Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Γερμανία: 12ωρη δουλειά στην ισχυρότερη καπιταλιστική οικονομία της ΕΕ

Πακέτο μέτρων που μειώνουν κι άλλο την τιμή της εργατικής δύναμης προωθεί η κυβέρνηση συνασπισμού, ενώ το κεφάλαιο επενδύει σε πιο συμφέρουσες αγορές

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google

Την έκπληξη και τον θαυμασμό του εξέφρασε ο Γερμανός καγκελάριος Φρ. Μερτς όταν επισκέφτηκε το εργοστάσιο της UPM στη Λόινα, όπου διαπίστωσε ότι σε ορισμένα εργοστάσια στη χώρα υπάρχουν τρόποι να εφαρμόζεται η 12ωρη δουλειά!

Η πόλη Λόινα στο κρατίδιο Σαξονία – Ανχαλτ είναι ένας από τους μεγαλύτερους κόμβους της γερμανικής χημικής βιομηχανίας, με περισσότερες από 100 επιχειρήσεις. Ανάμεσά τους και το νέο βιοδιυλιστήριο του φινλανδικού ομίλου UPM, που παράγει χημικά προϊόντα με βάση το ξύλο. Το εργοστάσιο αναζητεί προσωπικό, ακόμα και για 12ωρες βάρδιες.

Οπως υπογράμμισε ο καγκελάριος μιλώντας στην Ημέρα των Γερμανών Εργοδοτών, εξεπλάγη όταν πληροφορήθηκε ότι λειτουργεί σύστημα συνεχόμενων 12ωρων βαρδιών με τη συγκατάθεση του συμβουλίου εργαζομένων. Σύμφωνα με τον υπεύθυνο βάρδιας, το μοντέλο προβλέπει τρεις εργάσιμες ημέρες την εβδομάδα, «αφήνοντας περισσότερο ελεύθερο χρόνο για την οικογένεια»…

Το 8ωρο που προβλέπει (τυπικά) ο γερμανικός νόμος ή το 10ωρο «υπό προϋποθέσεις» και με «αντίστοιχη αναπλήρωση», όπως και η πρόβλεψη για 11ωρη «ανάπαυση» μεταξύ δύο βαρδιών, ρίχνονται όλα στο «μπλέντερ» της διευθέτησης και της ευελιξίας του εργάσιμου χρόνου από τη σημερινή συγκυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU) – Σοσιαλδημοκρατών (SPD).

Σε τομείς όπως οι υπηρεσίες διάσωσης και Υγείας, η ασφάλεια, τα διυλιστήρια, οι σταθμοί παραγωγής ενέργειας και η χημική βιομηχανία μπορούν «υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις» να εφαρμοστούν ακόμα και 12ωρες βάρδιες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, τις παρεχόμενες υπηρεσίες στην υγειονομική περίθαλψη, και μάλιστα σε μια εποχή που η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων επιτρέπει γενική μείωση του εργάσιμου χρόνου.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με το γερμανικό Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (BAuA) και τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ILO), από την 9η έως 10η ώρα του εργάσιμου χρόνου ο κίνδυνος ατυχήματος αυξάνεται κατά περίπου 13% – 15%, στις 12 ώρες εργασίας ο σχετικός κίνδυνος (Relative Risk) σχεδόν διπλασιάζεται. Μια ανάλυση των Folkard & Lombardi έδειξε ότι μια εβδομάδα εργασίας 48 ωρών είναι 50% πιο επικίνδυνη για ατυχήματα όταν εκτελείται σε τέσσερις συνεχόμενες 12ωρες νυχτερινές βάρδιες, σε σύγκριση με έξι 8ωρες πρωινές βάρδιες.

Στις 12ωρες βάρδιες, η συσσώρευση κόπωσης είναι τόσο ραγδαία που οι ειδικοί της εργασίας συνιστούν να μην εκτελούνται ποτέ πάνω από 2 έως μέγιστο 3 συνεχόμενες 12ωρες βάρδιες χωρίς ενδιάμεσο ρεπό.

