Δαπάνες ανά μαθητή και φοιτητή
Τα στατιστικά στοιχεία αποκαλύπτουν ότι υπολειπόμαστε ως προς τις δαπάνες ανά μαθητή. Στην πρωτοβάθμια έως και μεταδευτεροβάθμια μη τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι ετήσιες δαπάνες φθάνουν τα 6.420 (5.418,22 ευρώ) δολάρια ανά μαθητή. Το ποσό αυτό την τοποθετεί στην κατώτερη κλίμακα του ΟΟΣΑ, όπου η διακύμανση ξεκινά από κάτω από 2.000 δολάρια και ξεπερνά τα 27.000 δολάρια σε ορισμένες χώρες. Πρόκειται για το δεύτερο χαμηλότερο ποσό από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αναφέρονται στην έκθεση. Η Ρουμανία είναι η μοναδική που βρίσκεται κάτω από την Ελλάδα.
Ακόμα πιο έντονη είναι η απόκλιση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ αγγίζει τα 15.102 δολάρια ανά φοιτητή, στην Ελλάδα οι δαπάνες περιορίζονται μόλις στα 4.497 δολάρια (3.795,45 ευρώ). Αυτό σημαίνει ότι η χώρα μας επενδύει λιγότερο από το ένα τρίτο του μέσου όρου, γεγονός που έχει επιπτώσεις τόσο στην ποιότητα σπουδών όσο και στην ερευνητική δραστηριότητα των πανεπιστημίων. Βέβαια, σημειώνεται ότι από το 2015 έως το 2022, η δαπάνη ανά μαθητή αυξήθηκε ελαφρώς (6.256 → 6.370 δολ. – 5.375,89 ευρώ), αλλά το μερίδιο της εκπαίδευσης στον προϋπολογισμό μειώθηκε (6,2% → 5,9%).

Η Ελλάδα επιμένει στις διαχρονικά χαμηλές δαπάνες για την Παιδεία
Η υστέρηση δεν περιορίζεται στα απόλυτα ποσά. Σε σχέση με την οικονομική δυνατότητα της χώρας, η Ελλάδα επενδύει στην εκπαίδευση μόλις 3,9% του ΑΕΠ, έναντι 4,7% στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Με άλλα λόγια, η εκπαίδευση δεν κατέχει την ίδια βαρύτητα στις δημόσιες δαπάνες όπως συμβαίνει στις περισσότερες χώρες. Η μειωμένη προτεραιότητα της εκπαίδευσης φαίνεται επίσης στο μερίδιο των δαπανών της στο σύνολο του κρατικού προϋπολογισμού. Ενώ το 2015 το ποσοστό ανερχόταν στο 6,2%, το 2022 είχε υποχωρήσει στο 5,9%. Στον ΟΟΣΑ, αντίθετα, η εκπαίδευση απορροφά κατά μέσο όρο 10,1% των δημόσιων δαπανών.
Στην Ελλάδα, οι κυβερνήσεις καλύπτουν 78,3% της χρηματοδότησης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ποσοστό πολύ χαμηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (90,1%). Στην προσχολική εκπαίδευση, η δημόσια συμβολή φτάνει το 80,2%, ενώ στην τριτοβάθμια ανέρχεται στο 78,3%. Παρά το γεγονός ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση χρηματοδοτείται περισσότερο από το κράτος σε σχέση με τον μέσο όρο (71,9%), το συνολικό ύψος των δαπανών παραμένει εξαιρετικά χαμηλό.
Στο προσχολικό επίπεδο, οι δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 16,6 % μεταξύ 2015 και 2022. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην αύξηση κατά 11,7 % του αριθμού των εγγεγραμμένων παιδιών. Ως αποτέλεσμα, οι δημόσιες δαπάνες ανά παιδί αυξήθηκαν κατά 4,4 %, σε σύγκριση με μέση αύξηση 24 % σε ολόκληρο τον ΟΟΣΑ από το 2015.
Υποαμειβόμενοι οι εκπαιδευτικοί
Από το 2015, οι πραγματικοί μέσοι μισθοί των δασκάλων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν αυξηθεί κατά μέσο όρο κατά 14,6% σε ολόκληρο τον ΟΟΣΑ. Στην Ελλάδα, αυξήθηκαν κατά 1,4% το 2024. Οι ανταγωνιστικοί μισθοί μπορούν να κάνουν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού πιο ελκυστικό, ιδίως δεδομένου ότι σε πολλές χώρες οι εκπαιδευτικοί κερδίζουν λιγότερα από άλλους εργαζόμενους με τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στην Ελλάδα, οι πραγματικοί μισθοί των δασκάλων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι κατά 31% χαμηλότεροι από εκείνους των εργαζομένων με τριτοβάθμια εκπαίδευση, πλήρους απασχόλησης και ολόκληρου έτους, σε σύγκριση με ένα μέσο όρο 17% χαμηλότερο σε ολόκληρο τον ΟΟΣΑ. Ωστόσο, η αύξηση των μισθών των εκπαιδευτικών μπορεί να αποτελεί οικονομική πρόκληση, καθώς το κόστος προσωπικού αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών για την εκπαίδευση.