Πολιτισμός

Κατερίνα Γώγου: «…σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος…»

Τόλμησε, προκάλεσε, δε δίστασε μπροστά σε κοινωνικά πρέπει, αντιστάθηκε με μέτρο τις δικές της ιδέες, διεκδίκησε το δικαίωμα στην οργή και την ουτοπία, στο όνειρο, την αλήθεια και την επανάσταση. Η ηθοποιός και ποιήτρια, Κατερίνα Γώγου, «έδυσε» στα 53 της χρόνια, μια μέρα σαν σήμερα, του 1993, με δική της απόφαση. Κραυγή, αγωνία, θρήνος, δάκρυ, θάνατος, χάος και αιωνιότητα. Μια τραγική φιγούρα της εποχής της, γεμάτη ζωή και θάνατο. Μια μαχόμενη καρδιά, μια επαναστατημένη γυναίκα που έδωσε τον προσωπικό της αγώνα. Μια ψυχή έτοιμη να ριχτεί στη φωτιά, γνωρίζοντας καλά πως θα καεί. Έπαιξε με την αυτοκαταστροφή της σαν γενναία μαχητής, αδιαφορώντας για το αν θα χάσει ή θα κερδίσει.

Δημοσιεύουμε τον πρόλογο από το πρόγραμμα του θεατρικού έργου της αγαπημένης μας Σοφίας Αδαμίδου, που χάσαμε πρόσφατα, με τίτλο «Πέρασα με κόκκινο», που ανέβηκε το 2013, στο θέατρο «Τζένη Καρέζη» και είναι εμπνευσμένο από τη ζωή και το έργο της Κατερίνας Γώγου.

Πάει.

Αυτό ήταν.

Χάθηκε η ζωή μου φίλε

μέσα σε κίτρινους ανθρώπους

βρώμικα τζάμια

κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.

Άρχισα να γέρνω

σαν εκείνη την ιτιούλα

που σου ‘χα δείξει στη στροφή του δρόμου.

Και δεν είναι που θέλω να ζήσω. Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.

Αυτή ήταν η Κατερίνα Γώγου. Έγειρε σαν ιτιούλα. Και ήταν μόνο 53 χρόνων, αλλά από αιώνες λυπημένη. Αγαπούσε τη ζωή, ενώ ταυτόχρονα δεν την άντεχε. Για κάποιους λόγους, συντηρούσε ζωντανή μια πληγή, αφηνόταν σαν καλαμιά ευλύγιστη. Ρημαγμένη αλλά ζόρικη. Καμωνόταν πως ζούσε αυτή τη ζωή κι ετοίμαζε την άλλη. Ένα χάρτινο καραβάκι, ήταν που ταξίδευε σε πείσμα όλων. «Δέντρο ήμουνα κι έσπασα. Μου σπάσαν όλα τα κλαδιά» είχε πει. Απελπιστικό ίσως. Η αλήθεια όμως. Και την αλήθεια όταν την ονοματίζεις παύει να είναι απελπιστική. Είναι σαν να ξορκίζεις το κακό. Αυτό που σε άλλους μοιάζει απελπισία, για εκείνη ήταν απελευθέρωση. Πράξη και όνειρο, ατομικό και κοινωνικό, άσπρο και μαύρο.

Για την Κατερίνα δεν υπήρχε «μεγαλύτερο έργο τέχνης από τον άνθρωπο που περπατάει ολομόναχος μέσα στον χρόνο, με οδυνηρές συγκρούσεις μέσα του. Μου μοιάζει ο άνθρωπος με έναν ήλιο, που καίγεται από μόνος του. Και η Τέχνη σαν άρρωστος και γιατρός μαζί».

Έγραφε για να μην εκραγεί. Οι ποιητικές της κραυγές είχαν στόχο την αθλιότητα που υπήρχε γύρω της. «Έβρεξε στη χώρα μου – μια χούφτα γη και τόσο πολλή η θάλασσα και ξηρασία ήρθε»… Με αίμα πότισε όλα τα στενοσόκακα. Να τα βλέπουνε όλα, ό,τι γινόταν μέσα της κι έξω… «τρόμος και ξανά την ανάσα, την ψυχή μου, δεν τους έπαιρνε να την ελέγξουνε». Δυναμική και ταυτόχρονα τρομαγμένη. Όλα όμως έχουν την εξήγησή τους.

«Ξεκίνησα τρώγοντας κλωτσιές και μπουνιές απ’ τη σωτήρια μέρα της γεννήσεως μου. Δουλεύω από 5 χρονώ, σφουγγαρίζοντας όλες τις βρωμοσκηνές της καλλιτεχνικής εργοδοσίας, που είναι ακόμα πιο σάπια, γιατί καλύπτεται πίσω απ’ το «έν ονόματι της τέχνης». Σκεφτήκανε όλοι αυτοί που κρίνουν αφ’ υψηλού, πόσοι πολλοί έχουν πεθάνει τρελοί, μόνοι, ξοφλημένοι, με μια σύριγγα στις φλέβες, κι όμως τόσο ωραίοι, τόσο μεγάλοι; »

«Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες εγώ, εγώ μονάχος μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω» λέει ο Καζαντζάκης στην Ασκητική. Αυτή την ευθύνη φαίνεται να την είχε πάρει πάνω της η Κατερίνα. Μας προτρέπει:

άνοιξε το στόμα σου ξύπνα τους ένοικους της γης

βάλε λόγια και δική σου μουσική

ξελαρυγγιάσου με την αγριοφωνάρα σου

-Η ζωή-

δεν είναι ένα κλειστό ταξίδι

που ήταν

α-α-αταξίδευτο

Αγαπούσε με ερωτικό πάθος τον Άνθρωπο. Αλλά τον αγωνιζόμενο άνθρωπο…

Μπροστά. Μπροστά κι άλλο!

Τόσο θέλει

απ’ την υποταγή στην εξέγερση

απ’ το όλοι ή κανένας

απ’ το όλα ή τίποτα

Θεωρούσε καθήκον της να μιλήσει… «όσο μπορέσω» γράφει κάπου, έχοντας επίγνωση πως δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα. Μίλησε απλά, για ό,τι την πονούσε. Πόναγε διπλά για ό,τι δεν μπορούσε να αλλάξει. Φώναζε και αγωνιζόταν, όπως μπορούσε, με όσα όπλα διέθετε, για όσο οι δυνάμεις της θα της το επέτρεπαν. Πρέσβευε ότι «Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».

Η μοναξιά

Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά

και μετριέται πιάτο-πιάτο

μαζί με τα κομμάτια τους

στον πάτο του φωταγωγού.

Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά

Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά

Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά

Κάτω από όλους τους καιρούς

με ιδρωμένο κεφάλι.

Τελικά δεν μπόρεσε ποτέ να φτιάξει ένα γελαστό βιβλίο… όσο κι αν το ήθελε. Άλλωστε, ούτε παιδική φωτογραφία δεν έχει γελαστή. Και πώς να έχει με τόση οργή που ένιωθε:

Οι τράπεζες γεννάνε τους «ληστές».

Οι φυλακές τους «τρομοκράτες»

Η μοναξιά τους «απροσάρμοστους».

Το προϊόν την «ανάγκη»

Τα σύνορα τους στρατούς.

Όλα η ιδιοχτησία…

Κι από την άλλη ο δικός της προσωπικός αγώνας με την μοναξιά. «Σκληρό ναρκωτικό η μοναξιά»… που έγινε σκληρότερο από την γαμημένη τη χημεία» όπως πολύ συχνά έλεγε. «Με τσάκισε η χημεία».

Άσπρη είναι η αρία φυλή

η σιωπή

τα λευκά κελιά

το ψύχος

το χιόνι

οι άσπρες μπλούζες των γιατρών

τα νεκροσέντονα

η ηρωίνη.

Αυτά λίγο πρόχειρα

για την αποκατάσταση του μαύρου

Έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε… Και δεν είχε να πάει πουθενά. Πουθενά. Κι όταν ο τοίχος υψώθηκε μπροστά της, ο τοίχος που χτίστηκε και από τους άλλους αλλά και από την ίδια, προσπαθούσε με το κεφάλι να τον γκρεμίσει. Κι αφού δεν το κατάφερε σκαρφάλωσε ψηλά φωνάζοντας:

Θαρθεί καιρός που θ΄ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
– μη βλέπεις εμένα – μην κλαις. Εσύ είσ΄ η ελπίδα
άκου θάρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θα `μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια…
Οι άνθρωποι – σκέψου! – θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι καταπίεση μοναξιά τιμή κέρδος εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
δύσκολοι καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ΄ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος.





Με το θάνατό της μοιάζει να εγκατέλειψε τον αγώνα για μια καλύτερη κοινωνία. Η Κατερίνα έφυγε ένα μήνα πριν την ίδρυση της Χρυσής Αυγής». Ευτυχώς δεν το είδε, αν και το ήξερε. Το έβλεπε…

Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας “φασίστες!!”
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.

Πολλά δεν άντεχε η παράξενα πονεμένη, η πληγωμένη, η οργισμένη, η δακρυσμένη της ψυχή. Αλλά όσο υπήρχαν γύρω της άνθρωποι μπορούσε να τους ζητά να μην την σταματούν να ονειρεύεται. Άπλωνε τα χέρια στον «Ερωτά, στην αλληλεγγύη, στην Ελευθερία». Όσο αγαπούσε έκανε όνειρα. Ονειρευόταν «ελευθερία. Μέσα απ’ του καθένα την πανέμορφη ιδιαιτερότητα»… «Μεγάλα όνειρα στον ουρανό. Εργάτες με δικά τους εργοστάσια συμβάλουν στην παγκόσμια σοκολατοποιία. Ονειρεύομαι γιατί ΞΕΡΩ και ΜΠΟΡΩ». Μέχρι εκεί. Όταν άρχισε ακόμη και το φως της Σελήνης να σηκώνει για εκείνη κύματα οργής και πανικού, μ΄ ένα φύσημα… φ…φ…φ… το έσβησε.

«Ζήσαμε σκυμμένοι αιώνες αδικίας. Αιώνες μοναξιάς». Αυτό δεν το άντεξε. Και προσπάθησε. Κανείς μην πει ότι δεν προσπάθησε. Θέλησε να κάνει «ποίημα τη Ζωή. Και τη Ζωή πράξη». Όχι μόνο για εκείνη. Μα για όλους. Κι αφού αυτό δεν ήταν πια μπορετό ούτε για την ίδια, ένα πρωί άνοιξε την πόρτα και χάθηκε παίρνοντας μαζί της «τ΄ όνειρο της επανάστασης, μες την απέραντη μοναξιά των δρόμων», δίνοντας μια τελευταία συμβουλή αν και δεν της άρεσαν οι συμβουλές, αλλά τώρα είχε κάθε δικαίωμα καθώς η φωνή της θα περιπλανιόταν στην αιώνια σιωπή, να κλείσει το παράθυρο που άνοιξε όπως στη ζωή κάθε ανθρώπου, με ό,τι ονειρεύτηκε αλλά δεν το κατάφερε.

… εσύ πρέπει να μάθεις

να μην κατεβαίνεις στο δρόμο, χωρίς όπλα όπως εγώ

-γιατί εγώ δεν πρόλαβα-

γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ

«έτσι» «αόριστα»

σπασμένη σε κομματάκια

από θάλασσα, χρόνια παιδικά

και κόκκινα λάβαρα.

Η Κατερίνα Γώγου με την κόρη της Μυρτώ

Ήξερε το τέλος της. Το σχεδίαζε. Αλλά δεν ήθελε να μάθει το μυστικό της η μεγάλη αγάπη της ζωής της η Μυρτώ της.

...να μη μάθει ποτέ η Μυρτώ
τα αίτια του θανάτου μου.
Μπορείτε να της πείτε
πως δεν άντεξα την άνοιξη ή πως πέρασα με κόκκινο.
Ναι. Αυτό είναι πιο πιστευτό.
Με κόκκινο. Αυτό να πείτε

Κι όταν θέλησα να την φέρω στο φως της σκηνής -όπως σωστά είχε κάποτε μαντέψει, ότι κάποιος θα το επιχειρήσει- τη συμβουλεύτηκα. Κράτησα οδηγό μου εκείνο το …. «μην πιάσει κανείς και κάνει κάνα σενάριο έτσι, πολύ ροκ, τίποτα βαρύ αντεργκράουντ, όχι γιατί δεν είμαι εκεί, αλλά όχι μόνον». Αυτό το «όχι μόνον» το αναζήτησα επίμονα και νομίζω ότι το βρήκα στην ίδια της την ποίηση. Το σενάριο της ζωής της το έγραψε η ίδια. Εγώ απλά το ξαναβρήκα στο έργο της. Και η ποίησή της δεν περιλαμβάνει μόνο εκείνην, τη Μυρτώ και τη Γιούλα, τη μάνα της, τον πατέρα της, τους φίλους της, τους συντρόφους της, τους έρωτές της, αλλά τον Άνθρωπο. Την αγωνία και την πάλη του Ανθρώπου για ένα δικαιότερο κόσμο.

«Ανθρακωρύχοι της ζωής κανονίστε τα ρολόγια σας… Σπάστε τα εκεί. Σπάστε τη ζωή που μας τσακίζει»!

Θα τον αλλάξουμε τον κόσμο, παρ΄ όλα αυτά… Κατερίνα!

«Κοίτα! ‘Από κει η γη αρχίζει να γυρίζει».

(Επισκέψεις: 1.294 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend