Πολιτική

H Βοϊδοκοιλιά της Πύλου, η δασική έκταση στον Τυμφρηστό και… η Ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ

Η Ελλάδα προσδέθηκε στην ΕΟΚ (με την συμφωνία σύνδεσης) για την επίτευξη της –ονομαστικής- ευρωπαϊκής σύγκλισης του ελληνικού καπιταλισμού και την είσοδο του στις διεθνείς αγορές, στις 9 Ιουλίου του 1961 από την κυβέρνηση Καραμανλή, μετά από διαπραγματεύσεις που είχαν ξεκινήσει ήδη από τις 8/7/1959. Την περίοδο εκείνη, στις φυλακές διαβιούσαν 1600 αριστεροί πολιτικοί κρατούμενοι ενώ άλλοι 4.000 πολιτικοί εξόριστοι ήταν πεταμένοι στα ξερονήσια. Επίσης, λειτουργούσαν ακόμα τα στρατοδικεία και γενικώς ίσχυε το καθεστώς των «έκτακτων μέτρων» που επιβλήθηκαν μετά τον εμφύλιο και τη νίκη –με τη βοήθεια Βρετανών και ΗΠΑ- του αστικού στρατοπέδου το 1949.

Επιπροσθέτως εκείνη την εποχή ίσχυε και ο νόμος 516/1948 που αναφέρει κατηγορηματικά πως δεν έχουν δικαίωμα εργασίας, σπουδών ή μετανάστευσης οι «μη νομιμόφρονες». Τα γνωστά «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων» ήταν απαραίτητα για να δουλέψεις, να μεταναστεύσεις, να βγάλεις δίπλωμα οδήγησης, να ανοίξεις μαγαζί, να σπουδάσεις, κ.ο.κ. «Μη νομιμόφρονας» ορίζονταν σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτός που «εμφορείται από αντεθνικάς αντιλήψεις». Νομιμόφρων ήταν αυτός που «υπακούη και τηρή…τους νόμους του Κράτους όπερ είναι η ωργανωμένη έκφρασις του Εθνους, της Φυλής, της Πολιτείας». Η «ωργανωμένη έκφρασις της Φυλής» ενσαρκώθηκε στην δημιουργία και την χρηματοδότηση από το τέλος κιόλας του εμφυλίου πολέμου, παρακρατικών οργανώσεων που άλλες λειτουργούσαν φανερά και άλλες μυστικά. Έργο τους ήταν η τρομοκρατία, η κατάδοση, η παρακολούθηση μα και η δημιουργία προβοκατόρικων πράξεων όπως π.χ η «βόμβα»-προβοκάτσια στον Γοργοπόταμο. (Στις 29 Νοέμβρη 1964 ορίστηκε για πρώτη φορά ο γιορτασμός της επετείου του Γοργοπόταμου με κυβερνητική ευθύνη (κυβέρνηση Ένωσης Κέντρου). Ένταση προκλήθηκε όταν απαγορεύτηκε στους εκπροσώπους του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ να καταθέσουν στεφάνι. Το πανδαιμόνιο που ακολουθεί καλύπτεται από έναν εκκωφαντικό κρότο και πυκνός καπνός κάλυψε τα πάντα. Μια νάρκη που είχε σκάσει προκάλεσε το θάνατο 13 ατόμων και τον τραυματισμό 45. Μετέπειτα δημοσιεύματα και αποκαλύψεις έκαναν λόγο για προβοκάτσια στημένη από την αμερικανική CIA).

Η Ελλάδα όμως ήταν απαραίτητη στην ΕΟΚ γιατί, αφενός το Ελληνικό κεφάλαιο έπρεπε να δυναμώσει μετά τον εμφύλιο και να ενισχυθεί έχοντας διεθνή καπιταλιστικά στηρίγματα, αφετέρου ήταν η μόνη καπιταλιστική χώρα στα βαλκάνια και η μόνη χώρα του ΝΑΤΟ μέσα σε μια «εχθρική» κομμουνιστική περιοχή. Μια χώρα γέφυρα ενάντια στον κομμουνισμό, αλλά και της Εγγύς Ανατολής. Πρυτάνευσαν δηλαδή κυρίως γεωπολιτικοί παρά οικονομικοί λόγοι, καθώς ο «Ψυχρός Πόλεμος» βρισκόταν τότε σε πλήρη εξέλιξη. Γι αυτό κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για τις συνθήκες που επικρατούσαν στο εσωτερικό της χώρας. Άλλωστε, στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης για να διασφαλιστεί η αποτροπή ενδεχόμενης συμμετοχής της αριστεράς στις κυβερνήσεις των χωρών, οι ΗΠΑ είχαν οργανώσει ένα παρακρατικό δίκτυο «αποσταθεροποιητικής δραστηριότητας» με την κωδική ονομασία «Red Stay Behind». Το εν λόγω δίκτυο απλώθηκε σε διάφορες χώρες με διαφορετικές ονομασίες. Στην Ιταλία «Gladio», στην Ελλάδα «Κόκκινη Προβιά», στη Βρετανία «Operation Stay Behind», στη Γερμανία «Schwert», στη Γαλλία «Windrose», στη Αυστρία «δίκτυο Schwert».

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι χώρες που θα εισέρχονταν στο ΝΑΤΟ μετά την εκπόνηση του σχεδίου για την επιχείρηση «Red Stay Behind» ήταν υποχρεωμένες να υπογράφουν σχετικό μυστικό πρωτόκολλο, με το οποίο αναλάμβαναν την υποχρέωση να δημιουργήσουν τον δικό τους παραστρατιωτικό μηχανισμό στο πλαίσιο της επιχείρησης. Έτσι, καθόλου δεν απασχολούσαν την ΕΟΚ θέματα δημοκρατίας ιδίως αν διακύβευμα ήταν η ασφάλεια των «ελεύθερων κρατών» από την «απειλή» του κομμουνισμού.

Ο «εθνάρχης» Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1959, γιορτάζοντας την δέκατη επέτειο από την ήττα των Δημοκρατικού Στρατού στον Γράμμο, ανακοίνωσε: «Επροξένησεν ανυπολογίστους ζημίας εις την Ελλάδα η τετραετούς σχεδόν διαρκείας κομμουνιστική ανταρσία. Οι συμμορίται, εκτελούντες προδιαγεγραμμένο σχέδιο, κατέστρεφον ό,τι ηδύναντο να καταστρέψουν, με την πρόθεσιν να οδηγήσουν διά της απαθλιώσεως τον λαό εις πράξεις απογνώσεως. Ο κομμουνισμός απεδείχθη η μεγαλυτέρα ανασχετική δύναμις της προκοπής του έθνους εν τω συνόλω του και ο πλέον αμείλικτος εχθρός εκάστης τάξεως χωριστά, ιδιαιτέρως δε του αγρότου και του εργάτου».(«Φιλίστορα Καθημερινής»)

Λογικό ήταν λοιπόν η σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ να παρουσιαστεί από το εθνικόφρων καθεστώς του Καραμανλή ως μια μεγάλη νίκη του αντικομουνιστικού στρατοπέδου.

Γι αυτό, ο διορισμένος από το 1946 πρόεδρος της ΓΣΕΕ Φώτης Μακρής δήλωσε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» στις 27 Ιουλίου 1961: «Πράγματι η σύνδεσις της Ελλάδος με την ΕΟΚ αποτελεί συμφοράν άνευ προηγουμένου. Συμφωράν όμως δια τον κομμουνισμόν. Συμφοράν δι΄ όσους ανέμενον να σκυλευσούν το οικονομικόν πτώμα της Ελλάδος και δι΄ αυτού του τρόπου να επιτύχουν ότι δεν κατόρθωσαν δια των δυο συμμοριτοπολέμων».

