και σαν ικανότητα του θύτη να «διαβάζει» το θύμα του πριν του επιτεθεί), αλλά και συνειδητή προσπάθεια να τον συναισθανθεί μπαίνοντας στο δικό του πλαίσιο αναφοράς, μοιραζόμενος τα συναισθήματα του – απαρέγκλιτα όμως χωρίς να αφομοιώνεται χάνοντας τον εαυτό του στον κόσμο του άλλου. Προϋπόθεση για αυτό είναι η αποδοχή του ενός απ’ τον άλλο όπως είναι κι όχι όπως (υποτίθεται) θα “έπρεπε” να είναι. «Αγάπησις απόδεξις παντελής», είπε ο Πλάτων. Αυτό θεμελιώνεται πάνω σε αμοιβαία εμπιστοσύνη ριζωμένη σε γνησιότητα και ειλικρίνεια, πράγμα που απαιτεί και αυτογνωσία. Η ιδέα που εκφράζεται σαν τραγική αποκάλυψη στο φινάλε της πλοκής, είναι ότι η
αυθεντική αγάπη, υπερβαίνοντας την ανάγκη, υπερβαίνοντας ακόμα και τον θάνατο, ουσιαστικά λειτουργεί απελευθερωτικά. Πώς μπορεί να συνάδει αυτό με την έννοια του «δεσμού»; Ο δεσμός στον όποιο μορφοποιείται η αμοιβαία αγάπη υπονοεί περιορισμό στον τρόπο που λειτουργεί και κινείται το άτομο μέσα σ’ αυτόν, ήτοι περιορισμό της ελευθερίας. Η αλήθεια είναι ότι η αγάπη αυθόρμητα γίνεται γνώμονας συμπεριφοράς κι οι πράξεις που διαποτίζονται από αυτήν δεν είναι απλά και μόνο οικειοθελείς, καθορίζονται υλικά πρώτιστα από την βιοχημεία και την δομή
του εγκεφάλου μας. Ο εγκέφαλος μας είναι «καλωδιωμένος» με τρόπο που η τάση για ζωή να υλοποιείται μέσω της αγάπης. Έτσι, η υπευθυνότητα και η συνέπεια με την οποία καλείται το άτομο να δρα μέσα στη σχέση, δεν βιώνονται ως καταναγκασμός, εφόσον είναι αποτέλεσμα έμφυτης τάσης και συνάμα συνειδητής επιλογής. Ριζώνουν στην ενσυναίσθηση (η όποια συνιστά καλλιέργεια μιας αρχικά ανεπεξέργαστης έμφυτης τάσης – όπως μάρτυρα η σύγχρονη μελέτη τη βιολογίας), που επιτρέπει στον ένα όχι μόνο προβλέπει αν η πράξη του προξενεί πόνο στον άλλο αλλά και να νιώθει τον πόνο του άλλου σαν δικό του.
Η αγάπη μπορεί ενίοτε να υπονομεύεται από την επιθυμία και την ηδονή. Αλλά «Ουδεμία ηδονή καθ’ εαυτήν κακόν», όπως έγραψε ο Επίκουρος. Αυτό που, κατά τον ίδιο, την εμφανίζει ως «κακόν» είναι σχετικό κι έχει να κάνει με το γεγονός ότι «σε κάποιες περιπτώσεις προκαλεί «οχλήσεις». Ζημιογόνο αποτέλεσμα μπορεί να έχει και σε μια σχέση αγάπης, όταν η απόλαυση του ενός (μέσα ή έξω από την σχέση) μπορεί να προκαλέσει άλγος στον άλλον. Κι εδώ δεν ισχύει το «παν μέτρον άριστον», διότι δεν μπορεί ο ένας να προκαλεί πόνο στον άλλον με μέτρο…
Μολαταύτα, η επιθυμία δεν παύει να συνιστά έκφραση αναγκαιότητας. Διότι ριζώνει στις ορμές και τα ένστικτα του ανθρώπου τα οποία τον ωθούν να πράξει προς την ικανοποίησή τους, οδηγώντας τον στην αναπαραγωγή του ή και στην παραγωγή.
Κατά την Επικούρεια φιλοσοφία, η επιθυμία (ως διεργασία της ψυχής με ακραιφνώς υλική υπόσταση) διέπεται από το ευρύτερο σχήμα των φυσικών νόμων έξω από τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει η ανθρωπινή φύση. Η ελεύθερη βούληση έγκειται στην ικανότητα της ύλης να υπερβεί τους νόμους που την διέπουν, κάτι που ο επίκουρος προσδιόρισε ως «παρέκκλιση». Ακουμπώντας σ’ αυτό, θα έλεγα ότι ελευθερία δεν είναι η τυφλή συμπεριφορά του ανθρώπου σαν έρμαιο των ενστίκτων του, αλλά η ικανότητά του να «παρεκκλίνει» από αυτήν την αναγκαιότητα, δρώντας
με ελεύθερη βούληση και σε αντίθεση με την επιθυμία όταν αυτή είναι ζημιογόνα. Με άλλα λόγια, ελευθερία δεν σημαίνει ανυπαρξία ορίων, αλλά μάλλον εμπέδωση της σε πλαίσιο που προκύπτει από συνειδητή μετατόπιση ή επαναπροσδιορισμό ορίων. Η αγάπη λοιπόν δεν μπορεί να είναι ασύδοτη.
