Πολιτισμός

Διαφορετικότητες

Simon Stephens, «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα». Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος - Θέατρο του Νέου Κόσμου.  Θέατρο Τζένη Καρέζη

Το θεατρικό έργο του γνωστού μας πλέον στην Ελλάδα Σάιμον Στήβενς έχει ήδη διανύσει εντυπωσιακή πορεία από την πρώτη του εμφάνιση στο Εθνικό Θέατρο της Μ. Βρετανίας, το 2012, με βραβεία και παρουσιάσεις σε όλο τον κόσμο, απαριθμώντας δύο εκατομμύρια θεατές. Αλλά και στην Ελλάδα, ήδη το 2013, παρουσιάστηκε στο Θέατρο Αγγέλων Βήμα, σε μετάφραση Μαργαρίτας Δαλαμάγκα – Καλογήρου και σκηνοθεσία του Τάκη Τζαμαργιά με τον Μάνο Καρατζογιάννη στον κεντρικό ρόλο του Κρίστοφερ.

Το έργο είναι διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Μάρκ Χάντον του οποίου το βιβλίο έχει τεράστιο αντίκτυπο και διδάσκεται σε σχολεία σε όλον τον κόσμο. Ο Χάντον έχει μετανιώσει για το γεγονός ότι στην πρώτη έκδοση του βιβλίου του υπήρχε η φράση «σύνδρομο Άσπεργκερ» που έκτοτε χαρακτήρισε το κεντρικό πρόσωπο του έργου. Και αυτό διότι κατατάσσει τον Κρίστοφερ ως άτομο με συγκεκριμένο σύνδρομο, γεγονός που πυροδότησε έντονες συζητήσεις αφενός ως προς το κατά πόσο ο πλασματικός ήρωας φέρει τα συμπτώματα του συγκεκριμένου συνδρόμου και αφετέρου ως προς την ανάγκη να υπάρχει συγκεκριμένος χαρακτηρισμός που να ορίζει και ταξινομεί τη διαφορετικότητα.

                          Το χάρισμα της διαφοράς

Ο δεκαπεντάχρονος Κρίστοφερ έχει πράγματι προβλήματα συμπεριφοράς που αντιλέγουν στους κοινωνικούς κανόνες. Δεν του αρέσει ο πολύς κόσμος, επιδιώκει την απομόνωση, οι ήχοι και τα δυνατά φώτα τον τρομάζουν, δεν κυκλοφορεί μόνος, δεν του αρέσει η σωματική επαφή με άλλους, του λείπει η κατανόηση των συναισθημάτων των άλλων και πιθανότατα το δικό του πρόσωπο μένει ανέκφραστο, εκλαμβάνει ως κυριολεξίες τις μεταφορές της γλώσσας και γι’ αυτό μπορεί να μπερδεύει κάποια νοήματα.

Ταυτόχρονα, όμως,  είναι ορθολογιστής, δυνατός στα μαθηματικά και γνώστης σύγχρονων φυσικών φαινομένων, ονειρεύεται να γίνει αστροναύτης καθώς γνωρίζει τα πάντα για αστροφυσική, διαθέτει αλάνθαστη μνήμη ενώ επιζητά να δώσει στα πάντα ορθολογική εξήγηση. Γεγονός που θα τον οδηγήσει να επιχειρήσει τη διαλεύκανση ενός μυστηρίου: να ανακαλύψει ποιος ήταν ο δολοφόνος του  Γουέλινγκτον, του σκύλου της γειτόνισσας κ. Σίαρς, ο οποίος βρέθηκε νεκρός με ένα δίκρανο καρφωμένο στα πλευρά του. Ο Κρίστοφερ θα ανακαλύψει τον νεκρό σκύλο αλλά ταυτόχρονα θα θεωρηθεί αρχικά ως ο δολοφόνος του.

Καθώς αγαπημένο του ανάγνωσμα είναι ο Σέρλοκ Χολμς και η τακτική που ακολουθεί για  να εξιχνιάζει τα εγκλήματα όπως στο «Σκυλί των Μπάσκερβιλ», ο Κρίστοφερ, παρά την απαγόρευση του πατέρα του και παρά τη φυσική του αδυναμία να συναναστρέφεται κόσμο, για την πραγμάτωση του στόχου του θα επιδοθεί σε σειρά επισκέψεων στους γείτονες ώστε να συλλέξει στοιχεία. Εξάλλου, τις έρευνές του αλλά και όσα παρεμβάλλονται καταγράφει στο «βιβλίο» του, αυτό που διαβάζει ενδιαμέσως η αγαπημένη του δασκάλα κ. Σιβόν στο σχολείο για προβληματικά άτομα στο οποίο φοιτά, επιδοκιμάζοντάς τον.