Στο ίδιο πνεύμα με τον εγκάθετο εργατοπατέρα Μακρή, ο βασιλιάς Παύλος σε μήνυμα του προς τον λαό διαβεβαιώνει: «Ο προσανατολισμός μας προς την κατεύθυνσιν ταύτην στερεώνει έτι μάλλον τους ελευθέρους μας θεσμούς και συντείνει εις την περαιτέρω σταθεροποίησιν του επικρατούντος κλίματος τάξεως και ασφαλείας» (Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αρχείο, Γεγονότα και Κείμενα, τόμ. 5, σελ. 497, έκδ. Η Καθημερινή, Αθήνα, 2005)

Το «Βήμα» πάλι έγραφε στις 7 Αυγούστου του 1961 πως: «η σύνδεσις της Ελλάδος με τας δημοκρατικάς χώρας της Δύσεως αποτελεί τον μόνον ασφαλή τρόπον διά την εθνικήν μας επιβίωσην»

Ωστόσο, η είσοδος της Ελλάδας στην ΕΟΚ δεν ακολούθησε μια ομαλή πορεία, αλλά ήταν αποτέλεσμα ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Η ΕΟΚ του γαλλογερμανικού άξονα βρίσκονταν σε σκληρό ανταγωνισμό με την ΕFΤΑ (ΕΖΕΣ) όπου ηγείτο η Βρετανία, η οποία δημιουργήθηκε, όπως ορθά κοφτά είχε δηλώσει ο Βρετανός υπουργός εμπορίου David McAdam Eccles, γιατί «η ΕΟΚ θα καταλήξει να πέσει κάτω από τον έλεγχο της Γερμανίας. Με την ΕFΤΑ όμως είναι δυνατό να δούμε να συντελείτε η ευρωπαϊκή ενότητα με επικεφαλής τους Άγγλους.»

Το Σίτυ του Λονδίνου εξάσκησε πολύμορφη επιρροή στην κυβέρνηση Καραμανλή, κατ΄ αρχήν με όπλο του τους εφοπλιστές τους οποίους έλεγχε: Καρράς, Λιβανός, Χανδρής, Κολοκοτρώνης, Μαυρολέοντας, Ανδρεάδης, Λεμού, Γουλανδρής, Εμπειρίκους. Αφετέρου με την πίεση επί του δημόσιου χρέους της Ελλάδας που κύρια ήταν προς την Αγγλία. Επιπροσθέτως το τραπεζικό συγκρότημα ΧΑΜΠΡΟ κατείχε ισχυρές θέσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα της χώρας και οι εταιρίες πετρελαίου ΣΕΛΛ και ΒP αποτελούσαν την ισχυρή δύναμη στην ελληνική αγορά.

Το ενδιαφέρον της Βρετανίας για την Ελλάδα ήταν διττό: και τα συμφέροντα της να προστατέψει στην ανατολική μεσόγειο που οδηγούσε στην Εγγύς Ανατολή, μα και να δυναμώσει την θέση της στην προσπάθεια της να κυριαρχήσει στην δυτική Ευρώπη.

 Ενώπιον των διαμορφούμενων δύο πλαισίων, της ΕFΤΑ των επτά υπό το Ηνωμένο Βασίλειο και της ΕΟΚ των έξι, η ελληνική κυβέρνηση φάνηκε προς στιγμή να αμφιταλαντεύεται: ο Καραμανλής με υπόμνημα προς τον Οργανισμό Ευρωπαϊκής Συνεργασίας έγραφε πως η ΕFΤΑ «θα αποτελέση ουσιώδες βήμα προς την σύμετρον οικονομικήν ανάπτυξιν διαφόρων περιοχών της Ευρώπης» αφήνοντας έτσι ένα παράθυρο ανοικτό. Ακόμα και όταν οι διαπραγματεύσεις με την ΕΟΚ ήταν σε προχωρημένο στάδιο ο υπουργός εξωτερικών Αβέρωφ δήλωνε τον Γενάρη του 1961 ότι η «ΕΟΚ επιδιώκει υποδούλωσιν της Ελλάδος»!

Ωστόσο υπερίσχυσε η Γαλλία που και αυτή είχε συμμετοχή στο δημόσιο χρέος της Ελλάδας και ισχυρή παρουσία στην ελληνική οικονομία με την ιδιοποίηση του βωξίτη και τον έλεγχο της εθνικής ηλεκτρικής παραγωγής. Η Γαλλία όμως αναζητούσε την διείσδυση της στην απέναντι όχθη της μεσογείου και για τον σκοπό αυτό η Ελλάδα του Καραμανλή θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύτιμος συνεργάτης. Μην ξεχνάμε ότι και οι δυο χώρες Γαλλία-Βρετανία είχαν απολέσει την κυριαρχία τους την διώρυγα του Σουέζ και προσπαθούσαν με διάφορους ελιγμούς στην περιοχή να προωθούν τις θέσεις τους. Ο καθένας προσπαθούσε να αρπάξει όσα μπορούσε περισσότερα.

Σημειώνει ο Πάνος Κοζάκος, στις  29 Νοεμβρίου 2015 στην εφημερίδα «Καθημερινή» πως: «Στη δεκαετία του ’50 η χώρα εισήλθε σε μια διαδικασία σταδιακής ενσωμάτωσης στο εξελισσόμενο ευρωπαϊκό σύστημα οικονομικής (τότε) ολοκλήρωσης. Ενώπιον των διαμορφούμενων δύο πλαισίων, της ΕΖΕΣ των επτά υπό το Ηνωμένο Βασίλειο και της ΕΟΚ των έξι τότε κρατών (Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας και της ομάδας Μπενελούξ), η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε το 1959 τη στενότερη σύνδεση με την ΕΟΚ των έξι. […]Πρυτάνευσαν γεωπολιτικοί μάλλον παρά οικονομικοί λόγοι, καθώς ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν τότε σε πλήρη εξέλιξη. Επιπλέον, η ελληνική πολιτική στόχευση «συνέπεσε» με τους στόχους ενός τουλάχιστον μείζονος τότε παίκτη του ευρωπαϊκού παιγνίου, της Γαλλίας»

Η συμφωνία σύνδεσης που άρχισε να ισχύει από την 1η Νοέμβρη του 1962 ήταν η πρώτη του είδους της στην ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης και προδιέγραφε τρόπον τινά το μέλλον. Προέβλεπε ρητά ότι, η Ελλάδα θα αναλάβει πλήρως τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, που στην ουσία της ήταν τότε ένα καρτελ άνθρακα και χάλυβα, ώστε να επιτευχθεί σταδιακά η πλήρης τελωνειακή ένωση κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου που θα ολοκληρωνόταν σε 22 χρόνια. Αυτό σήμαινε και την εναρμόνιση της πολιτικής της Ελλάδας προς τις χώρες της ΕΟΚ σε διάφορους τομείς, όπως η αγροτική πολιτική, το δικαίωμα εγκατάστασης και ελεύθερης κυκλοφορίας των εργατών, οι μεταφορές, η φορολογία, οι κανόνες ανταγωνισμού.