Επίσης, με δοσμένο ότι ουδέποτε οι ανάγκες του ενός ταυτίζονται στην ολότητα τους με αυτές του άλλου, σ’ ένα τέτοιο δεσμό συχνά φαίνεται ο ένας να συμπληρώνει τον άλλον, με τρόπο που οι δυο να εμφανίζονται σαν μονάδα . Διόλου παράδοξα, το να θεωρεί ο ένας τον άλλο «έτερο ήμισυ» (ένα κλισέ στην ερωτική καθομιλουμένη) σημαίνει πως κι οι δυο στερούνται ακεραιότητας. Η αντίληψη αυτή απαντιέται και στην Πλατωνική φιλοσοφία κατά την οποία η ερωτική έλξη μεταξύ δυο ατόμων, η οποία γεννάται απ’ αυτό το υποτιθέμενο έλλειμμα, οδηγεί στην ολοκλήρωση μέσω
της ένωσής των… 4 Ωστόσο, η ερωτική επιθυμία, που εμφανίζεται ως ανάγκη, δημιουργώντας αίσθηση «ελλείμματος», μπορεί να θεωρηθεί κι αποτέλεσμα «πλεονάσματος» – με την έννοια του προοδευτικού φορτίσματος των ορμών, οι οποίες εξαλείφονται προσωρινά με ικανοποίηση της επιθυμίας. Πέραν τούτου, με μια τέτοια άποψη η φυσική ανάγκη για επαφή μετατρέπεται σε παρά φύση τάση του ενός να βλέπει τον άλλο σαν επέκτασή του, εγκυμονώντας καταπίεση, μεταξύ άλλων, και δεν μπορεί να συνάδει με αυθεντική αγάπη. Μέσα στο αλληλοκαθρέπτισμα
αγάπης, ο απελευθερωτικός χαρακτήρας της έγκειται στο ότι διευκολύνει την ολοκλήρωση του ατόμου, εννοούμενη όχι απλά σαν δυνατότητα να σταθεί χωρίς να χρειάζεται τον άλλον για δεκανίκι, ή και χωρίς να μειώνεται σε εξάρτημα του άλλου, αλλά κυρίως σαν δυνατότητα να φτάνει στο σημείο όπου ανακαλύπτει άγνωστες πτυχές του εαυτού του, μετατοπίζοντας τα όρια που το
εμποδίζουν να ζήσει πλήρως σαν αυτοτελής οντότητα.
2
Η παραπάνω αντίληψη της αγάπης δεν μπορεί να ταυτιστεί με αυτή του έρωτα. Η
ύπαρξη των δυο λέξεων στην ελληνική γλώσσα (αρχαία και νεοελληνική) απορρέει
από την κατανόηση τους αείποτε ως σημαίνοντα δυο διαφορετικών ψυχικών
καταστάσεων. Στον έρωτα η σεξουαλική έλξη και η συνουσία στην οποία οδηγεί,
φέρνοντας ανάγλυφα στην επιφάνεια ένα κορυφαίο φόρτισμα των αισθήσεων που
βιώνεται ως ηδονή, είναι καθοριστική. Εξ ου και εμφανίζεται απαρέγκλιτα με
«σαρκικό» περιεχόμενο, χωρίς βέβαια να αποκλείει άλλες ψυχικές διαστάσεις.
Αίφνης, η ψυχική καλλιέργεια ή και η δύναμη του μυαλού (το «πνεύμα», ας πούμε)
του ενός μπορεί στον άλλον να ασκεί γοητεία, ή και να προκαλεί θαυμασμό. Αυτά
δεν ανάγονται σε έρωτα αν απουσιάζει το ερέθισμα για την ενεργοποίηση αυτής της
πολύ ιδιαίτερης βιοχημείας συνυφασμένης με υπόσχεση ηδονής, κι είναι αυτό που
φαίνεται να επιτάσσει τον έναν να ενωθεί με τον άλλο «ψυχή τε και σώματι». Αν
αφαιρεθούν οι αισθήσεις στην επαφή, τότε ο έρωτας διαλύεται – όπως έγραψε ο
Επίκουρος, «αφαιρουμένης προσόψεως και ομιλίας και συναναστροφής λύεται το
ερωτικόν πάθος».
Η συγκίνηση της ψυχής καθίσταται ατελέσφορη χωρίς την κίνηση του σώματος. Μια
έκφανση του τέλματος στο όποιο είναι παγιδευμένος ο ήρωας της ταινίας, είναι ότι
μπορεί να συγκινηθεί αλλά όχι και να κινηθεί. Η σωματική ακινησία του καθιστά
ανέφικτη την εκπλήρωση του έρωτά του, ματαιώνοντας τον ίδιο. Ο ερωτευμένος,
στην κατοχή μιας συχνά ακατανίκητης επιθυμίας να ενωθεί με το αντικείμενο
του πόθου του, δεν ικανοποιείται παρά μόνο με την ενσωμάτωση του σ’ αυτόν
ή με την αφομοίωση του από αυτό∙ εστιάζει με εμμονή κι αποκλειστικά σ’ αυτό
και αρνείται να το μοιραστεί. Έρωτας, λοιπόν, σημαίνει μεταξύ άλλων και
υπέρβαση ή άρνηση της ελευθερίας του ενός από τον άλλον. Αυτή είναι μια
βασική ειδοποιός διαφορά του σε σχέση με την αγάπη.
Ο καθένας μπορεί να αγαπά πολλά άτομα ταυτόχρονα, αλλά να είναι ερωτευμένος
μόνο με ένα. Την αγάπη μπορείς να την μοιράσεις και να την μοιραστείς, τον έρωτα
όχι. Όπως μπορεί να υπάρξει αγάπη χωρίς έρωτα (π.χ. σε σχέσεις αίματος ή
φιλίας), έτσι και σε ανώριμη μορφή του ο έρωτας μπορεί να υπάρχει χωρίς ίχνος
αγάπης. Προφανώς, η ωρίμανση του έρωτα προϋποθέτει την συνύφανση του με την
αγάπη, η οποία κερδίζει τον χώρο που αφήνει η προοδευτική υποχώρηση της
δυνάμει καταστροφικής τάσης του. Καθώς η σχέση αποκτά σταθερότητα και
οικειότητα, φθίνουν τα χαρακτηριστικά του έρωτα που προσιδιάζουν στη μανία,
όπως η ασυνήθιστα επεκτατική στοχοπροσήλωση του ερωτευμένου στην απόκτηση
και διατήρηση του αντικειμένου του πόθου του, (που μπορεί να αποβεί σε άλογη
σπατάλη ενέργειας). Ή και η μοναδική σε ποιότητα ευδαιμονία, όταν νιώθει
εξυψωμένος «στην κορυφή του κόσμου» (σ’ ένα πλάτωμα λατρείας απ’ όπου βέβαια
η αντίληψη της πραγματικότητας αλλοιώνεται). Η ρεστία του έρωτα δεν μπορεί να
διαρκέσει εσαεί. Υποχωρούν χωρίς να εξαλείφονται επίσης τα παράγωγα αυτής της
«μανίας», που υπονομεύουν τη βιωσιμότητα της σχέσης – όπως η κτητικότατα, η
τάση έλεγχου και κυριαρχίας του ενός από τον άλλον και η ζήλεια. Για τούτο και η
σύμφυση έρωτα και αγάπης, παραμένει πάντα προβληματική – είναι ένα
αγκάλιασμα και μια διαπάλη, μια συνθήκη για την άνθιση ενός δεσμού απαράμιλλου
βάθους και δύναμης και συνάμα μια δυναμική που, στην καλύτερη περίπτωση,
διατηρεί ανενεργούς τους σπόρους της αυτοκαταστροφής του.
Δεν είναι μυστήριο το ότι η αισθαντικότητα της συνουσίας αποκορυφώνεται σ’ αυτή
την συνθήκη, εφόσον εμπλουτίζει την ηδονή μ’ ένα φάσμα συναισθημάτων που δεν
μπορούν να απαντηθούν σε ερωτική επαφή χωρίς αγάπη. Πρόκειται για ένα κατ’
εξοχήν ανθρώπινο φαινόμενο, που οφείλεται στον τρόπο με το οποίο λειτουργεί ο
εγκέφαλος του ανθρώπου – το πολυπλοκότερο βιολογικό όργανο που γνωρίζουμε
στην φύση. Δεν συνιστά ηθικολογία, λοιπόν, το να ισχυριστεί κάποιος ότι η αγάπη,
δίνοντας στην ηδονή τον ειδικά ανθρώπινο χαρακτήρα της, την εξανθρωπίζει. Απ’
την άλλη, θα ήταν αδόκιμος ο ισχυρισμός ότι έξω από αυτή την συνθήκη η ένταση
της ηδονής δεν φτάνει στο ίδιο επίπεδο. Είναι πρόδηλο όμως ότι δεν μπορεί ποτέ
να είναι της ίδιας ποιότητας. Αν μη τι άλλο, αυτή η συνθήκη είναι όχι μόνο ικανή αλλά
και αναγκαία για το πολύ βασικό: να γνωρίσει ο ένας πώς λειτουργεί το σώμα του
άλλου σε συνθήκες ασφάλειας και οικειότητας… κάτι που δεν πραγματοποιείται σε
περιστασιακή επαφή ή, άλλως, με «κλινική έρευνα» της σώματος του ενός από τον
άλλον – όταν ολόκληρο το φάσμα του ψυχικού του κόσμου αγνοείται.
Θα ήταν επίσης αφορισμός να πούμε ότι η γενετήσια ορμή παραμένει τυφλό ένστικτο
όταν διοχετεύεται σε σαρκική επαφή κενή από αγάπη. Ωστόσο, η γενετήσια επιθυμία
γεννιέται χωρίς προσδιορισμένο προσανατολισμό, εξ ου και μπορεί να εκτονώνεται
σ’ ένα σώμα «αγνώστου ταυτότητας». Καθίσταται ερωτική όταν εστιάζει σε
πρόσωπο, που σημαίνει πως δεν υφίσταται έρωτας χωρίς πρόσωπο. Μπορούμε
σχηματικά να διακρίνουμε τρία επίπεδα ηδονής: στο ανώτατο βάθρο, αυτή που
κορυφώνεται σε συνθήκη σύμφυσης έρωτα με αγάπη, χαμηλότερα η ερωτική επαφή
που σκοπεύει ή περιορίζεται σε συναινετική ανταλλαγή σεξουαλικής ικανοποίησης
(όπου ο ένας κάνει ηδονική χρήση του σώματος του άλλου χωρίς ουσιαστική ψυχική
επαφή), και στη βάση η αυτοϊκανοποίηση η οποία επιφέρει κυρίως ανακούφιση. Η
ανταλλαγή σεξουαλικής ικανοποίησης (χωρίς αγάπη) κατατάσσεται εδώ σαν επαφή
«κατωτέρου επίπεδου», όχι μόνο γιατί η ποιότητα της ηδονής μπορεί να
χαρακτηρίζεται από συναισθηματική ένδεια, κι άρα είναι φτωχότερη σαν εμπειρία,
αλλά και διότι μπορεί εύκολα να καταστεί καταχρηστική. Η κατάχρηση (εννοούμενη
ως πράξη του ενός που δεν είναι αποδεκτή από τον άλλον) κυμαίνεται σε μια
κλίμακα συμπεριφορών: μπορεί ν’ αρχίζει από την ενόχληση του άλλου (ενδιάμεσα
να περιλαμβάνει την πρόκληση προσβολής, τραύματος, εξαθλίωσης στον άλλο) και
να φτάνει έως την κακοποίηση. Στο έσχατο άκρο αυτής της κλίμακας είναι ο βιασμός,
όπου τα αγριότερα ανθρωπινά ένστικτα έχουν επενδυθεί στην επιθυμία του θύτη
που ικανοποιείται καταστρέφοντας το θύμα. Αν ο έρωτας εκφράζει την τάση προς
την δημιουργία ζωής και η αγάπη την τάση προς την διατήρηση και εξέλιξη της ζωής
στο βέλτιστο, τότε ο βιασμός συνιστά την πιο ακραία μορφή απουσίας έρωτα και
αγάπης, εκφράζοντας διαστροφή της τάσης για ζωή, τείνοντας προς την
καταστροφή της και τον θάνατο.
Το αντίθετο του έρωτα είναι η αποστροφή και της αγάπης το μίσος – αποστροφή και
μίσος είναι εκφράσεις του Θανάτου. Εδώ είναι αναγκαία μια αναφορά στη θεωρεία
του Φρόιντ, κατά την οποία η τάση για ζωή (ο Φρόιντ ποιητικά της δίνει το όνομα
«έρως»), βρίσκεται σε διαλεκτική ενότητα και αντίθεση με την τάση
αυτοκαταστροφής του οργανισμού (στην οποία δίνει το όνομα «θάνατος») – σ’ αυτές
τις δυο θεμελιώδεις για την ύπαρξη τάσεις ο ίδιος αναγνωρίζει τα δυο βασικά και
στοιχειώδη ένστικτα στα οποία στηρίζεται ολόκληρος ο ψυχικός κόσμος του άτομου
και φυσικά η αναπόδραστη πορεία του από την γέννηση ως τον θάνατο (5) .
3
Ο σύγχρονος εννοιολογικός διαχωρισμός του έρωτα από την αγάπη έχει μεν τις
ρίζες του στην αρχαιοελληνική γλώσσα, αλλά (στο βαθμό που ως έννοιες μπορεί να
έχουν και αντιθετικό χαρακτήρα) μάλλον έχει επηρεαστεί εν μέρει απ’ την
χριστιανική θεολογία και την ψευτο-ηθική που απορρέει από αυτήν. Από τις πρώτες
γραμμές της Αγίας Γραφής, το δόγμα φορτώνει τον πιστό με το «προπατορικό
αμάρτημα», εκ προοιμίου καθιστώντας ένοχο τον έρωτα για την απώλεια του
επίγειου παράδεισου και της αθανασίας. Το αμάρτημα των πρωτόπλαστων είναι ότι
υπέκυψαν στο δέλεαρ, ικανοποιώντας την επιθυμία τους να γευτούν το
απαγορευμένο φρούτο και, λειτουργώντας αυτόβουλα, να αποκτήσουν κρίση του τι
είναι καλό ή κακό γι αυτούς – ένα δικαίωμα και προνόμιο που ο θεός διατηρούσε
αποκλειστικά για τον εαυτό του… Το χριστιανικό δόγμα δεν υμνεί τον έρωτα. Η
συνουσία θεωρείται βρώμικη πράξη, εξ ου η Θεοτόκος είναι αγνή, άχραντος, ο δε
«καρπός της κοιλίας της» προϊόν παρθενογένεσης. Θα ήταν απαγορευμένη από τον
Χριστιανισμό, τολμώ να πω, αν χωρίς αυτήν δεν ήταν αδύνατη η υπακοή στην
προσταγή «αυξάνεστε και πληθύνεστε»… Η θεολογία, ενώ διακηρύσσει την αγάπη
σαν υπέρτατη αρετή, εχθρεύεται τον έρωτα, ο οποίος συνιστά απειλή όχι απλά γιατί
υποβιβάζεται σε φορέα της λαγνείας – ενός από τα Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα –
αλλά γιατί έχει ανατρεπτικό χαρακτήρα. Με εκπλήρωση της επιθυμίας για σαρκική
και ψυχική επαφή, ο έρωτας εμφανίζεται σαν μια μεγάλη αναλαμπή στη ζωή του
ανθρώπου, φωτίζοντας την με τρόπο που η πραγματικότητα του να αποκτά
ποιότητα ονείρου. Ο ερωτευμένος εκστασιάζεται, αποκορυφώνοντας την δυνατότητα
του να αισθανθεί ζωντανός οδηγείται σε ένα είδος λατρείας που του δίνει φτερά να
πετάξει στο επέκεινα των συμβάσεων.