Εβδομαδιαίος εργάσιμος χρόνος σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Οδηγία

Στη Γερμανία οι εργοδοτικές ενώσεις ζητούν εδώ και χρόνια μεγαλύτερη «ευελιξία», εργασία πλήρως προσαρμοσμένη στις ανάγκες της κερδοφορίας, την εποχικότητα, τις παραγγελίες κ.λπ. Επικαλούνται και την ευρωπαϊκή Οδηγία, η οποία προβλέπει ανώτατο εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας 48 ωρών.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η συμφωνία του κυβερνητικού συνασπισμού: Αντί για ημερήσιο προβλέπεται η δυνατότητα θέσπισης εβδομαδιαίου ανώτατου ορίου. Αυτό αποσκοπεί στη δημιουργία μεγαλύτερης ευελιξίας για την εποχιακή εργασία, την εκ περιτροπής εργασία, την εργασία το Σαββατοκύριακο και τις νυχτερινές βάρδιες. Η κυβέρνηση θέλει να «ανακουφίσει» τις επιχειρήσεις με αυτό το ευέλικτο μοντέλο ωραρίου εργασίας. Οι γερμανικοί επιχειρηματικοί όμιλοι έχουν υποχωρήσει στον ανταγωνισμό τους με άλλους ομίλους – της Ευρώπης, των ΗΠΑ, της Κίνας – και μειώνουν το εργασιακό «κόστος», μισθολογικό και μη μισθολογικό.

Η μετάβαση σε εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας επιτρέπει ανώτατο όριο ακόμη και 72 ώρες σε «ακραίες» περιπτώσεις. Αυτό επιτρέπει στους εργοδότες να απασχολούν νόμιμα το προσωπικό ακόμη και για 12 ώρες την ημέρα όταν υπάρχει φόρτος εργασίας, χωρίς να θεωρείται υπερωρία, αρκεί να «ισοφαρίζεται» ο μέσος όρος σε βάθος εβδομάδων ή μηνών.

Πάντως η αντιπαράθεση έχει πλέον ξεπεράσει το ζήτημα του 8ώρου ή του 12ώρου. Αφορά κατά κύριο λόγο το «πόση ευελιξία χρειάζεται η σύγχρονη αγορά εργασίας» και «πόση προστασία χρειάζονται οι εργαζόμενοι» σε ένα ολοένα και πιο ανταγωνιστικό παγκόσμιο περιβάλλον, σε μια παγκόσμια αγορά όπου πουλούν και οι ίδιοι την εργασία τους.

Ετσι, το ευρύ πακέτο μεταρρυθμίσεων αγοράς εργασίας που ανακοίνωσε η γερμανική κυβέρνηση – στο πλαίσιο του «Προγράμματος για την Οικονομική Ανάκαμψη και την Απασχόληση» – προσφέρει σημαντική ευελιξία υπέρ των επιχειρηματικών ομίλων για αύξηση της κερδοφορίας τους και περιορίζει κεκτημένα δικαιώματα.

Μεταξύ άλλων προβλέπεται:

Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου μπορούν να διατηρηθούν έως 4 χρόνια χωρίς αιτιολόγηση από τον εργοδότη, χωρίς να απαιτείται ο λεγόμενος αντικειμενικός λόγος με δυνατότητα ανανέωσης έως και 6 φορές. Μέχρι πρότινος το όριο ήταν 2 έτη και 3 ανανεώσεις για τον ίδιο εργοδότη.

Φορολογικά «κίνητρα» για εργασία τις Κυριακές και τις αργίες από την 1η Γενάρη 2027.

Αντίστοιχα «κίνητρα» είχαν δοθεί νωρίτερα με τη θέσπιση της «Ενεργούς Σύνταξης» (Aktivrente), που προσφέρει αφορολόγητο έως 2.000 ευρώ τον μήνα για όσους συνταξιούχους «επιλέγουν» να συνεχίσουν να εργάζονται.

Αυστηροποίηση των Κανόνων για τις Αναρρωτικές Αδειες. Καταργείται η δυνατότητα έκδοσης αναρρωτικής άδειας τριών ημερών από γιατρό μέσω τηλεφώνου.

Το «Πρόγραμμα για την Οικονομική Ανάκαμψη και την Απασχόληση» (κείμενο 34 σημείων) αποτελεί προς το παρόν μια πολιτική συμφωνία (συμφωνία κορυφής) της κυβέρνησης συνασπισμού, αλλά τα περισσότερα από τα μέτρα που προβλέπει αναμένεται να δρομολογηθούν για ψήφιση από το 2027.

Το κεφάλαιο δεν έχει «πατρίδα»

Τα τελευταία χρόνια στη Γερμανία βρίσκεται σε εξέλιξη η λεγόμενη «αποβιομηχάνιση», με γερμανικές εταιρείες να μεταφέρουν μέρος της παραγωγής τους σε άλλα κράτη, λόγω φτηνότερων εργατικών «χεριών» ή για να είναι πιο κοντά στις αγορές που τις ενδιαφέρουν. Κι ενώ στη Γερμανία οι βιομηχανίες προχωρούν σε απολύσεις, περικοπές, κλείσιμο εργοστασίων ή μετατροπή τους σε παραγωγή όπλων, παράλληλα επενδύουν σε πιο συμφέρουσες αγορές, π.χ. στην Ανατολική Ευρώπη, στην Κίνα, στις ΗΠΑ.

Τελευταίο παράδειγμα που έχει προκαλέσει και αντιδράσεις στη Γερμανία είναι η εμφάνιση του επικεφαλής της «Audi» στο πλευρό του Προέδρου των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ, κατά τη διάρκεια προεκλογικής συγκέντρωσης στην πολιτεία της Τζόρτζια μπροστά στις ενδιάμεσες εκλογές.

Ο διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας που ανήκει στον όμιλο «Volkswagen», Γκ. Ντέλνερ, ανέβηκε στη σκηνή μαζί με τον Αμερικανό Πρόεδρο το προηγούμενο Σάββατο (24/10), όταν ανακοινώθηκε ότι η «Audi» σχεδιάζει να επενδύσει περίπου 4 δισ. δολάρια για την κατασκευή του πρώτου της εργοστασίου στις ΗΠΑ.

Επένδυση δισεκατομμυρίων στις ΗΠΑ, περικοπές στη Γερμανία

Το νέο εργοστάσιο σχεδιάζεται να κατασκευαστεί στην Τζόρτζια, με επένδυση περίπου 4 δισ. δολαρίων και προοπτική 4.500 θέσεων εργασίας. Σύμφωνα με την «Audi», θα έχει δυνατότητα παραγωγής έως 200.000 αυτοκινήτων ετησίως, με τις εργασίες κατασκευής να προγραμματίζονται για το 2027 και την παραγωγή να ξεκινά στις αρχές της επόμενης δεκαετίας.

Την ίδια στιγμή, η μητρική «Volkswagen» σχεδιάζει εκτεταμένες περικοπές προσωπικού και αναδιάρθρωση των εργοστασίων της, καθώς αντιμετωπίζει μείωση της ανταγωνιστικότητάς της στην κινεζική αγορά, στην οποία επένδυσε μαζικά τις προηγούμενες δυο δεκαετίες, αυξημένο «κόστος» εργασίας και τις επιπτώσεις των αμερικανικών δασμών.

Μόνο οι δασμοί που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ κόστισαν στην «Audi» περίπου 1,2 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος, σύμφωνα με το Reuters. Η επένδυση στις ΗΠΑ αποτελεί επομένως και μια προσπάθεια να μειωθεί η εξάρτηση της εταιρείας από τις εισαγωγές αυτοκινήτων στην αμερικανική αγορά.

Οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν επιβαρυνθεί με περισσότερα από 8 δισ. ευρώ λόγω των αμερικανικών δασμών (15%) στις εισαγωγές αυτοκινήτων στην αμερικανική αγορά το 2025 και το πρώτο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών των «Volkswagen», BMW, «Mercedes-Benz», «Stellantis» και «Volvo Cars».

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, η «Volkswagen» φαίνεται να έχει δεχθεί το ισχυρότερο πλήγμα από τη δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ, με τις επιβαρύνσεις για τον γερμανικό όμιλο να φτάνουν τα 3,6 δισ. ευρώ. Η BMW ανακοίνωσε αντίστοιχες απώλειες περίπου 2,1 δισ. ευρώ, ενώ η «Mercedes-Benz» εκτιμά ότι η επιβάρυνσή της ανέρχεται σε 1,3 δισ. ευρώ.

Η «Audi» προειδοποίησε ότι ενδεχόμενη νέα αύξηση των δασμών θα δημιουργήσει «σημαντική επιβάρυνση» για την εταιρεία. Παράλληλα, επενδύει στην ανάπτυξη του νέου πολυτελούς SUV Q9, το οποίο έχει σχεδιαστεί ειδικά για τις προτιμήσεις των Αμερικανών καταναλωτών. Ωστόσο, το μοντέλο θα παράγεται στην Μπρατισλάβα, γεγονός που σημαίνει ότι όλες οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ θα υπόκεινται σε δασμούς.

Από την πλευρά του, ο διευθύνων σύμβουλος της BMW εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος για την επίτευξη συμφωνίας με την αμερικανική κυβέρνηση, η οποία θα μπορούσε να προσφέρει ευνοϊκότερη μεταχείριση στις εταιρείες που διαθέτουν παραγωγική δραστηριότητα στις ΗΠΑ.

Σχετικά θέματα

Post
Filter