Με αφορμή τη συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας, το ΚΚΕ ήδη από το 1961, τόνιζε όσον αφορά την ΕΟΚ ότι επρόκειτο για: «διακρατική ένωση των μεγαλύτερων μονοπωλίων της Δυτικής Ευρώπης για την ανακατανομή της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς, των πηγών πρώτων υλών και των σφαιρών εξαγωγής κεφαλαίου, για τη μεγαλύτερη διείσδυσή τους στην οικονομία των πιο αδύναμων συνεταίρων τους και την αρπαγή του εθνικού τους πλούτου, για την εντατικότερη εκμετάλλευση των εργαζομένων (…)»

Όμως κάπου ανάμεσα στις χαρές και τα πανηγύρια για την σύνδεση των Ελληνικών συμφερόντων με τις διεθνείς διαιρέσεις υπήρχε ένα αγκάθι: ο λαός το 1958 είχε αναδείξει τους αριστερούς της ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση με ποσοστό 24,4% των ψήφων, καταλαμβάνοντας 78 βουλευτικές έδρες. Δημιουργούνταν λοιπόν ένα κακό προηγούμενο σε πολιτικό επίπεδο και ταυτόχρονα η άνοδος της αριστεράς φανέρωνε ότι αυτή είχε βαθύτατους ιδεολογικούς, κοινωνικούς και ψυχικούς δεσμούς με τους εργαζόμενους παρά την παρανομία, το κυνήγι, τους αποκλεισμούς, την προπαγάνδα, τις απειλές, την καταστολή.

Ο αντικομμουνισμός και η «εθνικοφροσύνη», ως μέθοδος κυριαρχίας πάνω στο λαό, μάλλον δημιουργούσαν αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα για την άρχουσα τάξη.

Η κατάσταση αυτή δεν ήταν ανεκτή από το πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό της χώρας που η πίστη και η υποταγή του στο ΝΑΤΟ και στην «ελεύθερη» Δύση ήταν σημαντικά ισχυρότερη από την αφοσίωση στους πολιτικούς θεσμούς μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που έτσι κι αλλιώς λειτουργούσε μόνο κατ΄ όνομα.

Για να εξοντωθεί η ΕΔΑ οι αμερικανικές υπηρεσίες σε συνεργασία με τις εδώ επίσημες και ανεπίσημες οργανώσεις κινήθηκαν δραστήρια για να ενοποιήσουν τα διασπασμένα μικρά κόμματα του λεγόμενου «δημοκρατικού κέντρου», βάζοντας πρώτα-πρώτα φραγμό στην φιλοδοξία του Γ. Παπανδρέου να ενσωματωθεί το μικρό κόμμα του στην ΕΡΕ του Καραμανλή. Ο Γάλλος ακαδημαϊκός , Μωρίς Ζενεβουά βιογράφος του Καραμανλή γράφει πώς απάντησε το 1960 ο Καραμανλής στο αίτημα του Παπανδρέου: «Ο τόπος χρειάζεται ισχυρή αντιπολίτευση. Δυο ισχυρά κόμματα, το ένα στην εξουσία και το άλλο εξασφαλίζοντας –για το γενικό καλό- ένα ισορροπημένο αντίβαρο, το ένα διαδεχόμενο το άλλο ξαναπαίρνοντας τα ηνία όταν η φυσική φθορά της εξουσίας θα επέβαλλε μιαν αλλαγή, ιδού ο κοινοβουλευτισμός που ονειρεύομαι». (Μωρίς Ζενεβουά «Η Ελλάς του Κωνσταντίνου Καραμανλή», σελ. 208)

Καλοκαίρι του 1961, ξεκινούν πίσω από τις κλειστές κουρτίνες της Αμερικανικής πρεσβείας συναντήσεις, τραπεζώματα, ζυμώσεις με όλα τα κομματίδια του εθνικόφρονος κέντρου. Έτσι, στις 19 Σεπτεμβρίου 1961 ανακοινώνεται η ίδρυση του κόμματος «Ένωση Κέντρου» υπό την ηγεσία του παπατζή Γεωργίου Παπανδρέου και μετόχους τους: Στεφανόπουλο, του Λαϊκού Κοινωνικού Κόμματος, Σ. Βενιζέλο, του Κόμματος των Φιλελεύθερων, Παπαπολίτη, της Εθνικής Προοδευτικής Ένωσης Κέντρου, Τσιριμώκου, της Δημοκρατικής Ένωσης, του στρατηγού Κατσώτα του Εργατικού Κόμματος και Τουρκοβασίλη του Κόμματος των Εθνικοφρόνων, μα και την Νέα Πολιτική Κίνηση των Κ. Μητσοτάκη και Νόβα.

Με αυτόν τον τρόπο ξεκινά η πολιτική καριέρα της «Ένωσης Κέντρου», ένα απροκάλυπτα αμερικανικό δημιούργημα, η οποία θα στριμώξει αργότερα τον Καραμανλή ο οποίος είχε αρχίσει να χάνει την εύνοια των Αμερικανών.

Μαζί με την ανακοίνωση του νέου κόμματος η αμερικανοκρατία ανακοίνωσε ότι θα πραγματοποιούσε νέες κοινοβουλευτικές εκλογές που τις προσδιόρισε για ένα μήνα μετά, στις 29-10-1961. Στόχος ήταν η ανάδειξη του νέου πόλου σε αξιωματική αντιπολίτευση και ο εξοστρακισμός της ΕΔΑ.

Την χρησιμότητα του «Κέντρου» την είχε επισημάνει ήδη ο σεβάσμιος κομμουνιστοφάγος Κωνσταντίνος Τσάτσος: «το Κέντρον ως τμήμα της αντικομουνιστικής παράταξης, όχι ως αυτοτελής παράταξη, ανάμεσα στην κομμουνιστική και την αντικομουνιστική, αποκτά μιαν ιδιαίτερη σημασία. Κύριος σκοπός του είναι και δεν μπορεί να είναι άλλος από την καταπολέμηση του κομμουνισμού. Ο βασικός λοιπόν σκοπός του θα είναι κοινός με όλα τα κόμματα της αντικομουνιστικής παράταξης(…) Μέσα στην οξύτητα του σημερινού αντικομουνιστικού αγώνα μόνο δύο παρατάξεις χωρούν. Το Κέντρον μπορεί και πρέπει να υπάρχει ως τμήμα της μιας παράταξης, της αντικομουνιστικής».

Ο αρχηγός του «Κέντρου» Γεώργιος Παπανδρέου όπως αναφέρει ο Ιστορικός Σ. Λιναρδάτος δήλωνε στους συνεταίρους του στην Έ.Κ: «θα κάνωμεν πολιτικήν και εκλογικήν συνεργασίαν με τον Καραμανλήν. Τα στρατόπεδα θα είναι δύο: από το ένα μέρος θα είμεθα οι εθνικόφρονες, από το άλλο μέρος οι κομμουνισταί. θα κάνωμε τας εκλογάς με τους χωροφύλακες και με το πιστόλι στο χέρι».