Η αρχαιοελληνική αντίληψη του έρωτα είναι εμπλουτισμένη από μια ασύγκριτα
υψηλότερη καλλιέργεια σε σύγκριση με την ένδεια στην οποία υποβάλλεται από τον
Χριστιανισμό. Δεν είναι τυχαίο το ότι εθεωρείτο θεότητα και η εξύμνηση του από τους
αρχαίους Έλληνες έβρισκε έκφραση σε μυστηριακές τελετές. Κατά τον Πλάτωνα,
αυτή η «θεία μανία» είναι ανώτερη και καλύτερη ακόμα και από την λογική. Είναι
πηγή αρετής, και φορέας πολλαπλών ευεργετημάτων. Γεννά και γεννιέται με βαθύ
θαυμασμό στην ομορφιά, που αναγνωρίζεται όχι μόνο στο φυσικό κάλος αλλά και
στην ψυχή του ανθρώπου. Υπερβαίνει την ακαλαισθησία και την μιζέρια στην ψυχή
και στο σώμα, εξυψώνοντας πνευματικά τον άνθρωπο ώστε να έρθει σε εγγύτητα κι
όχι απόσταση από τα ο θεία. Ο Πλάτων θεωρεί μεν «ανάξιο εραστή» αυτόν που
ερωτεύεται το σώμα περισσότερο από την ψυχή, αλλά δεν δείχνει απέχθεια για την
φυσική επαφή. Γενικά, δεν δείχνει προκατάληψη. Στο συμπόσιο, όλοι οι
συνδαιτυμόνες είναι άντρες, κάποιοι από τους όποιους σχετίζονται ερωτικά μεταξύ
τους. Αναφέρεται ακόμα και στην επιθυμία μεταξύ ενήλικων και «παίδων», παρότι
σαφώς απορρίπτει την παιδεραστία. Σημειωτέον ότι το στοιχείο της αγάπης
(συνώνυμο της φιλίας) είναι συνυφασμένο στην έννοια του έρωτα, όπως
αναπτύσσεται στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, κι ότι εκφράζει την ηθική του τόπου και
το χρόνου στον οποίο γράφτηκε.
Βεβαίως διακρίνοντας αντιφατικότητα στον έρωτα, ο Πλάτων παρατηρεί ότι το να
θεωρείται ανεπιφύλακτα καλό είναι δείγμα «ψυχικής οκνηρίας». Στην σύναψη
ερωτικής σχέσης το στοιχείο της «κατάκτησης» αντιμετωπίζεται ως φυσικό, αν και
υπονοεί μια διαπάλη μεταξύ του ερωμένου και του εραστή, εγκυμονώντας
καταστροφικότατα. Σ’ αυτό ο ίδιος δεν εμβαθύνει. Η «κατάκτηση» φαίνεται θεμιτή
όταν διέπεται από την αρετή που ωθεί τον ένα να εγερθεί στο ύψος του άλλου. Κι
είναι η ίδια αρετή, που γεννά ανδρεία, μας λέει, και μάλιστα τέτοια που αν ήταν
δυνατόν να φτιαχτεί ένας στρατός από ερωτευμένους, θα ήταν ακατανίκητος! Το ότι
ο έρωτας μπορεί να φορτίζει με απαράμιλλη ζωτικότητα τον άνθρωπο, ενώ μπορεί
επίσης και να γίνει μια μαύρη τρύπα που απορροφά ενέργεια, είναι μια αντίληψη που
συνάδει πιότερο με τη υλιστική διαλεκτική του Επίκουρου.
Ο παγανιστικός ιδεαλισμός του Πλάτωνα, στην εικόνα του οποίου μόνο
φωτοστέφανο δεν έβαλλαν οι νεοφώτιστοι λόγιοι του χριστιανισμού, δεν έχει καμία
σχέση με την άξεστη χυδαιότατα που εκείνοι προσάπτουν στον έρωτα.
Παρελκόμενο της χοντροκομμένης και μεροληπτικής ιδιοποίησης ιδεών του είναι κι η
μάλλον θεολογικής καταγωγής επινόηση της έννοιας του «Πλατωνικού Έρωτα» που
θα ξένιζε και τον ίδιο τον Πλάτωνα ως παραποίηση της σκέψης του. Στο Συμπόσιο,
όταν ο Παυσανίας, ένας από τους συνδαιτυμόνες, λέει ότι ο έρωτας θεωρείται
επαίσχυντος από βάρβαρα, τυραννικά καθεστώτα «διότι δεν συμφέρει στους
εξουσιαστές να εμπνέονται οι εξουσιαζόμενοι με υψηλά φρονήματα», είναι σαν να
μιλά και για το θεοκρατικό καθεστώς που επέβαλε ο Μωυσής στους ιουδαίους. Αυτό
που ο Πλάτων χαρακτηρίζει επαίσχυντο είναι το να κατακτιέται [ερωτικά] ο
άνθρωπος όχι μόνο με αντάλλαγμα το χρήμα αλλά και επειδή δεν αντέχει,
φοβούμενος τις διώξεις της πολιτικής δύναμης – μια φαυλότητα που καθιερώνεται
τόσο από την «πλεονεξία των εξουσιαστών» όσο και από την «δειλία των
εξουσιαζόμενων».
4
Ο εξωφρενικός βανδαλισμός που υπέφερε ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός από αυτή
τη θρησκεία και απ’ την εκάστοτε εξουσία που πιστά υπηρέτησε, φαίνεται σαν
υλοποίηση των νοσηρά αποτρόπαιων προσταγών του Μωυσή (πχ «Κατασκάψετε
τους βωμούς αυτών και συντρίψετε τας στήλας αυτών» – Δευτερονόμιον 12), και δεν
περιορίστηκε στην άγρια επιβολή ασχήμιας με τον ανελέητο αφανισμό μνημείων
λατρείας ασύλληπτης πολιτισμικής αξίας. Άνθρωποι, πράγματα, ιδέες και αξίες
γίνονται παρανάλωμα στο πέρασμα μίσους και θρησκοληψίας. Η Παλαιά Διαθήκη
παραμένοντας αναπόσπαστο μέρος της Άγιας Γραφής, «αναθεωρείται» με το
μεσσιανικό κήρυγμα του Ιησού, και η αγάπη, ανάγεται σε κεντρικό πυρήνα του.