Οι έρευνές του, ωστόσο, θα του αποκαλύψουν ένα άλλο μυστικό που σχετίζεται με τη μητέρα του την οποία, όπως του είχε πει ο πατέρας του, θεωρούσε νεκρή από καρδιακή προσβολή. Η αποκάλυψη θα δώσει νέο ερέθισμα για υπέρβαση: ο Κρίστοφερ θα ταξιδέψει κρυφά, μόνος, για το Λονδίνο χρησιμοποιώντας τρένο, για να βρει τη μητέρα του. Ο Κρίστοφερ, παρά τη διαφορετικότητά του, θα θέσει έναν ανώτερο στόχο και για την εκπλήρωσή του θα υπερβεί τα όποια εμπόδια, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να υπερνικήσει  την όποια διαφορετικότητά του, ότι διαθέτει επιδεξιότητες και θάρρος που ίσως λίγοι «κανονικοί» συνομήλικοί του θα διέθεταν. Ταυτόχρονα, θα περάσει τις ειδικές εξετάσεις στα μαθηματικά πρώτου επιπέδου οι οποίες προορίζονται για δεκαοχτάχρονους, αριστεύοντας. 

Εν τέλει, αναρωτιέται κανείς σε τι έγκειται η διαφορετικότητα του Κρίστοφερ. Στην αποκαλούμενη μη κοινωνική συμπεριφορά του ή στις εξαιρετικές δεξιότητες που διαθέτει; Και, τελικά, τι σημαίνει «διαφορετικότητα»; Τι σημαίνει μια ιατρική διάγνωση που θέτει ταμπέλα και κατηγοριοποιεί τα άτομα, στην ουσία περιθωριοποιώντας τα; Μήπως όλοι δεν είμαστε διαφορετικοί; Με ικανότητες αλλά και ελαττώματα ή καθημερινούς ψυχαναγκασμούς και εμμονές;

                                     Παράσταση συνόλου

Το έργο, επεξεργασμένο εκ νέου μετά πέντε χρόνια από τον συγγραφέα, γνώρισε μια νέα μετάφραση ιδιαίτερης ευαισθησίας από την Κοραλία Σωτηριάδου ενώ ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος βρέθηκε στις πιο εμπνευσμένες σκηνοθετικές στιγμές του περιβαλλόμενος από εξίσου εύστοχους συντελεστές.

Το σκηνικό της Μαγδαληνής Αυγερινού με τους διαφορετικών μεγεθών λευκούς κύβους που άλλαζαν διάταξη διαρκώς κατά τη διάρκεια της παράστασης από τους ηθοποιούς, με τη λιτότητά του αλλά και τη λειτουργικότητά του, παρέπεμπε στη συστηματοποίηση που κυριαρχούσε στο μαθηματικό μυαλό του Κρίστοφερ: σαν μια μεταφορά λειτουργίας του εγκεφάλου του. Στο βάθος της σκηνής, οι φωτιστικοί σωλήνες που άλλαζαν διαρκώς χρώματα φάνηκε σαν να παρέπεμπαν σε νευρώνες. Ο Σάκης Μπιρμπίλης φώτιζε κατάλληλα τον κατά τα άλλα γυμνό χώρο διαμορφώνοντας  τοπογραφίες ανάμεσα στις δίχως καμιά εξωτερική εναλλαγή σκηνές καθώς όλοι οι ηθοποιοί συνυπήρχαν επί σκηνής ακόμη και όταν κάποιοι άλλαζαν ρόλους.

Με γρήγορες αλλά χαρακτηριστικές αλλαγές των εύστοχων κοστουμιών της Κλαιρ Μπρέισγουελ, οι διαφορετικοί χαρακτήρες παρήλαυναν ως ένα συνεχές, ακόμα και με χρονικές ανακολουθίες που τα διαφορετικά κοστούμια έκαναν σαφείς στους θεατές.

Η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου που ακουγόταν σχεδόν καθ’ όλη τη σκηνική δράση  άλλοτε υπόκωφα και άλλοτε υπερτονίζοντας καταστάσεις υπήρξε από τα μεγάλα προτερήματα της παράστασης. Ένα ηχητικό σύμπαν που φόρτιζε ή αποφόρτιζε σκηνές, σαν να εξωτερίκευε συχνά το βουητό που άκουγε στο κεφάλι του ο Κρίστοφερ, θόρυβο που του προκαλούσε η συναναστροφή με τους άλλους, με την πόλη.

Ιδιαίτερα εύστοχη υπήρξε επίσης η κινησιολογία που επιμελήθηκε η Σοφία Μαυραγάνη: μετρημένη, χωρίς υπερβολές, έδινε, κυρίως όσον αφορά τον Κρίστοφερ, το σωστό στίγμα της ιδιαιτερότητάς του χαρίζοντας και κάποιες απολαυστικές στιγμές, όταν αυτός μιμείται την ιδιαίτερη κινησιολογία των γειτόνων, υιοθετώντας την απέναντι και σε άλλους.

                                                Ερμηνείες

Ο τρόπος που δίδαξε ο Β. Θεοδωρόπουλος τον κεντρικό ρόλο του Κρίστοφερ υπήρξε καθοριστικός για όλο το στίγμα της παράστασης. Και βρήκε στο πρόσωπο του Γιάννη Νιάρρου τον ιδανικό ερμηνευτή. Πειστικός ως δεκαπεντάχρονος, με πλήρως ελεγχόμενη κίνηση που έδινε την ιδιαιτερότητα αλλά χωρίς καμία υπερβολή, δηλώνοντας το διαφορετικό με όλη τη στάση του σώματος αλλά ταυτόχρονα καθιστώντας το οικείο και αποδεκτό, ο Νιάρρος κατέθεσε μια σημαντική ερμηνεία. Επιπλέον, η ευκρίνεια του λόγου του και τα έξυπνα παιχνιδίσματα στους τονισμούς της φωνής συνέτειναν στον σχεδιασμό ενός δραματικού προσώπου με αμιγώς θεατρικά υλικά, ήτοι αύταρκες σε σχέση με χαρακτηριστικά ενός κλινικά αυτιστικού ατόμου.

Ο Θέμης Πάνου κράτησε τον ρόλο του Εντ, του πατέρα του Κρίστοφερ, με μεστό ρυθμό και χειρονομιακό έλεγχο ακόμη και στις σκηνές έντασης με μόνο πρόβλημα το ότι δεν ακουγόταν πάντα καλά από όλες τις πλευρές του αμφιθεατρικού χώρου.

Η Μαρία Καλλιμάνη έκανε ορατά, μέσω σωματικότητας  αλλά και με εναλλαγές στις λεπτές φωνητικές αποχρώσεις της, τα άρρητα της εξαφάνισής της αλλά και την εκ νέου ανάληψη ευθυνών απέναντι στον γιο της ως Τζούντυ, μητέρα του Κρίστοφερ. Ερμηνεία-κέντημα.

Τον πρωτεύοντα ρόλο της δασκάλας Σιβόν που παρεμβαίνει στην αφήγηση του Κρίστοφερ διαβάζοντας το βιβλίο του αλλά και λειτουργώντας ως φαντασιακή παρουσία που συνδιαλέγεται συνεχώς μαζί του κράτησε η Αλεξάνδρα Αϊδίνη με αξιοζήλευτη ισορροπία, ερμηνεύοντας έναν ρόλο χωρίς διακυμάνσεις αλλά που απαιτεί λεπτές φωνητικές και κινησιακές αποχρώσεις καθώς εισβάλλει στην αφήγηση αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και δρων πρόσωπο. Γεγονός που απαιτεί μια συνεχή μετατόπιση σε διαφορετικά δραματικά επίπεδα που πέτυχε απόλυτα.

Μεγάλο ατού της παράστασης το γεγονός ότι τους μικρότερους, πολλαπλούς ρόλους ανέλαβαν καταξιωμένοι πρωταγωνιστές, συντελώντας στο υψηλό ερμηνευτικό επίπεδο:   Η Μαρία Κατσανδρή, κυρίως ως Κα Αλεξάντερ, δημιούργησε με λεπτές πινελιές την καλοσυνάτη ώριμη κυρία πρόθυμη να «κουβεντιάσει»  με τον Κρίστοφερ ενώ ο Θύμιος Κούκιος, κυρίως ως Ρότζερ Σίαρς, έδωσε ουσιαστική υπόσταση σε ένα έως τότε σκηνικά απόν αλλά λεκτικά παρόν μέσω των αμφίθυμων δηλώσεων των άλλων πρόσωπο. Ο εκλεκτός ηθοποιός Γιώργος Γιαννακάκος, εδώ σε πολλούς σύντομους ρόλους, έδωσε ερμηνευτικό κύρος στην παράσταση,  κυρίως με την ιδιαζουσών φωνητικών τονικοτήτων φωνή του όπως άλλωστε και ο νεαρός ταλαντούχος Σπύρος Κυριαζόπουλος, εδώ σε χαρακτηριστικούς μικρούς ρόλους. Μόνη ένσταση για την Βάσια Χρήστου που αν και διαθέτει ωραία σκηνική παρουσία, απαιτείται να περιορίσει τις φωνητικές εξάρσεις που καταστρέφουν τον λόγο της και δεν συνάδουν με το υπόλοιπο υποκριτικό κλίμα .

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, αναμετρώμενος ακόμη μια φορά με ένα κείμενο κοινωνικών συνδηλώσεων δημιούργησε μια ρέουσα και προσεγμένη στη λεπτομέρεια  παράσταση, με προσεκτικά επιλεγμένους άριστους συντελεστές, με ρυθμό αλλά και χιούμορ, την καλύτερη μέθοδο για να αναδεικνύει κανείς σοβαρά ζητήματα.  

Οι φωτογραφίες της παράστασης είναι της Δομνίκης Μητροπούλου.

* Καθηγητής Σημειωτικής της παράστασης και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

 

 

(Visited 358 times, 1 visits today)
Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend