Ιωάννου – Λαπαθιώτης: Διαπλεκόμενες ταυτότητες

Bijoux de Kant, «Ναπολέων», σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης, Θέατρο του Νέου Κόσμου-Κάτω Χώρος

Σύνθεση από αποσπάσματα κειμένων και ποιημάτων  του Γιώργου Ιωάννου και του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τον Γιάννη Σκουρλέτη και την  Ηλέκτρα Ελληνικιώτη αποτελεί η παράσταση της Ομάδας Bijoux de Kant με τίτλο «Ναπολέων»:  ένας μονόλογος με διαφορετικές αφηγηματικές φωνές εντός του.

Κυρίαρχες, η πρωτοπρόσωπη και αυτοβιογραφική φωνή του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και η τριτοπρόσωπη αλλά τελικά κυρίαρχη του πεζογράφου Γιώργου Ιωάννου που, βιογραφώντας τον πρώτο με τεκμήρια διάφορες μαρτυρίες που συλλέγει από ανθρώπους που γνώρισαν τον ποιητή, στην πραγματικότητα, δημιουργεί μια μυθοπλαστική περσόνα όπου επάνω της προβάλλει τις δικές του σκέψεις και προσεγγίσεις για τα γεγονότα ή τις δράσεις. Τα τεκμήρια συγχέονται με μνήμες και φθαρμένες αναμνήσεις.

Έτσι, ο Ιωάννου αρχίζει το κείμενό του «Ο γείτονάς μου ο Λαπαθιώτης» με τα εξής:

«Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δεν υπήρξε, βέβαια, γείτονάς μου την εποχή που ζούσε. Αυτό έγινε – δηλαδή «έγινε» – πολύ αργότερα, όταν εγώ πήρα των ομματιών μου και εγκαταστάθηκα οριστικά στην Αθήνα και μάλιστα, χωρίς να το καταλάβω, πάνω σ΄ αυτά τα ίδια χώματα με τα ίχνη από τα πατήματα και τα παραπατήματά του.

            Θεωρητικά, θα μπορούσαμε να είμαστε στην ίδια γειτονιά επί δεκάξι χρόνια, εφόσον τόσο ήμουν εγώ, όταν αυτός, πενηνταπεντάρης πια, αυτοκτόνησε στις 8 Ιανουαρίου 1944, μέσα σ΄ αυτό το πατρικό του σπίτι της οδού Κουντουριώτου – Κουντουριώτου και Οικονόμου – στα Εξάρχεια, απ΄ όπου περνώ πολλές φορές τη μέρα και πάντοτε τον μνημονεύω» («Η Λέξη», τχ. 33, 1984).

Αρκετά αποσπάσματα από αυτό το σχεδόν δοκιμιακού χαρακτήρα κείμενο του Ιωάννου ακούγονται στην παράσταση αφού όμως έχει προηγηθεί ο λόγος του μοναχικού και απεγνωσμένου μπροστά στο γεγονός του θανάτου της μητέρας του Λαπαθιώτη, απώλεια καθοριστική που τον οδηγεί στην απόλυτη μοναξιά εντός του ουσιαστικά εγκαταλειμμένου αρχοντικού -ταυτισμένου στη συνείδησή του με τη μητέρα του-  που άλλοτε πρόβαλε εντυπωσιακό  στη γειτονιά.

Μια τρίτη καθοριστική «φωνή»  υπεισέρχεται στις δύο αφηγήσεις καλύπτοντας τα μεταξύ τους κενά: τα τραγούδια της Σωτηρίας Μπέλλου, τραγούδια που αποκτούν οργανικό ρόλο στην παράσταση καθώς η  Μπέλλου παραπέμπει αφενός στην ομοφυλόφιλη ταυτότητα και αφετέρου, μέσω των ρεμπέτικων, στα χασισάδικα και κατ’ επέκταση στα ναρκωτικά στα οποία εθίστηκε ο Λαπαθιώτης.

Αν στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση ή εκφορά ποιημάτων του η περσόνα  του Λαπαθιώτη κινείται κυρίως στα άκρα της σκηνής, καθισμένος σε καρέκλα, στην αρχή με τα μακριά εσώρουχα θρηνώντας για τη μητέρα, στη συνέχεια ντυμένος με το σκούρο κανελί κοστούμι του, στο βάθος της σκηνής μια εξέδρα που θυμίζει πάλκο, στρωμένη με κόκκινα γαρύφαλλα και ένα μικρόφωνο  μπροστά, αποτελεί τον προνομιούχο τόπο από τον οποίο ακούγεται η φωνή του Ιωάννου. Τόπο που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους σκοτεινούς χώρους του καταραμένου ποιητή αλλά και αποκαλυπτικών των ερωτικών του προτιμήσεων.

Πίσω, ο τοίχος της σκηνής, στολισμένος με πολύχρωμα λαμπιόνια,   «κοσμείται» από πίνακα που φέρει πάνω του ανάκατα καρφιτσωμένες φωτογραφίες νεαρών ανδρών ημίγυμνων ή ολόγυμνων, πάντοτε όμως προβάλλοντας τα πέη τους σε στύση. Συλλογή από φωτογραφίες λαϊκών νεαρών, περαστικών από την πρωτεύουσα επαρχιωτόπουλων,  στρατιωτών και ναυτών  σε διάφορες στάσεις που μοιάζει να ξεπήδησε από τη συλλογή  φωτογραφιών που παραχώρησε ο Θάνος Βελλούδιος στον Γιώργο Χρονά ο οποίος τις  εξέδωσε ως λεύκωμα στην «Οδό Πανός» το 1992 και 1995 σε δύο τομίδια με τίτλο «Τα Ελληνικά Αγάλματα – Φωτογραφίες Ανδρών 1950-1960».  

Είναι φωτογραφίες «ενός ελληνικού κόσμου που δεν υπάρχει πια» σημειώνει ο Χρονάς στην Εισαγωγή του λευκώματος. Είναι, ίσως, ένα «μοντέλο του ελληνικού άντρα» που εξέλειπεν» καθώς αντιστοιχεί σχεδόν με την εποχή του Λαπαθιώτη και ακριβώς με εκείνη του Ιωάννου αλλά που σκηνογραφικά (σκηνικά του Γ. Σκουρλέτη και artwork Κωνσταντίνου Σκουρλέτη) θα αποτελέσει το σημείο τομής των δύο λογοτεχνικών φωνών: τη γκαίη ταυτότητά τους. Αυτή που, διακριτικά, στα πλέον τολμηρά του ποιήματα, υφέρπει  στον Λαπαθιώτη,  αυτή που επικαλείται ως συγκινησιακή δική του φόρτιση κατά τη λογοτεχνική γνωριμία μαζί του ο πιο εύγλωττος Ιωάννου.

«Στάθηκε αδύνατο να μάθω από τους γείτονες κάτι συγκεκριμένο για τους έρωτες του Λαπαθιώτη. Όλοι, βέβαια, κάτι είχαν ακούσει, όπως είχαν ακούσει και για τα ναρκωτικά, αλλά κανένας δεν είχε κάτι το συγκεκριμένο να πει, κάποιο πρόσωπο, κάποιο περιστατικό, κάποιο σκάνδαλο εδώ στη γειτονιά, την εποχή εκείνη» σημειώνει ο Ιωάννου. Και λίγο μετά προσθέτει:

«Ένας από τους φίλους του μου είπε ότι ο Λαπαθιώτης είχε ερωτευθεί μία κοπέλα της γειτονιάς. Ήταν μία ξανθούλα, που την έλεγαν Λένα και κατοικούσε στο σπίτι που βρίσκεται στη γωνία των οδών Οικονόμου και Καλλιδρομίου, δηλαδή στην ταβέρνα απέναντι. Η κοπέλα, που κατοικούσε μαζί με την αδερφή της, έβγαινε πότε πότε στη χαμηλή ταράτσα να ταΐσει κάτι περιστέρια και την έβλεπαν από την ταβέρνα οι θαμώνες και ιδιαίτερα ο Λαπαθιώτης, που, όπως είπαμε, την είχε ερωτευθεί. Αλλά ήταν Κατοχή, η κοπέλα αρρώστησε από φυματίωση, και σε λίγο πέθανε. Ο ποιητής ήταν απαρηγόρητος. Πήγε στην κηδεία, μα στεκόταν κάπως μακριά από τον κόσμο, που ήταν κυρίως άνθρωποι της γειτονιάς. Ήταν άλλωστε κουρελιασμένος, όπως μου είπε ο αφηγητής μου, και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος, που δεν ήθελε να πλησιάσει […] Εκείνο όμως που δεν νομίζω, είναι πως πρόκειται για ιστορία έρωτος. Συμπάθεια ίσως, φρεναπάτη ίσως, υποβολή μπορεί, αλλά κανονικού έρωτος όχι. Δεν πρόκειται να υποστηρίξω αηδίες σαν αυτές που είδαμε να λέγονται για τον Καβάφη· ότι στα νεανικά του χρόνια είχε περιπέτειες με γυναίκες και κατόπι άλλαξε. Όπως και νά ΄ναι πάντως, είναι συγκινητικό για το Λαπαθιώτη».

Έχει ενδιαφέρον ως προς τη δραματουργία της παράστασης  η διαλογική σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ των δύο λογοτεχνικών φωνών, η ενσωμάτωση και σταδιακή υπερίσχυση της εξωτερικής οπτικής του Ιωάννου πάνω στην αρχικά αυτοβιογραφικού τύπου αφήγηση του Λαπαθιώτη σε βαθμό που τελικά το κοινό σκηνικό τους σώμα  να συμφύρει και τις αφηγήσεις τους σε μία: αυτοβιογραφία και βιογραφία από έναν τρίτο ανασυνθέτουν τη ζωή ενός προσώπου, συμπληρώνοντας κενά, τεκμηριωμένα ή υποθετικά, δημιουργώντας την ιστορία. Ταυτόχρονα, η ομοφυλόφιλη ταυτότητα του ενός επικάθεται και υπερ-προσδιορίζει εκείνη του άλλου.

Αυτό το κοινό σώμα με τις διαφορετικές φωνές έφερε στη σκηνή με σπάνια ευαισθησία ο νεαρός αλλά ήδη αναγνωρισμένος για την ποιοτική του πορεία ηθοποιός Αντώνης   Γκρίτσης. Ακολουθώντας μια απόλυτα αντιρρεαλιστική κινησιολογία, με  χειρονομιακό κώδικα που περισσότερο παρέπεμπε σε «νευρόσπαστο», αργό περπάτημα, αργή κίνηση καθώς ντύνεται επί σκηνής, οι βραχίονες τεταμένοι μπροστά με τις παλάμες ανοικτές, σχεδόν ακίνητοι, ελίσσεται αργά πάνω στη σκηνή μέσα στους υποχώρους που δημιουργούν με φωτοσκιάσεις οι εξαιρετικοί φωτισμοί ή στον πολύχρωμα φωτισμένο χώρο του «πάλκου» όπου τον λόγο αναλαμβάνει ο Ιωάννου.

Με ήρεμη, χαμηλότονη τη φωνή του Λαπαθιώτη, με ταχύτερους ρυθμούς εκφοράς του λόγου και μάλλον ένρινη τη φωνή του Ιωάννου, ο Γκρίτσης κινείται με απόλυτη δεξιοτεχνία ανάμεσα στις δύο αυτές κυρίαρχες φωνές (ή και άλλες εμβόλιμες) αποδεικνύοντας τον πλήρη έλεγχο αλλά και τις δυνατότητες του φωνητικού του εργαλείου. Ένας νεαρός ηθοποιός που γοητεύει τη σκηνή και κερδίζει τον θεατή του.

Ο Γιάννης Σκουρλέτης, με βάση τον καλό ηθοποιό του, ενορχήστρωσε μια εντυπωσιακή παράσταση με λιτά αλλά εύγλωττα μέσα.    

Φωτογραφίες: Πάνος Μιχαήλ.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email