Στο ίδιο πνεύμα και ο δεξιός εθνικόφρονας Γεώργιος Ράλλης που αισθάνεται υποχρεωμένος εθνικά να τονίσει: «Το καθήκον της ανακτήσεως υπέρ του Έθνους των ψηφοφόρων, που οδηγήθηκαν στην ΕΔΑ από το εκλογικό σύστημα και της οριστικής αναστολής του φαινομένου αυτού που βαρύνει (…) και τους υπόλοιπους εθνικόφρονας πολιτικούς – πρόσωπα και οργανισμούς – που αντιτίθεται προς την ΕΡΕ (…) Η ανάκτηση λοιπόν υπέρ του έθνους των Ελλήνων των ψηφοφόρων είναι επιβεβλημένη διότι «αργά ή γρήγορα η Ελλάς θα παύση να είναι χώρα ελευθέρα, διότι θα βρεθεί πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα» ( Γ. Ράλλη, «Οι δυο δρόμοι: δημοκρατία- κομμουνισμός»)

Με το πιστόλι και το χωροφύλακα λοιπόν η χώρα, αμέσως μετά την συμφωνία σύνδεσης με την ΕΟΚ και πριν αυτή επικυρωθεί από την Βουλή οδηγείται σε εκλογές. Οι συνθήκες κρατικής και παρακρατικής τρομοκρατίας κάτω από τις οποίες έγιναν οι εκλογές ήταν απερίγραπτες. Όλα τα αγαθά του φασισμού της καθεστωτικής βίας σκορπίστηκαν δημοκρατικότητα παντού στην Ελληνική επικράτεια.

«Ένοπλες ομάδες χτυπούσαν την πόρτα κάθε σπιτιού (τις νυχτερινές ώρες, για ψυχολογικούς λόγους) και τροποποιούσαν την προηγούμενη απειλητική προειδοποίηση («όποιος ψηφίσει ΕΔΑ θα πάει εξορία») ως εξής: «Όποιος δεν ψηφίσει ΕΡΕ θα πάει εξορία» (Γιάννη Κάτρη: Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα)

Στις εκλογές του 1961, που έμειναν στην ιστορία ως «εκλογές βίας και νοθείας», η ΕΔΑ έλαβε μέρος ως Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο Ελλάδας-ΠΑΜΕ. Κατά την προεκλογική περίοδο τα μέλη και οι οπαδοί της έγιναν αντικείμενο διώξεων από στρατιωτικούς, χωροφύλακες και παρακρατικούς. Σημειώθηκαν πάμπολλα βίαια επεισόδια, ενώ επιθέσεις και διώξεις δέχθηκαν οι περισσότεροι υποψήφιοι βουλευτές της.

Όπως γράφει ο υφυπουργός των Στρατιωτικών επί κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου τον Οκτώβρη του 1944 και πρώην υπουργός Βορείου Ελλάδας (1951-1952) της κυβέρνησης Πλαστήρα, υποστράτηγος Λεωνίδας Σπαής: «Ολόκληρος η Χωροφυλακή, πλην εξαιρέσεων, καθώς τα ΤΕΑ και οι πράκτορες της ΚΥΠ, δικοί μας και ξένοι, μεταχειρίσθησαν παν μέσον βίας, νοθείας και τρόμου κατά των οπαδών του ΠΑΜΕ[1]. Σχεδόν όλοι οι υποψήφιοι του ΠΑΜΕ κατ’ επανάληψιν εκακοποιήθησαν. Ουδείς αντιπρόσωπος του ΠΑΜΕ κατά την ημέρα της εκλογής κατόρθωσε να μεταβή εις το εκλογικόν Τμήμα και εις ουδέν Τμήμα υπήρχαν ψηφοδέλτια του ΠΑΜΕ». (Στις εκλογές του 1961 η ΕΔΑ έλαβε μέρος ως Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο Ελλάδας-ΠΑΜΕ.)

Η εκλογική άνοδο της ΕΔΑ και η ανάδειξή της σε αξιωματική αντιπολίτευση, λίγα χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου και με την Ελλάδα προ των πυλών της ΕΟΚ και του ΝΑΤΟ, με το δόγμα «ανήκωμεν εις την Δύσιν» ως αστική στρατηγική, προκάλεσε ανησυχία στα επιτελεία του στρατού και του «παρακράτους». Έτσι επανενεργοποίησαν και αναθεώρησαν το σχέδιο «Περικλής», με στόχο να περιορίσουν τις δυνάμεις της ΕΔΑ. Το σχέδιο Περικλής είχε καταρτιστεί το 1955 από την Κ.Υ.Π. (Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών, ο πρόδρομος της σημερινής Ε.Υ.Π.) και αναθεωρηθεί το 1959 από τον στρατηγό Νάτσινα. Προέβλεπε τις ενέργειες στο πλαίσιο εκστρατείας που είχαν αρχίσει οι ελληνικές και ξένες μυστικές υπηρεσίες για την άμεση παρέμβαση του στρατού και της αστυνομίας στα πολιτικά πράγματα της χώρας με τη χρήση «διαφωτιστικού υλικού» και την ίδρυση οργανώσεων από «εθνικόφρονες πολίτες» με σκοπό τον περιορισμό της επιρροής της αριστεράς.

Το καθεστώς της βίας του κράτους και του παρακράτους κατά της Αριστεράς δεν ήταν μόνο εν γνώσει της ΕΡΕ. Το γνώριζαν και το ενέκριναν και οι ηγέτες του Κέντρου, ενώ ένθερμος οπαδός του υπήρξε ο Γ. Παπανδρέου ο οποίος δε δίστασε να επισημάνει στον αρχηγό της ΕΡΕ ότι «αν δε βοηθούν πολύ τα πράγματα, ημπορεί να μας βοηθήσουν οι χωροφύλακες» (Αρχείο Κ. Καραμανλή, τόμος 5ος, σελ. 224-225)

Το επιβεβαιώνει και ο υποστράτηγος Λεωνίδας Σπαής: «Δυστυχώς, όμως, τρεις μήνες προ των εκλογών της 29ης Οκτωβρίου οι αρχηγοί της Ένωσης Κέντρου και ιδίως ο Βενιζέλος είχαν πληροφορηθεί παρ’ ανωτάτων φίλων τους αξιωματικών, ότι είχε μελετηθεί και οργανωθεί λεπτομερές σχέδιο επεμβάσεως του Στρατού και των Σωμάτων Ασφαλείας προς υπερψήφιση της ΕΡΕ». (ο.π)

Ενώ ο εκδότης της εφημερίδας «Ελευθερία» Πάνος Κόκκας, έγραψε στο κύριο άρθρο της, την 7η Σεπτέμβρη 1965: «Και ήτο ο αρχηγός της Ενώσεως Κέντρου πλήρως ενήμερος της σχεδιαζόμενης βίας και νοθείας. Και επίστευεν ότι μέριμνα του κ. Δόβα και του επί της Εθνικής Αμύνης υπουργού του κ. Χ. Ποταμιάνου θα ήτανε τα ιδικά μας συμφέροντα και πάλιν».

Μα όλα τα παραπάνω αποτελούν «υποσημείωση» της Ιστορίας. Το ουσιαστικό είναι ότι η ελληνική εθνικόφρονος δημοκρατία θριάμβευσε. Ο Καραμανλής, με τις εκλογές βίας και νοθείας του 1961 κατέκτησε για άλλη μια φορά την εξουσία, ο Παπανδρέου πήρε την αντιπολίτευση και η ΕΔΑ-ΠΑΜΕ συρρικνώθηκε. Η κυβέρνηση του εθνάρχη Καραμανλή ορκίζεται στις 2 Νοεμβρίου. Στις 6 Νοεμβρίου βγαίνουν και τα αποτελέσματα των εκλογικών τμημάτων που αφορούν την αστυνομία, τον στρατό και τους δημοσίους υπαλλήλους. Θαύμα δημοκρατίας! Το αποτέλεσμα δικαίωνε την κυβέρνηση που είχε ήδη ορκιστεί!

Το εκλογικό αυτό θαύμα αμαυρώνεται όμως από μια ξαφνική νεροποντή που ξεσπά την ίδια μέρα στην Αθήνα και χτυπά τις λαϊκές συνοικίες των Αθηνών που ήταν εγκαταλελειμμένες από το κράτος. Ο απολογισμός τρομερός. 43 νεκροί, 300 σπίτια εντελώς κατεστραμμένα από τα λασπόνερα και άλλα 1.500 ετοιμόρροπα, 4.500 οι άστεγοι.

Αυτό το γεγονός χαλάει το κλίμα ευφορίας που προκάλεσε το θαύμα της εκλογικής νίκης του εθνάρχη. Έτσι συνεδριάζει εκτάκτως το «Συμβούλιο Μελετών» της «Υπηρεσίας Πληροφοριών» με επικεφαλής τον Ν. Γωγούση.
Το «Συμβούλιο Μελετών» διαπιστώνει ότι η «πρόσφατος θεομηνία των πλημμυρών εις τα προάστια της πρωτευούσης έδωσαν την ευκαιρίαν εις την ηττηθείσαν ΕΔΑ να ανορθώση και πάλιν την κεφαλήν της

Για τον λόγω αυτό προτείνεται: «όπως διά των εν επαφή μετά της υπηρεσίας τελουσών πολιτικών οργανώσεων (σ.σ. παρακρατικών), συλλόγων και σωματείων, ως και διά των ΤΕΑ χωροφυλακής νομαρχιακών γραφείων διαφωτίσεως, σωματείων φοιτητών και πολεμιστών του στρατού, της ΑΣΔΑΝ- Διευθύνσεως Δημοσίων Σχέσεων και των ασχολουμένων εις έργα στρατιωτικών και πυροσβεστών κτλ, των υπηρεσιών των κ.κ. Μπουραντά, Καραχάλιου, Βενετσάνου, και Λαναρά, καλλιεργηθή και διαδοθή δια της προπαγάνδας του ψιθύρου εις τον λαόν η φήμη ότι τας πλημμύρας προκάλεσαν μετεωρολογικαί μεταβολαί και ρεύματα, προελθούσαι εξ αποτόμων μεταβολών της θερμοκρασίας συνέπεια της γενικής διαταράξεως της ατμοσφαίρας από τας ατομικάς εκρήξεις της Σοβιετικής Ενώσεως».
«Ακολούθως και αφού ο ψίθυρος αρκούντως διαδοθή, η Υπηρεσία δέον όπως επιληφθή του θέματος και δια ραδιοσχολίων, άρθρων και σχολίων εις τον Τύπον, προβή εις επίμονων προβολήν των απόψεων αυτών ίνα εκ των υστέρων ο εγερθείς υπό των κομμουνιστών θόρυβος απολήξη εις βάρος των»

Ωστόσο, τίποτα από όλα τα παραπάνω δεν στάθηκαν ικανά να προκαλέσουν στην «δημοκρατική» ΕΟΚ την ανάγκη για μια έστω δημόσια κριτική προς το ελληνικό πολιτικό πρωσοπικό. Αντίθετα, στις 16 Μαΐου 1963 ο στρατηγός Charles de Gaulle επισκέφθηκε επίσημα την Αθήνα. Η κυβέρνηση Καραμανλή έχει σπείρει φήμες για δολοφονική απόπειρα εναντίον του. Επί ποδός τέθηκε ολόκληρη η δύναμη της Αστυνομίας καθώς και όλη η σαπίλα των παρακρατικών οργανώσεων, 4.000 από τα μέλη τους κλήθηκαν με ατομικές προσκλήσεις(!) να καταταγούν ως εθελοντές αστυφύλακες. Πιο επίσημη οργάνωση του φασιστικού παρακράτους δεν μπορούσε να υπάρξει!

Όμως ο Πρόεδρος της Γαλλίας και αμερικανοφάγος de Gaulle, μιας και είχε επιβάλει μια αυτεξούσια «Ευρώπη – Τρίτη Δύναμη» ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, πανευτυχής δηλώνει: «Αυτή τη χώρα που η πολιτική της ζωή είναι τόσο δαντελωτή όσο και οι ακρογιαλιές της και τόσο ανάγλυφη όσο ο ορίζοντας των βουνών της, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατορθώνει να την κυβερνήσει». (Εφημερίδα «Μεσημβρινή»)

Έξι μέρες μετά, στις 22 Μαΐου 1963, ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης, που είχε ανέβει στη Θεσσαλονίκη για να μιλήσει σε συγκέντρωση της Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη στα γραφεία του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος, δολοφονείται από τα παρακρατικά κατακάθια.

Η χώρα έμπαινε πλέον σε μια επεισοδιακή και από τις πιο πολυσυζητημένες και αμφιλεγόμενες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Οι εκλογές του ’61 ο τρόμος και οι δολοφονίες πέτυχαν το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδίωκαν οι άρχουσες τάξεις. Αντί να αποτελέσουν απάντηση στην ανασύνταξη της αριστεράς- όπως σχεδίαζαν-, απονομιμοποίησαν τη Δεξιά και το μεταεμφυλιακό κράτος. Οι εκλογές έγιναν το σημείο πυροδότησης των κοινωνικών αγώνων στην δεκαετία του ’60 και της όξυνσης της ταξικής πάλης.

Όμως και πάλι το ανελεύθερο αντιδημοκρατικό, τρομοκρατικό και δολοφονικό καθεστώς της Ελλάδας δεν ευαισθητοποιεί κανένα κράτος της ΕΟΚ.

Αλλά για πιο λόγο να ευαισθητοποιηθούν οι δημοκράτες της Ευρώπης όταν στη Δυτική Γερμανία ίσχυε το «Διάταγμα για τους Ριζοσπάστες» που ως συνέπεια είχε την απαγόρευση εργασίας για τους Δυτικογερμανούς αριστερούς, το περίφημο berufsverbot! Έτσι  ονομάστηκε το διάταγμα για τον αποκλεισμό από την εργασία σε υπηρεσίες του δημοσίου για άτομα με ριζοσπαστικές απόψεις καθώς και μέλη κομμουνιστικών και επαναστατικών οργανώσεων. Με το νόμο δεν προσλαμβάνονταν και απολύθηκαν χιλιάδες εργαζόμενοι, ιδιαίτερα στην εκπαίδευση και άλλους τομείς του δημοσίου. Υπεύθυνη για την εφαρμογή του διατάγματος ήταν η «Υπηρεσία Προστασίας του Πολιτεύματος» η οποία ασχολούνταν αποκλειστικά με την καταπολέμηση του «εσωτερικού εχθρού».

 Ενώ στην Γαλλία του de Gaulle που ανέβηκε στην εξουσία με τη βοήθεια ενός πραξικοπήματος, χρησιμοποιούσε παρόμοιες πρακτικές για να εμποδίσει την άνοδο της Αριστεράς στην Γαλλία. Ο στρατηγός είχε ιδρύσει ήδη από το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου το δικό του παραστρατιωτικό- παρακρατικό, αντικομουνιστικό και φασιστικό σώμα με την ονομασία «Service d’Action Civique». Το σώμα αυτό, που αποτελούσε και την ανεπίσημη σωματοφυλακή του Ντε Γκωλ και των γκωλιστών διαδόχων του, στελεχώθηκε από 16.000 άνδρες, όλοι τους από τις δεξαμενές της φασιστικής δεξιάς, συνεργάτες των Γερμανών φασιστών και από τους εγκληματικούς κύκλους του υποκόσμου της Γαλλίας.

Για την χρηματοδότηση της η SAC χρησιμοποιούσε την εγκληματικότητα σε όλες τις μορφές της: δολοφονίες, εκβιασμούς, το λαθρεμπόριο όπλων και ναρκωτικών, ξέπλυμα «βρώμικου» χρήματος. Επιπροσθέτως απολάμβανε τις ευγενικές χορηγίες εταιρειών όπως: Rhone-Poulenc, Crédit Lyonnais, Simca, Dassault, για να αναφέρουμε μερικές. Ως αρχηγούς η ομάδα είχε τους: Jacques Foccart συνεργάτη των Γερμανών φασιστών με ειδίκευση στις μυστικές επιχειρήσεις και δολοφονίες στην Αφρική, Achille Peretti πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης της Γαλλίας και Charles Pasqua επιχειρηματία αλκοολούχων ποτών και υπουργός Εσωτερικών την περίοδο 1986-1988. Πολλά στελέχη αυτής της οργάνωσης έδρασαν με αιματηρές συνέπειες στο πλευρό της αστυνομίας στις 17 Οκτωβρίου του 1961 όταν 200 ειρηνικοί αλγερινοί και γάλλοι διαδηλωτές σφαγιάστηκαν εν ψυχρώ στο Παρίσι και τα ακρωτηριασμένα πτώματα τους ρίχνονταν στο Σηκουάνα. Επίσης πολλά στελέχη της ομάδας SAC στελέχωσαν και οργάνωσαν τα τάγματα θανάτου του Augusto José Ramón Pinochet στη Χιλή και δίδαξαν τρόπους βασανισμού στους Χιλιανούς φασίστες.

Θα χρειαστεί λοιπόν η κατάργηση του Ελληνικού κοινοβουλίου για να ανακόψουν οι δυτικοί «δημοκράτες» της ΕΟΚ την διαδικασία σύνδεσης με την κοινή αγορά.

Αμέσως μετά την επταετία της Χούντας των Συνταγματαρχών, του αμερικανοκίνητου πραξικοπήματος των «εθνικόφρονων» στρατιωτικών, η Ελλάδα γυρνάει σε καθεστώς αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ο “εθνάρχης” Καραμανλής κερδίζει τις πρώτες εκλογές μετά τη Χούντα και στις 12 Ιουνίου 1975 καταθέτει αίτηση πλήρους ένταξης στην ΕΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου αντιδρά με σφοδρότητα: «Η ΕΟΚ δημιουργήθηκε από τις αναπτυγμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης μα σκοπό να στερεωθεί το καπιταλιστικό σύστημα(…) Η ένταξη στην ΕΟΚ θα επιτείνει τη σχέση υποτέλειας. Το σύνολο της ζωής στον τόπο μας θα καθορίζεται από τις ανάγκες και τις επιθυμίες των δυτικοευρωπαίων.»

Στο «αριστερό» ΠΑΣΟΚ κυριαρχούσαν τα συνθήματα: «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» και «Έξω από την ΕΟΚ των μονοπωλίων.» Στην διακήρυξη δε της κυβερνητικής πολιτικής ή αλλιώς «συμβόλαιο με τον λαό» του ΠΑΣΟΚ προεκλογικά, το 1981, διαβάζουμε: «Η Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ θα ζητήσει σύμφωνα με τις συνταγματικές διαδικασίες δημοψήφισμα για να αποφασίσει ελέυθερα ο λαός…» («Συμβόλαιο με το Λαό», ΠΑΣΟΚ, Αθηνα 1981, σελ. 62)

Αλλά αυτό το κόμμα ήταν που διαχειρίστηκε με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου μέσα στην ΕΟΚ και μετά στην ΕΕ, στο όνομα πάντα του εφικτού, και των κινδύνων της απομόνωσης εκτος Ευρωπης.

Όταν το ΠΑΣΟΚ έγινε κυβέρνηση στις 18 Οκτωβρίου του 1981 και έχοντας μπροστά του την προεδρία της ΕΟΚ για ένα εξάμηνο, ο Ανδρέας Παπανδρέου δήλωσε: «Η ανάληψη της προεδρίας από την Ελλάδα αποτελεί πρόκληση από την άποψη ότι μέσα σε ένα βραχύ χρονικό διάστημα πρέπει να κινηθούν οι διαδικασίες που θα εξασφαλίσουν στην ΕΟΚ καλύτερες προοπτικές». (Σωτ. Κωστόπουλος: ΠΑΣΟΚ 2 χρόνια, τομ. Α, σελ. 76)

Και είναι πρώτος ο Ανδρέας Παπανδρέου που αναπτύσσει το εξής επιχείρημα: «Το κόστος της εξόδου από την Κοινότητα (ΕΟΚ) είναι μεγαλύτερο από το κόστος παραμονής».

Ιστορικά αυτός ήταν ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας. Να εκτονώνει την οργή! Το ΠΑΣΟΚ κατάφερε και να συσπειρώσει πολλές ομάδες μικρομεσαίων που ιδεολογικά ασπάζονται τον μικροαστικό σοσιαλισμό. Είναι μια ιδεολογία που λέει πως είναι δυνατόν να υπάρχει ένας καπιταλισμός χωρίς να θίγονται τα συμφέροντα των μικρομεσαίων στρωμάτων και που ευεργετεί τους εργαζόμενους.

Οι διαπραγματεύσεις Καραμανλή κράτησαν τρία χρόνια και κατέληξαν ότι από 1-1-1981 η Ελλάδα εντάσσεται ως πλήρες μέλος στην ΕΟΚ.

 Σύμφωνα με τον αναπληρωτή καθηγητή του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Αθηνών, Ευάνθη Χατζηβασιλείου: «ο θρίαμβος της δημοκρατίας στη Νότια Ευρώπη, του οποίου η ελληνική Μεταπολίτευση αποτέλεσε μείζονα εκδήλωση, συνιστούσε για την ενωμένη Ευρώπη μια σημαντική ευκαιρία. Ο Καραμανλής τόνισε ότι έβλεπε την προσχώρηση στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ως εγγύηση για τη σταθερότητα της ελληνικής δημοκρατίας και για τη θέση της στον κόσμο. Η Ελλάδα, επομένως, προσέφερε στην Ευρώπη το μοναδικό «καλό νέο» εκείνης της αμήχανης εποχής: τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως ένας «φάρος» σε διεθνές επίπεδο. Και η Ευρώπη δεν μπορούσε παρά να ανταποκριθεί. Η ιστορία της ελληνικής ένταξης καταδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους, στη διεθνή πολιτική, μια μικρή χώρα μπορεί να προκαλέσει θετικές εξελίξεις, αλλά και το πώς οι μεγαλύτερες είναι σε θέση να ανταποκριθούν θετικά στη θετική πολιτική μιας μικρής χώρας.» ( «Η ελληνική ένταξη τον Μάιο του 1979 στην ΕΟΚ ως διεθνής ιστορία», Καθημερινή, 18.01.2015)

Ο Καραμανλής ήταν ευχαριστημένος γιατί η προσχώρηση στην ΕΟΚ αποτελούσε τον «θρίαμβο της δημοκρατίας» και του δόγματος του «ανήκωμεν εις τη Δύσιν». Για να δείξει την ευγνωμοσύνη του προς την Γαλλία και την Γερμάνια «τις μεγάλες χώρες που ανταποκριθήκαν θετικά», ετοίμασε ένα νομοσχέδιο με το οποίο παραχωρούσε «δωράκια» στους ηγέτες των φίλων χωρών για την ανταπόκρισή τους: Στον Γάλλο πρόεδρο και προσωπικό φίλο του Valéry Giscard d’Estaing, ο οποίος είχε αδυναμία στα διαμάντια, παραχωρούσε έκταση φιλέτο στην ομορφότερη ίσως παραλία της χώρας, στην Βοϊδοκοιλιά της Πύλου. Στον δε καγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας κύριο Helmut Heinrich Waldemar Schmidt (τιμημένο μεταξύ άλλων με τον Σιδηρούν Σταυρό για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στην πολιορκία του Λένινγκραντ και από το 1942 σύμβουλο στο Υπουργείο Αεροπορίας του Χίτλερ), παραχωρούσε μια ονειρική δασική έκταση στον Τυμφρηστό.