Προφανώς η αταβιστική Θηριωδία στην αντιμετώπιση κάθε τα τι ξένου στο δόγμα,
που εμπνέεται και ευλογείται, ιδιαίτερα στο Δευτερονόμιον, θα πρέπει να προκάλεσε,
αν όχι όνειδος, δυσκολία στο αποστολικό έργο με σκοπό την εξάπλωση του
Χριστιανισμού. Αλλά οι καταβολές του νέου κηρύγματος στην βαρβαρότητα
παραμένουν, κι εκφράζονται στην πράξη.
Αναπόφευκτη φθορά υφίσταται κι η έννοια της αγάπης με την επέλαση του
Χριστιανισμού στην αρχαιοελληνική γραμματεία, από την οποία η θεολογία
ιδιοποιείται την τέχνη του λόγου αμβλύνοντας τον άξεστο και υπανάπτυκτο
χαρακτήρα του μέχρι τούδε κηρύγματος. Η αγάπη είναι γι αυτούς καινούρια έννοια
που βρίσκουν διάχυτη σε κείμενα της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Αλλά η
ιδιοποίησή της είναι επιλεκτική. Όταν ο Πλωτίνος (6) κατηγορεί τους γνωστικιστές ότι
παίρνουν ιδέες του Πλάτωνα και τις παρουσιάζουν σαν δικές τους, στη ουσία
υποβάλει σε κριτική και την Χριστιανική θεολογία, η οποία (στην εποχή του
Πλωτίνου) πληροφορείται από τον γνωστικισμό πριν τον απορρίψει σαν αίρεση, κι η
ίδια ενέχεται σ’ ένα πολύ πιο χοντροκομμένο πλαγιαρισμό εις βάρος του Πλάτωνα. Τι
άραγε θα είχε απομείνει αν κατάφερναν να σβήσουν όλα όσα δεν ταίριαζαν με το
δόγμα; Τραγική απώλεια συνιστά η καταστροφή του έργου του Επίκουρου (στο
οποίο θα σταθώ για παράδειγμα) από τους σταυροκοπούμενους εξάγγελους του
σκότους. Πώς θα μπορούσε η αντίληψη του για την αγάπη να αποτρέψει την
μισαλλόδοξη μανία με την οποία καταδίωξαν κι εξαφάνισαν τα συγγράμματά του από
προσώπου γης; Αν υπήρξαν φιλόσοφοι των οποίων το έργο διαποτίζεται από
γνήσιο ανθρωπισμό, αν υπήρξαν άνθρωποι που έκαναν τρόπο ζωής την αγάπη,
σίγουρα ένας από αυτούς (ίσως ο επιφανέστερος) ήταν ο Επίκουρος. Τίποτε δεν
είπε για την ηδονή που θα μπορούσε να θεωρηθεί «ύβρις». Τουναντίον, ορμήνευσε
σύνεση και εγκράτεια σαν μέσο για την επίτευξη ψυχικής γαλήνης. Τίποτε το
αντιχριστιανικό στην εμβληματική έκφραση του «λάθε βιώσας», που σημαίνει
παρότρυνση να ζήσεις με τρόπο που δεν σε κάνει αντικείμενο προσοχής – όχι να
κρύβεσαι, αλλά να αρνείσαι το κυνήγι του πλούτου και της εξουσίας, διότι το να
καθίστασαι επιφανής με αυτό τον τρόπο, εκτός του ότι δεν φέρνει αταραξία, δεν είναι
και γνώρισμα αξίας και αρετής…
Στην Προσφώνηση (7) , ένα από τα ελάχιστα θραύσματα που απόμειναν από τη γραφή
του Επίκουρου, συχνά γίνεται αναφορά στην αγάπη, την οποία εκθειάζει ως
«αθάνατο αγαθό» (Προσφώνηση,78). Ο Επίκουρος όμως λέει ότι η αγάπη διαχέεται
στην οικουμένη προτρέποντας όλους μας να ξεσηκωθούμε για την ευτυχία μας (52).
Η αγάπη του δεν εμπνέει παθητικότητα και ανοχή στο κακό με ψευδή υπόσχεση για
«μετά θάνατον» δικαίωση και αποζημίωση… δεν αποκλείει τους αλλόπιστους, είναι
οικουμενική. Συνάμα, είναι ενεργητική στην ζωή – θεωρείται κινητήρια δύναμη, στην
προσπάθεια των ανθρώπων να κάνουν «την επόμενη μέρα καλύτερη από την
προηγούμενη» (48). Η συνειδητοποίηση ότι «είναι μάταιο το να ζητάμε από τους
Θεούς αυτά που μπορούμε να παρέχουμε οι ίδιοι στους εαυτούς μας», οδηγεί στην
αυτάρκεια της οποίας ο «μέγιστος καρπός είναι η ελευθερία» (77). Ο Επίκουρος μας
λέει να μην αρκούμαστε με «πρόχειρη και οκνηρή αγάπη», κι ότι είναι αναγκαίο «να
ριψοκινδυνεύουμε για χάρη της», (28). Το παράδειγμα δίνει ο ίδιος με τη στάση του:
Αντί να συμβιβάζεται με τις δοξασίες των πολλών για να καρπώνεται συχνά-πυκνά
τον έπαινό τους, προτιμά μελετώντας τη Φύση, να εκθέτει με παρρησία αυτά που
είναι επωφελή για όλους τους ανθρώπους, ακόμη και αν δεν έχει την συναίνεση
κανενός.(29).
Η φιλοσοφία του Επίκουρου, διαποτισμένη από έγνοια για την ευημερία του
ανθρώπου, είναι ουσιαστικά μια απελευθερωτική φιλοσοφία αγάπης. Διακρίνεται σ’
αυτήν ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να απολαύσει πλήρως τη χαρά της ζωής, να
φτάσει στην ψυχική κατάσταση της αταραξίας, όταν είναι στην κατοχή του φόβου. Μα
δίχως την μελέτη της φύσης πιστεύει σε ερμηνείες των θρησκευτικών μύθων για τα
κυριότερα φαινόμενα, κι έτσι, παγιδευμένος στην αμάθεια και την δεισιδαιμονία,
αδυνατεί να απαλλαγεί από τους φόβους του. Χωρίς ποτέ να παραδέχεται ότι είναι
άθεος, Ο Επίκουρος τολμά να κατεδαφίσει λογικά την τρέχουσα αντίληψη του Θεού
λέγοντας: «αν θέλει ο Θεός να αποτρέψει το κακό μα δεν μπορεί, τότε δεν είναι
Παντοδύναμος. Αν μπορεί και δεν θέλει, τότε δεν είναι Πανάγαθος. Αν θέλει και
μπορεί, τότε γιατί υπάρχει κακό; Αν δεν θέλει και δεν μπορεί, τότε γιατί τον λέμε θεό»;
Τέτοια αγάπη δεν χωρά σ’ ένα άγρια θεοκρατικό καθεστώς που θέλει την πίστη να
γίνεται εργαλείο υποταγής, και την επιβάλει εμφυσώντας τρόμο. Στο
«Δευτερονόμιον» της Παλαιάς Διαθήκης, , ο Μωυσής προειδοποιεί τον πιστό: «εάν
δεν υπακούσεις εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σου, διά να προσέχης να εκτελής
πάσας τας εντολάς αυτού και τα διατάγματα αυτού, τα οποία εγώ προστάζω εις σε
σήμερον, πάσαι αι κατάραι αύται θέλουσιν ελθεί επί σε και θέλουσι σε ευρεί». (Δευτ.
28)».
Η αγάπη παραμένει απροσδιόριστη και κενή λέξη σ’ ένα δόγμα που έχει
ενσωματωθεί με κάθε εκμεταλλευτικό σύστημα από την εμφάνισή του ως σήμερα.
Δεν εξάλειψε την αδικία, την μιζέρια, την χρήση και κατάχρηση ανθρώπου από
άνθρωπο ποτέ και πουθενά. Τουναντίον κήρυξε παθητικότητα και υποταγή του
«ταπεινού και καταφρονεμένου» στην εκάστοτε εξουσία. Υπήρξε πάντοτε
παράγοντας καταπίεσης, και συντήρησης. Το «αγάπα τον πλησίον σου» δεν
ανάγεται ποτέ σε «αγάπα τον συνάνθρωπό σου». Οι πλέον καταστροφικοί πόλεμοι
στην ιστορία της ανθρωπότητας διεξήχθησαν από κράτη Χριστιανών. Σε τι, λόγου
χάρη, διαφέρει η «ηθική» των ιμπεριαλιστών από αυτή της Αγίας Γραφής; «Όταν
Κύριος ο Θεός σου σε φέρει στην χώρα, για να την κατακτήσεις και να την
κληρονομήσεις, καταδιώκοντας έθνη πολλά και ισχυρότερά σου, […] κι όταν Κύριος ο
Θεός σου τους παραδώσει μπροστά σου, να τους πατάξεις· κατά κράτος να τους
εξολοθρεύσεις· να μην κάμεις συνθήκην μ’ αυτους κι ουτε να δείξεις έλεος. […]· να
εξοντώσεις όλα τα αρσενικά της εν στόματι μαχαίρας· τις δε γυναίκας και τα βρέφη και
τα κτήνη και όλα όσα ευρίσκονται εις την πόλη, όλα τα λάφυρά της, να τα πάρεις για
τον εαυτό σου, να τρως τα λάφυρα των εχθρών σου, «όσα Κύριος ο Θεός σου
έδωκεν εις σε».
Ο βαθύτερα ελευθεριακός χαρακτήρας της αγάπης και του έρωτα βρέθηκε τότε, κι
εξακολουθεί να είναι, σε αντίθεση με την υποβιβασμό της σκέψης στο ανίερο
αλισβερίσι που συνοψίζεται στην κατακλείδα «Ιδού εγώ δίδωμι ενώπιον ὑμῶν
σήμερον τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν κατάραν» (Δευτ. 12). Δωσε τυφλή Πίστη και μίζερη
υπακοή στις εντολές (όπως αυτές χαράχτηκαν χοντροκομμένα σε πέτρα από
αυτόκλητους μεσίτες, που «ελέω θεού» θρονιάστηκαν βολικά ανάμεσα στα «επίγεια»
και στα «ουράνια»), για να πάρεις ευλογία θεού. Δείξε ανυπακοή και αμφισβήτηση,
και θα πέσει κατάρα στο κεφάλι σου. Πρόκειται για ανταποδοτικότητα χειρίστου
μορφής μεταξύ του φοβισμένου δούλου και του παντοδύναμου Κυρίου.
5
Η υποχώρηση της θεοκρατίας και η σχετικά εκκοσμικευμένη εξουσία στις μέρες μας
δεν αλλάζει ουσιαστικά τίποτε. Η εξουσία καλύπτεται λίγο ως πολύ με το περίβλημα
της θρησκείας ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες της πρώτης, ενώ αυτό που κρύβουν
και οι δύο από το γυμνό μάτι είναι ότι προστατεύουν και διαιωνίζουν τη σχέση
δούλου με Κύριο. Στο βαθμό που η φύση της αγάπης είναι απελευθερωτική, στέκει
αντιθετικά και σ’ ένα σύστημα που εμπορευματοποιώντας τα πάντα καθιστά
«ανταποδοτικές» και, ακόμα χειρότερα, καταχρηστικές τις ανθρώπινες (κοινωνικές
και διαπροσωπικές) σχέσεις. Αν δεν καταστέλλεται σαν σιωπηρή απειλή σ’ ένα
τέτοιο καθεστώς είναι γιατί καθίσταται άτοπη. Οπουδήποτε εμφανίζεται
εκμεταλλευτική σχέση μεταξύ ανθρώπων δεν επιβιώνει αγάπη μήτε βέβαια κι η
ελευθερία, όση υποκριτική καπηλεία κι αν υποστούν οι λέξεις…
Κλείνοντας, κάνω μιαν ακόμα αναφορά στην προαναφερθείσα ταινία, η οποία
τελειώνει με τη γραπτή φράση: «Μόνο μια μικρή ρωγμή χρειάζεται για να μπει τόσο
φως ώστε ν’ αλλάξει την ζωή». Όντως, το βίωμα ενός μικρού και φαινομενικά
ασήμαντου συμβάντος μπορεί να οδηγήσει σε ριζική αλλαγή της αντίληψης του
κόσμου, ή και της θέσης μας σ’ αυτόν! Υπονοεί ένα συνειδησιακό άλμα, μια
επανάσταση με αντίκτυπο και δονήσεις όχι μόνο σε διαπροσωπικές αλλά και σε
κοινωνικές σχέσεις. Μπορούμε όμως να φανταστούμε ότι από μια ρωγμή του
συστήματος που μας σέρνει προς την αγριότητα θα μπει τόσο φως ώστε να διαλύσει
τη ζοφερή κι ανέλπιδη αντίληψη των πολλών ότι «τίποτε δεν αλλάζει»; Την
χειραφέτηση του ανθρώπου, για να φτάσει σ’ ένα πλάτωμα απ’ όπου να μπορεί
ελεύθερα να αναπτύξει τις δημιουργικές και παραγωγικές του ικανότητες χωρίς
κατάχρηση άλλων, σίγουρα θα μπορούσε να βοηθήσει η αυθεντική αγάπη. Αλλά,
στις μέρες μας περιορίζεται πιο ασφυκτικά ο χώρος στον όποιο αναπνέει. Κι ούτως ή
άλλως, «μόνο αγάπη» δεν φτάνει…
Σημειώσεις
1. La chiénaga entre el mar y la tierra (το τέλμα ανάμεσα στην στεριά και τη θάλασσα) –
Κολομβία 2016, μια ταινία των Manolo Cruz και Carlos del Castillo
2. Οι τρεις βασικές αρχές της Ανθρωπιστικής ψυχοθεραπευτής προσέγγισης (ενσυναίσθηση ,
άνευ όρων θετική εκτίμηση και γνησιότητα) εμφανίζονται σε όλα τα συγγράμματα του Carl
Rogers
3. Ο ορισμός της αγάπης στο παρόν κείμενο προσιδιάζει στον ορισμό που έδωσε ο M. Scott
Peck στο βιβλίο του The Road Less Travelled, αλλά διαφέρει θεμελιωδώς. Η αγάπη, κατά την
αντίληψη μου, είναι πρώτιστα συναίσθημα με ρίζες στην βιοχημεία, και δεν αφορά μόνο την
«επένδυση» ενέργειας για την «πνευματική» ανάπτυξη του εαυτού και του άλλου. Σαν
συναίσθημα είναι συνυφασμένο με την επιθυμία που πρακτικά επενδύεται στην ανάπτυξη
(σωματική, διανοητική, και ψυχική) του άλλου στο βέλτιστο των δυνατοτήτων του.
4. Στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα η ιδέα αυτή έχει καταγωγή στον μύθο κατά τον οποίο «η
επιθυμία μεταξύ δυο ατόμων οφείλεται στο ότι αρχικά ήταν ένα σώμα το όποιο ο Ζευς χώρισε
σε δυο κομμάτια κι από τότε το ένα αποζητά τα άλλο για να ολοκληρωθεί». Η αναφορά στον
μύθο γίνεται από το στόμα του Αριστοφάνη (ίσως σκόπιμα, υπονοώντας αστεϊσμό).
5. Ο Φρόιντ, κάνοντας ένα τεράστιο επαγωγικό άλμα, ανάγει το υποτιθέμενο ένστικτο του
θανάτου σε βασική κινητήρια δύναμη του πολιτισμού. Είναι ένα θέμα που εξετάζεται κριτικά
στον κύριο κορμό εργασίας της οποίας το παρόν κείμενο συνιστά εισαγωγή.
6. Αναφέρομαι στην δεύτερη Εννεάδα (με βάση την ταξινόμηση του έργου του Πλωτίνου από
τον Πορφύριο)
7. Η Προσφώνησις του “Επίκουρου, «είναι μια συλλογή με επικούρειες δόξες που
ανακαλύφθηκε στο Βατικανό στον "Codex Vaticanus Graecus" το 1888 από τον C. WOTKE»,
όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα: www.epicuros.gr
8. Εδάφια από το Δευτερονόμιον από τον σύνδεσμο:
ΠΑΛΑΙΑ ΔΙ ΑΘΗΚΗ: ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ (orthodoxoiorizontes.gr)