Πολιτισμός

Η Επανάσταση του Ενός

Βικτώρ Ουγκώ, «Ο άνθρωπος που γελά». Σύνθεση-Σκηνοθεσία: Θοδωρής Αμπαζής. Εθνικό Θέατρο ‒ REX- Σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη.

   Κορυφαίος γάλλος συγγραφέας του 19ου αιώνα, σημαντικότατος εκπρόσωπος  του ρομαντισμού, ο Βικτώρ Ουγκώ (1802-1885) υπήρξε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας ήδη από το 1841. Το 1848, μεταπηδώντας στην πολιτική, μετά τον πρόωρο θάνατο από πνιγμό στον Σηκουάνα της πρωτότοκης κόρης του,  και εκλεγείς βουλευτής των Παρισίων στην Εθνοσυνέλευση, υποστηρίζει,  αρχικά, ενθέρμως την υποψηφιότητα στην Προεδρία της Δημοκρατίας του  Λουδοβίκου-Ναπολέοντα (του μικρού και όχι του Βοναπάρτη, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο πρόγραμμα της παράστασης). Σύντομα όμως, διαπιστώνοντας τις φιλοδοξίες Καίσαρος του πρίγκιπα, προσεγγίζει την αριστερά και επιδίδεται σε αντιμοναρχικές επιθέσεις, ξεσηκώνοντας τον παρισινό λαό και, για να μην συλληφθεί, αυτοεξορίζεται  στις Βρυξέλες και, στη συνέχεια, στο Jersey έως το 1855 το οποίο εγκαταλείπει, λόγω των θορυβημένων από τις δραστηριότητές του αρχών, για το νησί Guernesey. Εδώ θα παραμείνει έως το 1870 οπότε, με την εγκαθίδρυση της Τρίτης Δημοκρατίας, θα επιστρέψει στο Παρίσι έως τον θάνατό του, με ένα διάλειμμα κατά τη διάρκεια της Κομμούνας.

Στο μεταξύ, κατά τα χρόνια της εξορίας του θα συνεχίσει τον αντιμοναρχικό του αγώνα με έργα όπως τον λίβελο  «Ναπολέων ο Μικρός», «Οι Τιμωρίες» και «Η ιστορία ενός εγκλήματος». Παράλληλα, τα χρόνια αυτά θα ολοκληρώσει πολλά από τα σημαντικότερα έργα του: έχοντας ήδη στο παρελθόν γνωρίσει θριάμβους στη λυρική ποίηση, στο δράμα («Ερνάνης», 1830), στο μυθιστόρημα (την δυσάρεστα σήμερα επίκαιρη «Παναγία των Παρισίων», 1831, εισάγοντας με το έργο αυτό τον ρομαντισμό και στην πεζογραφία), θα γράψει στην εξορία, μεταξύ άλλων, το «Τέλος του Σατανά» (1854, έργο που θα εκδοθεί μετά θάνατον), τις αριστουργηματικές λυρικές «Ενατενίσεις» (1856) ενώ θα ολοκληρώσει το έργο-ποταμός, τους περίφημους «Αθλίους» του (1862). Στην περίοδο αυτή ανήκει και το μυθιστόρημά του «Ο Άνθρωπος που γελά» (1869).

Υπερασπιστής της μίξης των ειδών, ο Ουγκώ δεν διανοείται την τραγωδία χωρίς την κωμωδία: «Το δράμα οφείλει στην τραγωδία τη σκιαγράφηση των παθών και στην κωμωδία τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων». Κατ’ επέκταση, το γκροτέσκο συνυπάρχει με το μεγαλειώδες, το σκότος με το φως: πίσω από τις αντιθέσεις υφέρπει η ουσιαστική ενότητα, η μία και μοναδική πραγματικότητα με τις δυο τις όψεις.    

                Ένας δύσμορφος κλόουν στη Βουλή των Λόρδων

«Ο άνθρωπος που γελά» διέπεται από αντιθετικά σχήματα που βρίσκονται σε σύγκλιση αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένα έργο που η καλοπροαίρετη κριτική θα χαρακτήριζε ουτοπικό καθώς μοιάζει να ανταποκρίνεται στις βαθύτερες πίστεις του Ουγκώ ότι ήταν ένας προφήτης, ένας μάντης – δέκτης υπερφυσικών αποκαλύψεων. Άραγε προαναγγέλλει ο ήρωάς του την ιστορία όταν λέει:

«Το γέλιο μου είναι η παγκόσμια θλίψη, το γέλιο είναι μίσος, λύσσα και απελπισία».