Η Ιστορία αυτή όμως αποκαλύφθηκε από την εφημερίδα «Ποντίκι» σε αποκαλυπτικό ρεπορτάζ με τίτλο «Τα διαμάντια του Μποκάσα και τα δάση του μπαγάσα». ( Το 1979, ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν, όταν βρισκόταν στη θέση του υπουργού Οικονομικών, είχε δωροδοκηθεί με αδαμάντινες πλακέτες  από τον πρόεδρο  της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας (Γαλλική αποικία)  Ζαν Μπεντέλ Μποκάσα. Βλέπε και: Le Monde Diplomatique: «Συμφωνία με νέους κηδεμόνες» 16 Μαρτίου  2008)

 Το θέμα πήρε διαστάσεις (ενός ακόμα) σκανδάλου στην Γαλλία και έτσι ματαιώθηκε η εκδήλωση ευγνωμοσύνης του εθνάρχη με ξένα κόλυβα. (Εφημερίδα Το Ποντίκι, 21-9-1979 και Κώστας Παπαϊωάνου: «Η Ελλάδα Ποτέ Δεν Πεθαίνει», εκδ. Καστανιώτη, σελ. 360)

Όμως ο κύριος καθηγητής Ευάνθης Χατζηβασιλείου με την πολιτική του προπαγάνδα προσπαθεί να μεταμορφώσει την ΕΟΚ σε λέσχη κυρίων που ζήτησαν την ένταξη τη Ελλάδας λόγω των φιλάνθρωπων αισθημάτων τους προς μια «μικρή χώρα» για να προστατευτεί η δημοκρατία και η ευημερία της, αποκρύπτοντας ότι η ένταξη της Ελλάδας σε αυτό το εξελισσόμενο ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό κέντρο αναβάθμισε τον ελληνικό καπιταλισμό στα βαλκάνια και στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, αυξάνοντας παράλληλα και την ισχύ της αστικής τάξης ενάντια στον εσωτερικό εχθρό: το εργατικό κίνημα. Είναι χαρακτηριστικό πως ως τα μέσα της δεκαετίας του ’90 περισσότερες από 500 ελληνικές επιχειρήσεις είχαν «μεταναστεύσει» σε διάφορα βαλκανικά Ελντοράντο εκμεταλλευόμενες τους «αναπτυξιακούς» νόμους, τις αλλεπάλληλες απελευθερώσεις κίνησης και άντλησης κεφαλαίων, τις παχυλές δημόσιες επιδοτήσεις και το «φτηνότερο» και «ελαστικότερο» εργατικό δυναμικό των βαλκανικών χωρών. Για να μη χαθεί η “εξωστρέφεια” και η “ανταγωνιστικότητα” της οικονομίας λέγανε…

Στις 31 Ιούλη 1992 μέσα στο καλοκαίρι και λίγο πριν κλείσει η βουλή η τότε κυβέρνηση της ΝΔ με πρωθυπουργό τον Κ. Μητσοτάκη φέρνει εσπευσμένα για κύρωση στην Ελληνική Βουλή τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Η Συνθήκη ουδέποτε κατατέθηκε στην βουλή, ουδέποτε μοιράστηκε στους βουλευτές ουδέποτε συζητήθηκε. Απλά ψήφισαν! Εννοείτε πως κανείς πολίτης τότε δεν ενημερώθηκε ούτε και προσκλήθηκε.

Οι 286 από τους 300 βουλευτές της Ελληνικής Βουλής είπαν ΝΑΙ στην κύρωση της Συνθήκης. Ήταν οι Βουλευτές της ΝΔ του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ. Το ΚΚΕ αρνήθηκε, κάτι που προκάλεσε τον θυμό όλων. Ο φιλελεύθερος κύριος Στέφανος Μάνος δήλωσε: «Η κυβέρνηση αισθάνεται ιδιαίτερα ικανοποιημένη από το γεγονός ότι στη συζήτηση για την Ευρωπαϊκή Ενωση προσέρχονται – το ΚΚΕ βέβαια εξαιρείται – έτοιμοι να ψηφίσουν “ναι” στην κύρωση της σχετικής Συνθήκης. Με τη στάση τους αυτή τα πολιτικά κόμματα δεν εξυπηρετούν μόνο τα στενά ελληνικά συμφέροντα, εξυπηρετούν και την Ευρωπαϊκή Ενωση»

Ο Άκης Τσοχατζόπουλος του ΠΑΣΟΚ κατακεραύνωσε: «Και εδώ θα ήθελα να καλέσω τους συναδέλφους του ΚΚΕ, οι οποίοι, λάθος κατ’ εμέ, βρεθήκανε εκτός του φυσικού ταξικού χώρου, στον οποίο έπρεπε να βρίσκονται (!). Διότι οι κοινωνικές δυνάμεις της Ελλάδος, συγκροτημένες, λένε πώς θα παλέψουμε αύριο στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, να διαμορφώσουμε νέες κοινωνικές και πολιτικές πλειοψηφίες»

Ο «αριστερός», στέλεχος του τότε «Συνασπσιμού της Αριστεράς και της Προόδου», Λεωνίδας Κύρκος αστράψε και βρόντηξε: «Επειδή όμως ακούστηκε και από την παλαιοημερολογίτικη πλευρά του αριστερού κινήματος, που είναι αμετακίνητα προσδεδεμένη στο χτες, μία πρόκληση προς τις ζωντανές δυνάμεις του Κοινοβουλίου και τις ζωντανές δυνάμεις της Αριστεράς, να τροποποιήσουν τη στάση τους και να συνταχθούν “κατά”, θα ήθελα να πω ότι εγώ σαν αριστερός πολίτης θα ψηφίσω το Μάαστριχτ»

 Μετά  το Πρόγραμμα Σύγκλισης της Συνθήκης του Μάαστριχτ, προστέθηκαν το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, η «Στρατηγική της Λισαβόνας» η «Στρατηγική της ΕΕ – Ευρώπη 2020», αλλά και τα τρία μνημόνια, οι εφαρμοστοί νόμοι, τα μεσοπρόθεσμα, οι δανειακές συμβάσεις. Μα αυτά τα τελευταία δεν είναι τίποτα άλλο από την εφαρμογή στην πράξη των συμφωνιών που υπογραφτήκαν πίσω από τα παραβάν της ΕΕ.

Η ΕΕ δημιουργήθηκε, οικοδομήθηκε και υπάρχει για συγκεκριμένους λόγους που καμία σχέση δεν έχουν με την ενότητα των λαών ή την δημοκρατία. Το αντίθετο: Αφορά την ενότητα των μεγάλων ευρωπαϊκών πολυθενικών για να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά τους ανταγωνιστές τους (ΗΠΑ-Κίνα-Ρωσία-Ιαπωνία, κ.ο.κ.), και ταυτόχρονα ενότητα των πιο επιθετικών μερίδων του κεφαλαίου στον πόλεμο-κοινωνικό κατά βάση- ενάντια στους εργαζόμενους και τους λαούς.

Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι και ένας οργανισμός ειδικών της εξουσίας που κυβερνούν βοναπαρτιστικά, πίσω από αμπαρωμένες πόρτες, μεριμνώντας αποκλειστικά για τις οικονομικές ελίτ της Ευρώπης, απομυζώντας τους αδύναμους και ιδιωτικοποιώντας δημόσιες κατακτήσεις και δημόσιες επιχειρήσεις.

Οι χωρίς εχέγγυα διαφάνειας και δημοκρατικής λογοδοσίας θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης προστατεύουν το μπολιασμένο από το δηλητήριο της απληστίας οικονομικό σύστημα ολιγαρχίας που κυριαρχεί. Μάλιστα, ο Χέρφριντ Μύνκλερ (Herfried Münkler), καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ στο Βερολίνο, συγγραφέας πολυάριθμων βιβλίων και σημαντικός διαμορφωτής της κοινής γνώμης, αναφέρει σε συνέντευξή του στο περιοδικό Der Spiegel: «Η δημοκρατία δεν μπορεί να σώσει την Ευρώπη […]. Το να ζητάς τον εκδημοκρατισμό της Ευρώπης είναι σαν να παίζεις ένα άγριο παιχνίδι που θα οδηγήσει γρήγορα σε διάλυσή της […]». Και, γι’ αυτό, τάσσεται υπέρ του ολοκληρωτισμού της αγοράς: «Η Ευρώπη ήταν υπόθεση των ελίτ από το ξεκίνημά της […]. Παρόλα τα λάθη και τις ανεπάρκειές τους, οι ελίτ είναι αυτές που κρατούν ενωμένη την Ευρώπη». Ο Μύνκλερ καταλήγει πως υπάρχει «ανάγκη για μια βοναπαρτιστική λύση» και καλεί σε μια «νέα και λιγότερο κομπλεξική εξέταση της σχέσης μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας. […] Γενικά μιλώντας, η δικτατορία θεωρείται το αντίθετο της δημοκρατίας. Αλλά αυτό ισχύει μόνο εντός κάποιων ορίων». (Συλλογικό, Ποιος χρειάζεται την Ευρωπαϊκή Ένωση;, Εκδόσεις ΚΨΜ, 2015.

Στο ίδιο πνεύμα με τον Μύνκλερ κινείται και ο Άντριου Μοράβτσικ (Andrew Moravcsik), καθηγητής Πολιτικών Επιστημών, διευθυντής του προγράμματος Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον και από τους γνωστότερους θεωρητικούς των ευρωπαϊκών πραγμάτων, ο οποίος δηλώνει πως η λαϊκή συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι μη επιθυμητή επειδή ο λαός είναι «αδαής, άσχετος και ιδεολογικά κατευθυνόμενος» και η δημοκρατική συμμετοχή «είναι αντίθετη με την κοινά αποδεκτή επιστημονική αντίληψη για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι παρωχημένες δημοκρατίες».( Κώστας Δουζίνας, «Η δημοκρατία σε έκπτωση», Ελευθεροτυπία, 13.11.2011)

Η ΕΕ είναι συμμαχία των ευρωπαϊκών κεφαλαιοκρατών με τεράστια εμπειρία από το ξεζούμισμα του κόσμου από την εποχή της αποικιοκρατίας. Γνωρίζει πώς να εξαγοράζει και να διαβρώνει την εργατική τάξη και να την μετατρέπει σε πειθήνιο όργανο του. Η ευρωπαϊκή οικοδόμηση λοιπόν, «είναι το προϊόν μιας λειτουργικής διαδικασίας, η οποία εκφράστηκε με ένα πολιτικό σύστημα που αφήνει ελάχιστο χώρο στη δημοκρατική συζήτηση. Η πεποίθηση ότι δρα για το καλό των λαών δεν συνοδεύεται από τη σύνδεσή τους στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Όλα συμβαίνουν λες και οι πολίτες βλέπουν να περνά το τεθωρακισμένο τρένο των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών ελίτ χωρίς να προσκληθούν να ανέβουν και αυτοί, και χωρίς καν να έχουν την επιθυμία να το κάνουν». (Ευρωπαίοι, και εκτός τόπου και εκτός τάξεων, Le Monde diplomatique)

Γίνεται κατανοητό πως ένας νέος ανθρώπινος καπιταλισμός με «επανίδρυση» της ΕΕ, όπως προκρίνουν διάφοροι «αριστεροί» ή ένας καπιταλισμός χωρίς Ευρωζώνη ή χωρίς ΔΝΤ δεν θα είναι «λιγότερο» καπιταλισμός. Δηλαδή λιγότερο απάνθρωπος, λιγότερο εκμεταλλευτικός, λιγότερο ανισόμετρος, λιγότερο ταξικός.

Αυτός ο μηχανισμός  δεν διορθώνεται, δεν αλλάζει. Αντίθετα, η διάλυσή του είναι προϋπόθεση για μια νέα, διεθνιστική και ισότιμη συνεργασία των λαών, για την ευημερία και την κοινωνική πρόοδο, για την ειρήνη και μια νέα πνοή ελευθερίας και δικαιοσύνης, πραγματικής δημοκρατίας και όχι κοινοβουλευτικού κρετινισμού και ανάπηρης δημοκρατίας σε διαρκή «κατάσταση έκτακτης ανάγκης».

Τέλος, δεν είναι πάντα και μόνο οι επιθυμίες και οι πρακτικές και πολιτικές του κεφαλαίου που επισύρουν άσχημες καταστάσεις. Είναι και η κάθε φορά στάση της κοινωνικής πλειοψηφίας, των εργαζομένων, των λαϊκών στρωμάτων, των νέων και των άνεργων.

Γιατί κάθε κατάσταση επιβάλλεται στη βάση συσχετισμών.

Η αδράνεια και η αδιαφορία από την πλευρά των λαϊκών μαζών, η απογοήτευση, η αποδοχή των πολιτικών και των θεωρητικών σχημάτων και αντιλήψεων των κυρίαρχων, οδηγεί από ήττα σε ήττα, σε διαρκή χειροτέρευση της κατάστασης και της θέσης των εργαζομένων και των λαών.

 Ο δρόμος της εργατικής τάξης είναι ένας και πολύ συγκεκριμένος. Πραγματικός μονόδρομος. Αδιάκοπη πάλη ενάντια στον καπιταλισμό για την ολοκληρωτική ελευθερία από τα δεσμά της εκμετάλλευσης. Η διέξοδος από την EE προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας, τελικά, ή θα είναι σοσιαλιστική ή δεν θα υπάρξει. Πρέπει όμως να μιλήσουμε για αυτή, να τη βάλουμε στο στόχαστρο, ανοίγοντας το δρόμο…

Διαβάστε: Κώστας Λουλουδάκης: Από το Τρίτο Ράιχ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκδόσεις ΚΨΜ 2017.

 

 

(Επισκέψεις: 2.302 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend