Πολιτισμός

Η ταινία της εβδομάδας: Το χρυσό γάντι – Der goldene handschuh

Το χρυσό γάντι – Der goldene handschuh

Διάρκεια: 115’

Σκηνοθεσία: Φατίχ Ακίν

Πρωταγωνιστούν: Γιόνας Ντάσλερ, Μαργκαρέτε Τίζλερ, Άνταμ Μπουσδούκος 

«Αυτή η ταινία είναι διαφορετική από όλες τις προηγούμενες μου και μπορεί να σας σοκάρει, είναι όμως ένα κομμάτι του εαυτού μου». Έτσι προλόγισε στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας την ταινία του ο γλυκύτατος τουρκο-γερμανός σκηνοθέτης που έχει αγαπήσει το ελληνικό κοινό από την εποχή της Χρυσής Άρκτου ‘Μαζί Ποτέ’ και τον έχει ακολουθήσει πιστά μέχρι σήμερα.

Και πράγματι σόκαρε. Πήρε κακές κριτικές στην πρεμιέρα της τον Ιανουάριο στο φεστιβάλ του Βερολίνου – ένα ντροπιαστικό 38/100 metascore στο Imdb είναι ενδεικτικό της τάσης και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε ένα αρνητικό ρεκόρ εισπράξεων. Τι είναι αυτό που ενόχλησε τόσο πολύ και απαξιώθηκε ένας από τους καλύτερους κινηματογραφιστές του 21ου αιώνα;

Η ασχήμια της.  Το ‘Χρυσό Γάντι’ είναι μια ταινία για την ασχήμια.

Την ασχήμια του πρωταγωνιστή.

Ο 22χρονος Γιόνας Ντάσλερ, από τα πολιτικά σημασμένη Σιωπηλή Επανάσταση και Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα παίζει σε μια ταινία που χαρακτηρίζεται ως δράμα, αστυνομική ή και θρίλερ με παραμορφωτικό μακιγιάζ και φορώντας μια πρόσθετη πελώρια μύτη. Ο όμορφος νέος υποδύεται τον Φρίτζ Χόνκα, τον δράκο του Αμβούργου, που έδρασε στην πόλη στις αρχές της δεκαετίας του 70. Ο Χόνκα ήταν κακάσχημος, καμπούρης και τραυλός και είχε οξύ πρόβλημα αλκοολισμού. Μετά από δυο αποτυχημένους γάμους κατέληξε σε ένα δώμα στη συνοικία Οττένσεν του Αμβούργου. Τα βράδια εργαζόταν ως νυχτοφύλακας – μια δουλειά που τον προφύλασσε από τα αδιάκριτα βλέμματα – και επέστρεφε σπίτι του με μπουκάλια αλκοόλ που ή κατανάλωνε μόνος του ή έψαχνε να βρει παρέα να τα πιούνε μαζί.

Την ασχήμια του περιβάλλοντος χώρου.

Η λέξη ‘χάλι’ δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να αποδώσει την κατάσταση που επικρατεί στο διαμέρισμα του Χόνκα. Ακατάστατο, βρώμικο, λιγδιασμένο, με μόνο διακοσμητικό στοιχείο τα πόστερ από όμορφες γυμνές νέες γυναίκες που ο Χόνκα έχει κολλήσει παντού, σε μια προσπάθεια να ξορκίσει την ασχήμια που έχει συνυφανθεί με τη μοίρα του. Ο Χόνκα κινείται άνετα μέσα στη βρώμα και τη δυσωδία που βγαίνει από τα τεμαχισμένα πτώματα που έχει κρύψει σε μια καταπακτή. Είναι ο φυσικός, ζωτικός του χώρος.

Την ασχήμια του ανθρώπινου γυμνού σώματος. Την ασχήμια της γενετήσιας πράξης.

Ο Χόνκα συχνάζει στο ‘Χρυσό Γάντι’, ένα μπαρ στην ‘Κόκκινη Συνοικία’ του Αμβούργου – ή αλλιώς τη συνοικία της ‘Απόλαυσης’, τα δικά μας ‘Κόκκινα Φανάρια’. Εκεί, αφού καταναλώνει γενναίες ποσότητες αλκοόλ μαζί με άλλους συμπότες,  θαμώνες του μπαρ, βρίσκει τα υποψήφια θύματα του, γυναίκες ερείπια της ζωής, θλιβερά πλάσματα που η μοίρα σέρνει από το ένα ποτήρι στο άλλο και από το ένα κορμί στο άλλο, γυναίκες έτοιμες να δώσουν τα πάντα για ένα ακόμα ποτήρι βότκα και μια ζεστή αγκαλιά. Και ο Χόνκα τις δελεάζει με το ποτήρι τη βότκα αλλά ζεστή, ανθρώπινη επαφή, ούτε μπορεί ούτε θέλει να δώσει. Είναι τόσο εγκλωβισμένος μέσα στο δικό του πρόβλημα, τόσο ανίκανος να το αντιμετωπίσει – πόσω δε μάλλον να το λύσει – που η  ανεπάρκεια του τον κάνει δολοφονικά επιθετικό. Οι γυναίκες που πέφτουν στα χέρια του το λιγότερο υποφέρουν. Κάποιες χάνουν και τη ζωή τους.

Οι – αρκετές – σκηνές ερωτικής συνεύρεσης του Χόνκα με τις άτυχες γυναίκες που βρέθηκαν στο κρεβάτι του είναι ίσως από τις πιο απωθητικές στιγμές απόδοσης της ερωτικής πράξης στην παγκόσμια κινηματογραφική ιστορία. Δεν είναι μόνο η αηδία, η απαξία του γερασμένου, ζαρωμένου και απωθητικού σώματος, η ντροπή, η οδύνη και οργή που γεννάει η ανικανότητα, αλλά κυρίως η ωμή παραδοχή πως η πράξη αποξενώνει και γεννάει αυτολύπηση, απέχθεια και μίσος. Και κάπου εδώ οι αντοχές κριτικών και θεατών θα χτύπησαν κόκκινο. Όλο αυτό πήγαινε πολύ πια.

Ο Ακίν μας είπε πως ο ίδιος βρίσκει ελκυστικές αυτές τις γυναίκες, τις παραιτημένες, με τα γερασμένα κορμιά και τις βαθιές ρυτίδες. Η απόγνωση και το άσχημο αποτύπωμά της αγγίζει την ποίηση. Και, για όσους άντεξαν να μην αποστρέψουν το βλέμμα, οι λεκιασμένες εκείνες εικόνες ήταν οπτικοί στίχοι ενός μικρού χαίκού της απώλειας.

Η ασχήμια της μικροκοινωνίας εκεί μέσα και της μακρο-κοινωνίας εκεί έξω.

Το ‘Χρυσό Γάντι’ είναι ο δημόσιος χώρος όπου εκτυλίσσεται η δράση, συμπληρωματικός με τον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού του Χόνκα. Συμπληρωματικός γιατί είναι το ίδιο άσχημος. Ένα μπαρ ανοικτό από το πρωί για να σερβίρει αλκοόλ τους εθισμένους στην ασχήμια πελάτες τους, αλκοολικούς, παραιτημένους, που με χιούμορ αντιμετωπίζουν την έλλειψη οποιασδήποτε θέλησης να αλλάξει κάτι. Η παρέα που αναζητάει ο Χόνκα για το σπίτι είναι εφάμιλλη με αυτή που βρίσκει στην μπάρα. Εκεί παρατάσσεται το τρομακτικό παρελθόν και το αποκρουστικό παρόν της τότε Γερμανίας. Τα ναζιστικά απολειφάδια, που επιβάλλονται παντού, οι μίζεροι μικρομεσαίοι, οι επικίνδυνοι απόκληροι. Οι μοναχικοί άνθρωποι που ψάχνουν απεγνωσμένα κάποιον να μοιραστούν τον πόνο και το μεθύσι τους.

Απέναντι σε όλη αυτή την ασκήμια κάνει ένα πέρασμα στην αρχή και το τέλος της ταινίας ένα αιθέριο πλάσμα, ένας ξανθός άγγελος από ένα κόσμο όμορφο και χαρούμενο, μια μορφή που καταδυναστεύει το ταραγμένο μυαλό του Φριτζ σαν όνειρο και σαν εφιάλτης.

‘Ο Χόνκα έμενε μερικά τετράγωνα πιο πέρα από το σπίτι που μεγάλωσα, ο Έλληνας που έμενε από κάτω ήταν ο θείος του φίλου μου, ηθοποιού Άνταμ Μπουσδούκος που τον υποδύεται στην ταινία. Αυτή την ταινία τη γύρισα ως Γερμανός.’ είπε ο Ακίν παρουσιάζοντας μας την τελευταία του δουλειά, που βασίστηκε στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Χάινριτζ Στρούκ, best seller στη Γερμανία. Κοινωνικά ευαίσθητος και με πολιτικό προσανατολισμό, δεν επρόκειτο να περιοριστεί στην αναπαράσταση της ζωής και του έργου ενός διαβόητου δολοφόνου αφήνοντας απ’έξω την κοινωνία που τον δημιούργησε. Την Γερμανία στην οποία ο Φατίχ Ακίν γεννήθηκε και μεγάλωσε, έκανε φίλους – Γερμανούς, Τούρκους και Έλληνες – σπούδασε κινηματογράφο, στην πατρίδα που την ιστορία της θέλει κι αυτός να αφηγηθεί και να σχολιάσει. Από την πολυτάραχη δεκαετία του 70 δεν επιλέγει αυτή τη στιγμή να συνδιαλλαγεί με το μαχητικό φοιτητικό κίνημα που εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο δυναμικά και αμφιλεγόμενα ένοπλα κινήματα πόλης της Ευρώπης. Αντίθετα, στρέφει βλέμμα και φακό στα μέρη της κοινωνίας όπου επωάστηκε, γιγαντώθηκε και ακόμα σιγοκαίει ο φασισμός.

Το γοητευτικά παρακμιακό ‘Χρυσό Γάντι’ λειτουργεί ακόμα. Εκεί ήπιε ένα τελευταίο ποτό το συνεργείο όταν ολοκλήρωσαν τα γυρίσματα. Αν το μπαρ αλληγορικά παραπέμπει στην κοινωνία που μεγάλωσε ο Ακίν, η εικόνα δεν είναι κολακευτική. ‘Με ενοχλεί πάνω απ’όλα η καφετίλα της ταινίας’ έγραψε ο κριτικός της Guardian. E, καφέ είναι το χρώμα που έχουν τα κόπρανα.

Ήταν γερή γροθιά στο στομάχι αυτή η ταινία και ήθελε πολύ κουράγιο για να τη γυρίσει ο Ακίν. Κουράγιο ήθελε κι ο πρωταγωνιστής της Γιόνας Ντάσλερ να βάλει στο ξεκίνημα της καριέρας του έναν τέτοιο ρόλο. Δεν μπορώ να πω πόσο μου άρεσε, αλλά σίγουρα με στοίχειωσε. Έχω ακόμα στ’αυτιά μου το Seasons in the Sun στα γερμανικά που έπεφτε με τους τίτλους του τέλους.

(Επισκέψεις: 499 φορές, όπου 7 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend