Στα αποτελέσματα της έρευνας PISA του ΟΟΣΑ για το 2025 που παρουσιάστηκε πρόσφατα, αναφέρθηκε ο Ανδρέας Καργόπουλος, πρόεδρος του ΔΣ της ΟΛΜΕ μιλώντας το απόγευμα της Τετάρτης στον ραδιοφωνικό σταθμό «Real FM» και τον δημοσιογράφο Ν. Μπογιόπουλο.
Οπως τόνισε, εκτός των στοιχείων που δημοσιοποιήθηκαν αναδεικνύοντας τα αδιέξοδα της πολιτικής της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων, που οδηγούν σε υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης, επιπλέον στοιχεία τα οποία δεν αναφέρονται στα περισσότερα δημοσιεύματα δείχνουν την ταξικότητα της ασκούμενης πολιτικής. Συγκεκριμένα: το 45% των μαθητών έχει πρόβλημα λόγω έλλειψης εκπαιδευτικών στο σχολείο, το 78% έχει πρόβλημα λόγω έλλειψης υποστηρικτικού προσωπικού, το 49% έχει χάσει τουλάχιστον μία ώρα μαθήματος λόγω έλλειψης προσωπικού, το 47% έχει πρόβλημα λόγω ανεπάρκειας υποδομών και το 39% των μαθητών αντιμετώπισε προβλήματα στη διδασκαλία λόγω του εκπαιδευτικού υλικού.
«Όλα αυτά τα προβλήματα, με την πολιτική που ακολουθεί ο ΟΟΣΑ όχι μόνο δεν τα λύνει, αλλά τα οξύνει γιατί η κατεύθυνση είναι να πάμε σε κατηγοριοποιημένα σχολεία, άλλα υποβαθμισμένα που είναι για τις πιο φτωχές λαϊκές οικογένειες και άλλα σχολεία – ελίτ για τους πλούσιους», επισήμανε χαρακτηριστικά.
Μάλιστα, αποκάλυψε, ότι μετράνε ακόμα και το πόσο αντανακλάται στην επίδοση η κοινωνικοταξική προέλευση των μαθητών. Στην Ελλάδα λένε ότι έχουμε «ανθεκτικά σχολεία» γιατί το χάσμα είναι μικρότερο από τις χώρες του ΟΟΣΑ, όπως έχουμε και «ανθεκτικούς μαθητές» στην επίδοση, δηλαδή τα παιδιά που προέρχονται από φτωχά λαϊκά στρώματα δεν παρουσιάζουν ποσοστιαίο χάσμα σε σχέση με τα παιδιά που προέρχονται από πιο πλούσια οικονομικά στρώματα. Όπως εξήγησε, αυτό οφείλεται μεταξύ άλλων στο ότι η πολιτική κατηγοριοποίησης των σχολείων έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ στην Ελλάδα προωθείται μεν επιθετικά τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν έχει προλάβει ακόμα να δώσει πλήρως τα αρνητικά της αποτελέσματα.
Υπογράμμισε την ανάγκη το σχολείο να βγάζει ολοκληρωμένες προσωπικότητες, χωρίς κατηγοριοποίηση σε φτωχά και πλούσια παιδιά, ν’ αναπτύσσει την κριτική σκέψη, την μεθοδολογία της σκέψης, το παιδί να μαθαίνει να εμβαθύνει στις φυσικές και τις κοινωνικές επιστήμες και τους νόμους τους, να υπάρχουν πρωτοβουλίες στο σχολείο, όπως πρωτοβουλίες φιλαναγνωσίας με βιβλιοθήκες που δεν υπάρχουν και άλλες δραστηριότητες.