Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Η «λύση» βρέθηκε και είναι τελική: Θέση σε υγεία και φάρμακο δεν έχουν οι φτωχοί!

Το μακρινό 1992, η Novartis κυκλοφόρησε τη «μαγική κάψουλα» Glivec, η οποία έφερε επανάσταση στη θεραπεία της χρόνιας μυελογενούς λευχαιμίας...

Το μακρινό 1992, η Novartis κυκλοφόρησε τη «μαγική κάψουλα» Glivec, η οποία έφερε επανάσταση στη θεραπεία της χρόνιας μυελογενούς λευχαιμίας. Περιέχοντας τη σωτήρια δραστική ουσία ιματινίμπη, το Glivec κατάφερε να αυξήσει κατά πολύ το προσδόκιμο ζωής των ασθενών. Μόνο που υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα: Την ίδια ακριβώς θεραπευτική επίδραση είχαν και τα φάρμακα γενόσημης μορφής, όπως το Veenat, στην Ινδία. Ωστόσο, τα δύο σκευάσματα διέφεραν στην τιμή: $2.400/μήνα για το Glivec, όταν το αντίστοιχο αντίγραφο της ινδικής Natco δεν ξεπερνούσε τα $200. Σημαντική διαφορά, ειδικά για οικογένειες, το εισόδημα των οποίων μεταφραζόταν σε $150 μηνιαίως.

Το 2013, χρονιά που το ζήτημα… τιμής έφτασε στο Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας, η Novartis διατεινόταν ότι έθετε την ανθρώπινη ζωή πάνω απ’ όλα, θεωρώντας λίγο πολύ ασήμαντη τη συζήτηση περί του κόστους του φαρμάκου. Όμως, όπως αφοπλιστικά εξηγούσε η κ. Νoor, σύζυγος ενός φτωχού Ινδού καρκινοπαθούς: « Η εταιρεία πρέπει να σκεφτεί ότι η αρρώστια έρχεται και στους πλουσίους και στους φτωχούς. Οι πλούσιοι μπορούν να πάρουν φάρμακα και να γίνουν καλά. Αν κάποιος- όμως- είναι φτωχός, πώς να αγοράσει τόσο ακριβά φάρμακα»;

Η ταύτιση με τη σημερινή συγκυρία στην Ελλάδα προφανής. Όχι λόγω της τιμής των σκευασμάτων (αρχικά τουλάχιστον), μα λόγω των πρωτοφανών ελλείψεών τους.

Ασθενείς που αναμετρώνται με τον καρκίνο πηγαίνουν από φαρμακείο σε φαρμακείο, μιας και ούτε τα νοσοκομεία δεν διαθέτουν την θεραπεία τους:  Η γυναίκα μου «νοσηλεύεται στο Νοσοκομείο «Μεταξά». Μου είπαν οι γιατροί της ότι το νοσοκομείο δεν διαθέτει αυτό το φάρμακο και ότι θα πρέπει να το αναζητήσω εγώ σε κάποιο φαρμακείο. Τι κατάντια είναι αυτή; (…)Είναι δυνατόν ολόκληρο ογκολογικό νοσοκομείο και να μη διαθέτει τα απαραίτητα φάρμακα για τους καρκινοπαθείς;», αναρωτιέται ο Γιώργος Καστής, με την οργή του να ξεχειλίζει.

Ίσως ο κ. Καστής να μην γνωρίζει ότι αυτό είναι το κόστος για όσους συντάχθηκαν με την σωστή πλευρά της Ιστορίας. Μια πλευρά που μας… εξασφάλισε την επάρκεια των χαρτιών υγείας, αλλά όχι των φαρμάκων μας. Το λέω γιατί είναι γνωστό τοις πάσι ότι η κυριότερη αιτία για τις τραγικές ελλείψεις σε φάρμακα δεν είναι άλλη από τις εξαγωγές που γίνονται με σκοπό τη μεγιστοποίηση του κέρδους, φυσικά με τις ευλογίες των Βρυξελλών. Πάντως, στα καθ’ ημάς, το πρόβλημα των ελλειπτικών είναι εις γνώσιν του υπ. Υγείας ήδη από τον Φεβρουάριο του 2022, όταν η «Έκθεση Εσωτερικού Ελέγχου» του Ινστιτούτου Φαρμακευτικής Ερευνας και Τεχνολογίας (ΙΦΕΤ), θυγατρικής εταιρίας του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ), ανέφερε πως: «δίχως να επαληθεύεται η επάρκεια των αποθεμάτων των φαρμάκων για τους ασθενείς της Επικράτειας, ο διευθύνων σύμβουλος Ιωάννης Σωτηρίου (…) προέβη στην εκποίηση διά της εξαγωγής φαρμάκων έκτακτης και μόνιμης κάλυψης (…) σε τρία κράτη».

Η κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια να φανεί ότι παρεμβαίνει, εξέδωσε έναν δεκάλογο με μέτρα που επιλύουν το πρόβλημα. Μόνο που για άλλη μια φορά η «λύση» βρίσκεται στην τσέπη των πολιτών, αφού στο έκτο σημείο αυτών των δέκα εντολών της κυβέρνησης του Μωϋσέως προβλέπεται ο «εξορθολογισμός των τιμών στα φάρμακα, τα οποία είναι ελλειπτικά και πολύ χαμηλής κοστολογικής αξίας». Από κοντά κι ο ΣΥΡΙΖΑ.

Το έδαφος των αυξήσεων είχε προλειάνει ο γνωστός εκπρόσωπος ποικίλων μονοπωλιακών ομίλων (αυτή την φορά των φαρμακευτικών), Άρης Πορτοσάλτε, αλλά και ο πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής, κ. Λουράντος δηλώνοντας σε συνέντευξή του: «Εμένα δεν θα με ενδιέφερε τόσο αν ήταν τρία ευρώ ή έξι ευρώ η τιμή – του αντιβιωτικού που ψάχνω- θα με ενδιέφερε καταρχάς να το βρω κι ας ήταν κι έξι [ευρώ]».

Όλοι εν χορδαίς κι οργάνοις στον δρόμο των ανατιμήσεων, σε μια ελληνική παραλλαγή του δόγματος του σοκ. Ίσως έτσι εξηγείται πώς ενώ η εγχώρια αγορά των φαρμακευτικών εταιρειών κατέγραψε αύξηση 4,3% το 2020 σε σχέση με το 2019 κι ενώ οι πωλήσεις φαρμάκων στην Ελλάδα έφτασαν τα 77 δισ. μεταξύ 2009-2020, το φαινόμενο των ελλείψεων επιδεινώνεται. Γιατί όταν το φάρμακο εισέρχεται στη χοάνη της κερδοσκοπίας, ποιος εγγυάται ότι η πρόσβασή μας σε αυτό δεν θα γίνεται με τους όρους της αγοράς; Όπως και στην υγεία.

Η κρίση των φαρμάκων δεν αποτελεί στρέβλωση, αλλά κομμάτι ενός αντιλαϊκού παζλ, με το ιδιωτικοποιημένο ΕΣΥ των ξενοδοχειακών προδιαγραφών, να συναντά το αμερικανικό μοντέλο για την χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής: Χρυσάφι για ένα απλό σκεύασμα.

Eν ολίγοις, το σύστημα λέει: «Εμείς μιλάμε τη γλώσσα του χρήματος, αν έχεις, δίνεις και έχεις πρόσβαση στο φάρμακο· έχεις πρόσβαση στο νοσοκομείο. Δεν έχεις; Λυπούμαστε».

Το ζήτημα δεν είναι ηθικό. Είναι πολιτικό. Δεν είμαστε οι «καλοί» της υπόθεσης, παρά μόνο οι «ηττημένοι». Καιρός δεν είναι να αλλάξει αυτό;

 

 

 

 

 

 

 

Απόψεις