Πράγματι, ο Γκουινπλέν, ένα δεκάχρονο παιδί παραμορφωμένο στο πρόσωπο καθώς του έχουν σχίσει το στόμα έως τα αυτιά, μοιάζοντας έτσι σαν να έχει ένα μόνιμα αποτρόπαιο χαμόγελο, εγκαταλελειμμένο στο Πόρτλαντ της Αγγλίας το 1690 από κάποιους Comprachicos (αγοραστές παιδιών), θα προσπαθήσει να επιστρέψει στο χωριό. Θα καταλήξει, μαζί με ένα τυφλό κοριτσάκι που βρίσκει δίπλα στη νεκρή μητέρα του, τη Ντέα, στην άμαξα ενός γυρολόγου, λαϊκού θυμόσοφου, του Ούρσους (Αρκούδα), περιφερόμενου στην επαρχία μαζί με τον εξημερωμένο λύκο Χόμο (Άνθρωπο). Τα δύο παιδιά, μεγαλώνοντας, φαίνονται ερωτευμένα μεταξύ τους ενώ, δεκαπέντε χρόνια μετά,  αποτελούν το κύριο θέαμα της παράστασης «Το νικημένο χάος» που ανεβάζει ο Ούρσους και που γνωρίζει επιτυχία στις λαϊκές συνοικίες του Λονδίνου όπου οι άνθρωποι γελούν με τον παραμορφωμένο Γκουινπλέν και την τυφλή Ντέα.

Μια σειρά από γεγονότα που έχουν σχέση και με τη διαδοχή στον θρόνο της Αγγλίας όπου πλέον βασιλεύει η  Άννα, θα αποκαλύψουν την πραγματική ταυτότητα του νεαρού πλέον άντρα: πρόκειται για τον νόμιμο γιο και κληρονόμο του Λόρδου Linnaeus Clancharlie που είχε εξοριστεί από τον προηγούμενο βασιλέα. Στο μεταξύ, κληρονόμος έχει χρηστεί ο νόθος γιος του Λόρδου, ο Ντέιβιντ ο οποίος, μεταμφιεσμένος, συχνάζει στα λαϊκά θεάματα όπως αυτό του Ούρσους. Η βασίλισσα Άννα έχει θέσει ως όρο ότι ο Ντέιβιντ θα κληρονομήσει την περιουσία του πατέρα του εφόσον παντρευτεί την αδελφή της Ζοζιάνα, πανέμορφη, αδέσμευτη, κακιά που θα γοητευτεί από την τερατώδη μορφή του Γκουινπλέν όταν θα παρασυρθεί από τον έμπιστό της (αλλά και της αδελφής της που την μισεί) στο θέαμα του Ούρσους. Θα τον απορρίψει, όμως, όταν αποδειχθεί, με τη βοήθεια και πάλι του έμπιστού της δολοπλόκου Μπαρκιλφέντρο, ότι είναι ο Λόρδος που πρέπει τελικά να παντρευτεί.

Από το πολυσύνθετο και πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, σε μετάφραση Ντορέτας Πέππα, η διασκευή της Έλσας Ανδριανού διατηρεί όλα τα βασικά στοιχεία ώστε η παρακολούθηση να γίνεται απρόσκοπτα. Εξάλλου, η ουσία του συνοψίζεται στη φράση: «το γέλιο βρυχάται, τρέμει η γη, στο γέλιο που περιφρονάτε ανασαίνει η κόκκινη αυγή» καθώς ο Γκουινπλέν εξαπολύει συχνά από τη σκηνή του Ούρσους λιβέλους κατά της αριστοκρατίας και, όταν βρεθεί πλέον στη Βουλή των Λόρδων, θα θελήσει να φέρει ανατροπές υπέρ των λαϊκών τάξεων. Ο λόγος του θα αντιμετωπιστεί με χλευασμό από τους ευγενείς, ο ίδιος θα συνειδητοποιήσει το μάταιο του αγώνα του και θα αποποιηθεί περιουσία και νέα ζωή επιστρέφοντας στον Ούρσους και τη Ντέα η οποία ωστόσο θα πεθάνει. Ο Γκουινπλέν, απογοητευμένος, θα πέσει στον Τάμεση.

Η επανάσταση του ενός απέτυχε. Ωστόσο, έριξε το σπέρμα για τις επαναστάσεις που θα ακολουθήσουν, ως προάγγελός τους. Ο άνθρωπος που γελά και τον περιγελούν θα γελάσει πραγματικά τελευταίος.

                                            Μουσικό υπερθέαμα

Ο Θοδωρής Αμπαζής σκηνοθετεί το διασκευασμένο μυθιστόρημα ως μουσικό θέατρο δημιουργώντας μια μεγάλων απαιτήσεων μουσική σύνθεση με τραγούδια σε λιμπρέτο της Ανδριανού. Πρόκειται για μια μεταμοντέρνα όπερα όπου η μουσικότητα διατρέχει όλο το έργο είτε μέσω της ζωντανής ορχήστρας (σε μουσική διεύθυνση του και πιανίστα Θοδωρή Κοτεπάνου) είτε μέσω του βιολιού που επεμβαίνει σχολιαστικά και, εμπνευσμένα, συνιστά τη γλώσσα του κατά τα άλλα βωβού λύκου Χόμο (Διονύσης Βερβιτσιώτης) είτε μέσω της φωνητικής μουσικής και των ηχητικών που παράγουν συνεχώς οι ηθοποιοί είτε μέσω των αμιγώς τραγουδιστικών κομματιών που κάποιες στιγμές μεταστρέφονται σε μελωδικά τραγούδια επιτυχημένου μιούζικαλ. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια πολυσύνθετη μουσική γραφή όπου τα μουσικά είδη συνδιαλέγονται μεταξύ τους μέσα σε μια συνεχή ροή και αμοιβαία απορρόφηση.

Η εμπνευσμένη και ευφυώς μελετημένη στην αρχιτεκτονική της σκηνογραφία του Κωνσταντίνου Ζαμάνη με τις εντυπωσιακές εναλλαγές και τα διαφορετικά επίπεδα δράσης  αναδεικνύει τη σκηνή του REX με τον καλύτερο τρόπο και δικαιώνει την παράσταση ως παραγωγή του Εθνικού θεάτρου. Βρήκα τα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού εξαιρετικά: εκείνα του λαού που πλαισιώνουν τη σκηνή του Ούρσους στις πρώτες πράξεις συνδυάζουν στην ποικιλότητά τους και παλ τόνων πολυχρωμία τους το ρακένδυτο των φτωχών με την αισθητική του ρομαντισμού ενώ γίνονται σκληρά με το σύγχρονο ύφος τους αλλά άψογης θεατρικής αισθητικής τα κοστούμια της αριστοκρατίας που αποκτούν πρόσθετες σημάνσεις με τις ζωόμορφες μάσκες της Βουλής των Λόρδων. Σημαντικός και ο ρόλος του μακιγιάζ των ηθοποιών (Olga Faleichyk) που λειτουργούσε ως φυσική συνέχεια των ενδυμάτων για τους φτωχούς ή συνέβαλλε στην ανάδειξη χαρακτήρων στους αριστοκράτες.

Στην όλη σκηνική σύνθεση, καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος των φωτισμών του Νίκου Σωτηρόπουλου  που δημιουργούσαν τις ανάλογες ατμόσφαιρες αλλά και τις έντονες αντιπαραθέσεις.

Δεκατέσσερις ηθοποιοί πλαισίωναν τους βασικούς ρόλους άλλοτε ως οι «κάτω» και άλλοτε ως οι «πάνω», τραγουδώντας ως χορός, δημιουργώντας φωνητικά ηχοτοπία, αναλαμβάνοντας διάφορους ρόλους και κινούμενοι διαρκώς είτε δημιουργώντας ανεπαίσθητους κυματισμούς σωμάτων είτε ακολουθώντας στρατιωτική πειθαρχία σε χορογραφία της Αγγελικής Στελλάτου.

                                  «Άνω» και «κάτω» ερμηνείες

Ένα βασικό υποκριτικό τρίο κλέβει την παράσταση: η πληθωρική Εβελίνα Παπούλια, ως Ζοζιάνα, με κίνηση που γεμίζει τη σκηνή και τις άπειρες φωνητικές της δυνατότητες κυριαρχεί και ανεβάζει τους σκηνικούς παλμούς όταν εμφανίζεται. Δίπλα της, ο Δαβίδ Μαλτέζε, ως Λόρδος Ντέιβιντ, δείχνει ακόμα μια φορά την πλούσια υποκριτική γκάμα που διαθέτει σε φωνή και κίνηση. Τέλος, εξαίρετος ο Κώστας Κορωναίος  ως Μπαρκιλφέντρο: αεικίνητος, πολύμορφος, μετατρέπεται σχεδόν σε έναν κομπέρ μιούζικαλ που ελέγχει  τις τύχες των προσώπων και της παράστασης.

Η  νεαρή Μαρία Δελετζέ, ως Ντέα, αναλαμβάνει να ερμηνεύσει  κυρίως τραγουδιστικά κομμάτια και τα αποδίδει με μια σπάνια ευαισθησία διαθέτοντας υπέροχη φωνή αλλά και ωραία -στα πλαίσια του ρόλου- σκηνική παρουσία. Ο Αιμιλιανός Σταματάκης, ως Γκουινπλέν, αποτελεί αναμφισβήτητα φωνητικό κεφάλαιο για την ελληνική σκηνή και γι’ αυτό πρωταγωνιστεί σε όλα τα πρόσφατα αθηναϊκά μιούζικαλ. Και εδώ, αποδίδει με το ιδιάζον ηχόχρωμα που διαθέτει κάποια από τα ωραιότερα τραγούδια της παράστασης και τα επιβάλλει. Ωστόσο, δεν συμβαίνει το ίδιο με τη σκηνική του παρουσία ούτε με τον λόγο του: στο πρώτο ειδικά μέρος, με τα πιο έντεχνα κομμάτια, εξαφανιζόταν δίπλα στη Δελετζέ ενώ ως σκηνική παρουσία δεν μπορούσε να επιβληθεί επί σκηνής.

Αντίθετα, ο Σπύρος Τσεκούρας υπερ-ακουγόταν στον πεζό, συχνά αφηγηματικό λόγο του αλλά ταυτόχρονα αποτελούσε και το μεγαλύτερο μειονέκτημα της παράστασης. Ο τρόπος εκφοράς του λόγου του όχι μόνον ηχούσε δυσάρεστος στα αυτιά με τα σπασίματα και την παλαιϊκής κοπής απαγγελία του αλλά και γινόταν δύσκολα αντιληπτός ώστε πολλοί ήταν οι θεατές που κατέφευγαν στους αγγλικούς υπέρτιτλους για να καταλάβουν τι έλεγε. Ειδικά όταν αυτός αναλαμβάνει να  μας διηγηθεί τη βασική υπόθεση που αφορά στα δύο παιδιά που δέχεται να «υιοθετήσει». Επιπλέον, δεν καταφέρνει να σκιαγραφήσει, παρά την παρατεταμένη του παρουσία επί σκηνής, τον χαρακτήρα του ρόλου του όπως συνέβη σε πολύ συντομότερο διάστημα με τους υπόλοιπους ηθοποιούς.

Τέλος, η κυρίαρχη μουσική δομή της παράστασης αλλά και η όλη σκηνική της σύλληψη ερχόταν σε πλήρη διάσταση με την φωνή οφ του αφηγητή που ανέλαβε ο Θανάσης Παπαγεωργίου: μια εκφορά αφηγηματικού λόγου άλλων εποχών, ξένη προς το θέαμα, παρωχημένη.

Δύο μειονεκτήματα που, οπωσδήποτε, για το πρώτο μέρος, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για ένα αδικαιολόγητο αίσθημα βαρεμάρας του θεατή, μια πρόκληση κούρασης προερχόμενης από μια υπέρμετρη προσπάθεια κατανόησης του λόγου (και της υπόθεσης), από μια όχληση ξένη και αντιθετική προς την περίτεχνη μουσικότητα και την υποβλητική σκηνική εικόνα.    

Η πλήρης αποζημίωση του δεύτερου μέρους, με τη δράση να περνά στα άλλα πρόσωπα, επέτρεψε στην παράσταση να αναδειχθεί πλήρως σε αυτό που πράγματι είναι: μια μουσική παράσταση υψηλών αξιώσεων, ένα πρωτότυπο μουσικό θέατρο που σπανίζει στον τόπο μας και που ο Θοδωρής Αμπαζής έχει όλες τις προδιαγραφές για να προσφέρει στο ελληνικό θέατρο.

Οι φωτογραφίες είναι της Ελίνας Γιουνανλή.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

(Επισκέψεις: 324 φορές, όπου 1 ημερήσιες)
Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend