Διεθνή

Αναλύοντας την κατάσταση στη Βενεζουέλα

Αναδημοσιεύουμε από το blog του συνεργάτη του «Ημεροδρόμου», Δημήτρη Κούλαλη (dimitriskoulalis.wordpress.com), τη μετάφραση της συνέντευξης του Guillaume Long (πηγή: Τribune Magazine), για την κατάσταση στη Βενεζουέλα. Ο Guillaume Long υπηρέτησε ως υπουργός Εξωτερικών του Εκουαδόρ υπό την κυβέρνηση Rafael Correa και ήταν ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της χώρας στα Ηνωμένα Έθνη μέχρι τον Ιανουάριο του 2018. Είναι πλέον συνεργάτης ερευνητής στο Ινστιτούτο Διεθνών και Στρατηγικών Σχέσεων (IRIS) στο Παρίσι της Γαλλίας. Μετάφραση: Η.Σ. 

***

Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών του Εκουαδόρ, Guillaume Long, μιλά για τη μακρά κρίση της Βενεζουέλας, την ανευθυνότητα των δυτικών απαντήσεων και τον αυξανόμενο κίνδυνο εμφύλιων συγκρούσεων.

Στις 23 Ιανουαρίου η μακρόχρονη πολιτική κρίση στη Βενεζουέλα έλαβε νέο χαρακτήρα όταν ο Juan Guaidó, πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης υπό την ηγεσία της αντιπολίτευσης, αυτοανακηρύχθηκε προσωρινός Πρόεδρος της Βενεζουέλας, σε μια προσπάθεια να απομακρύνει τον Nicolás Maduro.

Στο Twitter, ο Donald Trump ανακοίνωσε ότι η διοίκησή του θα αναγνωρίσει επισήμως τον Guaidó ως Πρόεδρο της Βενεζουέλας και σύντομα θα ακολουθήσει ο Καναδάς. Τις τελευταίες ημέρες τα ηγετικά κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσαν κοινή δήλωση αναγγέλλοντας ότι και αυτά θα αναγνώριζαν τον Guaidó εάν δεν προκηρύσσονταν εκλογές εντός οκτώ ημερών.

Η κίνηση του Guaidó έχει καταδικαστεί ευρέως από τη διεθνή αριστερά ως απόπειρα «πραξικοπήματος», με βουλευτές από την εργατική αριστερά να καταδικάζουν την κίνηση ως προσπάθεια για «αλλαγή καθεστώτος» σε επιστολή προς τον Guardian. Ωστόσο, αυτό δεν έχει καταφέρει να εμποδίσει το κίνημα κατά της κυβέρνησης Maduro από τη Δύση, με την τελευταία κλιμάκωση των κυρώσεων να έχει ως αποτέλεσμα η Τράπεζα της Αγγλίας να μην επιτρέψει την ανάληψη χρυσού αξίας 1,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων που η Μπολιβαριανή Δημοκρατία είχε αποθηκεύσει στα θησαυροφυλάκια της.

Μέσα από αυτές τις εξελίξεις, η Tribune μίλησε με τον Guillaume Long, πρώην Υπουργό Εξωτερικών και Εκπρόσωπο των Ηνωμένων Εθνών του Εκουαδόρ. Τώρα, ως συνεργάτης ερευνητής στο Ινστιτούτο Διεθνών και Στρατηγικών Σχέσεων (IRIS), ο Long μιλά για το ευρύτερο πλαίσιο της κρίσης της Βενεζουέλας, τη δυτική απάντηση, τις μεταβαλλόμενες “παλίρροιες” στη Λατινική Αμερική και για το κατά πόσον η διαμεσολάβηση που προτείνουν οι κυβερνήσεις του Μεξικού και της Ουρουγουάης έχει πιθανότητα επιτυχίας.

Ronan Burtenshaw: Ποια είναι η αντίδρασή σας σε ό, τι συνέβη στη Βενεζουέλα τις τελευταίες ημέρες;

Guillaume Long: Αυτό που βλέπουμε είναι η επιτάχυνση της ιστορίας, μιας κατάστασης που αναπτύσσεται εδώ και καιρό στη Βενεζουέλα. Υπάρχει μια σημαντική οικονομική, κοινωνική, πολιτική και θεσμική κρίση. Ορισμένα θεσμικά όργανα της χώρας βρίσκονται σε σύγκρουση και στην πραγματικότητα δεν αναγνωρίζουν το ένα τη νομιμότητα του άλλου. Η εκτελεστική εξουσία δεν αναγνωρίζει τη νομοθετική και το αντίστροφο. Το φαινόμενο αυτό αναπτύχθηκε μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2015 και γίνεται σταθερά πιο πολωμένο και ριζοσπαστικό στην πορεία του.

Έφτασε στο αποκορύφωμα τις τελευταίες ημέρες με τον Juan Guaidó της νομοθετικής εξουσίας να αυτοανακηρύσσεται προσωρινός πρόεδρος. Έτσι,τώρα έχουμε μια κατάσταση στην οποία υπάρχει ένας πρόεδρος με τον έλεγχο των περισσότερων θεσμών της χώρας, ο Nicolás Maduro, και ένας αντίπαλος, αυτοανακηρυγμένος πρόεδρος,ο  Guaidó, ο οποίος έχει την υποστήριξη αρκετών διεθνών παραγόντων και σημαντικών τομέων της κοινωνίας των πολιτών.

Αυτή η ακραία πόλωση που βλέπουμε στη Βενεζουέλα είναι προϊόν μιας κοινωνίας που είναι βαθιά διαιρεμένη, με σημαντικά μέρη του πληθυσμού να υποστηρίζουν και τις δύο πλευρές. Eίναι ιδιαίτερα σημαντικό να γίνει αυτό κατανοητό στη Δύση, όπου τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έδωσαν την εντύπωση μιας συντριπτικής συναίνεσης εναντίον του Maduro στην κοινωνία της Βενεζουέλας. Αν δεν κατανοήσουμε ότι και οι δύο πλευρές έχουν υποστήριξη, θα γίνουν σημαντικά και δαπανηρά λάθη.

Είναι σαφές ότι τώρα υπάρχει ένα σημαντικό στρατόπεδο κατά του Maduro στη Βενεζουέλα, το οποίο δεν περιορίζεται πλέον στην ελίτ της χώρας. Ενώ για πολλά χρόνια, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τσάβεζ, η αντιπολίτευση είχε σχεδόν εξαντληθεί από την ελίτ ή την ανώτερη μεσαία τάξη, η βάση της έχει πλέον εξαπλωθεί σε πιο δημοφιλή κοινωνικά στρώματα. Ομοίως, υπάρχει ένα ισχυρό στρατόπεδο τσαβιστών, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις είναι πολύ πιστό στον Maduro και σε άλλες είναι πιο επικριτικό απέναντι στον Maduro, αλλά εξακολουθεί να είναι εχθρικό απέναντι στον Guaidó και γενικότερα στην αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας.

Στις τελευταίες εκλογές, οι οποίες αμφισβητήθηκαν έντονα, ένα μέρος αυτής της βάσης μπορεί να μην έχει ψηφίσει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχει ενταχθεί σε μπλοκ κατά του Maduro. Νομίζω ότι πρέπει να προσέχουμε να μην εξισώνουμε συστηματικά την υψηλή αποχή από τις τελευταίες εκλογές με αντιτσαβισμό. Πολλοί πολίτες της Βενεζουέλας αναμφισβήτητα απογοητεύονται από τα τελευταία χρόνια της εμβάθυνσης της κρίσης και από την κυβέρνηση Maduro, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι διατεθειμένοι να στηρίξουν την αντιπολίτευση.

RB: Μετά την ανακοίνωση του Guaidó, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς αναγνώρισαν τη νίκη του. Τα κυριότερα ευρωπαϊκά κράτη ακολούθησαν λέγοντας ότι θα τον αναγνωρίσουν αν δεν προκηρυχθούν νέες εκλογές σε οκτώ ημέρες. Πώς εκτιμάτε αυτή την απάντηση από τη Δύση;

GL: Νομίζω ότι είναι σοβαρό λάθος η περαιτέρω πόλωση της κατάστασης αυτή τη στιγμή. Η ριζοσπαστικοποίηση των θέσεων εκατέρωθεν αυτού του πολιτικού χάσματος στη Βενεζουέλα συνιστά κίνδυνο αύξησης της βίας. Υπάρχουν ήδη σημαντικά επίπεδα πολιτικής βίας στη χώρα – το 2017 ένας αδίστακτος πιλότος χρησιμοποίησε ένα ελικόπτερο για να επιτεθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο, πέρυσι υπήρξε μια επίθεση με drones σε ομιλία του Maduro, οι δυνάμεις ασφαλείας κατέπνιξαν τις διαδηλώσεις της αντιπολίτευσης και σκότωσαν ανθρώπους, υπήρξαν περιοδικά ξεσπάσματα των «γκουαρίμπα», δηλαδή των βίαιων μπλόκων στους δρόμους που δημιουργήθηκαν από ορισμένους τομείς της αντιπολίτευσης, έχουμε και τους θανάτους των τελευταίων ημερών. Αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να καταλήξει γρήγορα σε εμφύλιες συγκρούσεις ή ακόμη και σε εμφύλιο πόλεμο εάν οι εντάσεις επιδεινωθούν περαιτέρω.

Στην πραγματικότητα, τον τελευταίο καιρό ο πρώην πρωθυπουργός της Ισπανίας José Luis Rodríguez Zapatero, ο οποίος συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών τα τελευταία χρόνια, προειδοποίησε για την πιθανότητα μιας “πολιτικής σύγκρουσης με δραματικές συνέπειες”. Μίλησε για τα δύο μέρη, αλλά και για δύο κατηγορίες ανθρώπων – τους τσαβιστές και την αντιπολίτευση – οι οποίοι είναι αφοσιωμένοι ο καθένας στη δική του οπτική.

Μέσα από όλα αυτά, οι ένοπλες δυνάμεις παρέμειναν πιστές στο Maduro. Υπήρξαν κάποιες αποστασίες, αλλά ήταν οριακές. Σε γενικές γραμμές, ο στρατός παραμένει στην πλευρά της κυβέρνησης Maduro. Έτσι, το να ζητήσει η Δύση πραξικόπημα ή εξέγερση, όπως ακούγεται από τη ρητορική, είναι επικίνδυνο. Προς το παρόν, ενθαρρύνουν την αλλαγή καθεστώτος με μη εγκεκριμένα μέσα. Το μήνυμα είναι ότι θα χρειαστεί και θα δικαιολογηθεί κάποια δύναμη για την απομάκρυνση της κυβέρνησης. Εάν συμβεί αυτό, οι τσαβιστές θα απαντήσουν σθεναρά. Αυτό θέτει τα θεμέλια μιας πολιτικής σύγκρουσης ή ενός εμφυλίου πολέμου.

RB: Είναι σαφές ότι τα τελευταία χρόνια έχουν σημειωθεί σημαντικές αλλαγές στη λατινοαμερικανική πολιτική, καθώς η εξουσία κυλάει από τη σειρά των αριστερών κυβερνήσεων που είχαν εκλεγεί από τα τέλη του αιώνα προς ένα δεξιό κίνημα όλο και πιο σκληροπυρηνικό. Το πιο δραματικό πρόσφατο παράδειγμα είναι η περσινή εκλογή του δεξιού δημαγωγού Jair Bolsonaro ως προέδρου της Βραζιλίας. Ποιο πιστεύετε ότι είναι το περιφερειακό πλαίσιο της τελευταίας κρίσης της Βενεζουέλας;

GL: Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ο Chávez ήταν από την αρχή ένας άβολος χαρακτήρας για τη λατινοαμερικανική δεξιά και την περιφερειακή ελίτ. Το πραξικόπημα κατά της κυβέρνησής του το 2002 δεν υποστηρίχθηκε μόνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ισπανία του Aznar, είχε επίσης την έγκριση ορισμένων περιφερειακών δυνάμεων, κυρίως στην Κολομβία. Αυτό οφείλεται στη ριζοσπαστική ατζέντα του, όχι μόνο για τη Βενεζουέλα αλλά για την ήπειρο, η οποία αμφισβήτησε τον ιστορικό ρόλο των περιφερειακών ελίτ και ζήτησε την ανακατανομή του πλούτου και της εξουσίας.

Κατά τη διάρκεια της εποχής που ήταν γνωστή ως Ροζ Παλίρροια στη Δύση, εκλέγονταν ορισμένες αριστερές περιφερειακές κυβερνήσεις οι οποίες συμπαθούσαν περισσότερο ή τουλάχιστον ήταν λιγότερο εχθρικές απέναντι στη Βενεζουέλα. Ωστόσο, από την άνοδο της δεξιάς τα τελευταία χρόνια, είδαμε τη Βενεζουέλα να βρίσκεται στο επίκεντρο του αριστερού-δεξιού χάσματος στην ήπειρο. Αυτό έχει επηρεάσει τη συζήτηση σε κάθε χώρα της Λατινικής Αμερικής. Κατά την εκλογή του Andrés Manuel López Obrador (AMLO) στο Μεξικό, κάθε μέρα ακούγονταν ιστορίες για το πώς θα μετέτρεπε τη χώρα σε Βενεζουέλα. Και στις εκλογές της Βραζιλίας, ο διάλογος για τη Βενεζουέλα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο. Όλες οι πολιτικές στη Λατινική Αμερική, τόσο εντός των κρατών όσο και μεταξύ των κρατών, έχουν μολυνθεί από την κρίση της Βενεζουέλας, πράγμα που σημαίνει ότι η επίλυσή της δεν αφορά μόνο τη Βενεζουέλα, αλλά και την περιοχή και την ικανότητά της να αντιμετωπίζει κρίσεις τον 21ο αιώνα.

Δυστυχώς, όλα αυτά αποτελούν την επιστροφή σε ένα είδος πολιτικής ψυχρού πολέμου στη Λατινική Αμερική. Ο Bolsonaro είναι το καλύτερο παράδειγμα αυτού, λέγοντας ότι δεν θα επιτρέψει τον «κομμουνισμό» στην ήπειρο και δεσμεύεται να εκδιώξει τους «κόκκινους». Αυτή η δήλωση αναφέρεται όχι μόνο στο Εργατικό Κόμμα (PT) και σε άλλα αριστερά κόμματα στην πατρίδα του, αλλά και σε αριστερές κυβερνήσεις όπως η Βενεζουέλα και η Κούβα. Αυτή η δυναμική έχει ενισχυθεί από την παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών υπό τους Donald Trump και John Bolton, οι οποίοι πρόσφατα επανέφεραν φιγούρες όπως ο Elliott Abrams, μια από τις πιο διαβόητες προσωπικότητες του «βρόμικου πολέμου» των Contras τη δεκαετία του 1980 για την πολιτική της περιοχής.

Βασικός παράγοντας σε όλα αυτά είναι η Ομάδα της Λίμα των βασικών περιφερειακών δεξιών κυβερνήσεων, η οποία συγκλήθηκε το 2017 για να ανταποκριθεί στην κρίση της Βενεζουέλας. Πιέζουν μία εξαιρετικά βίαιη γραμμή: μη αναγνώριση της νομιμότητας του Maduro, μη εμπλοκή με την παράταξή του, αναγνώριση του Guaidó, κλπ. Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις συστατικές της δυνάμεις, δείχνει σημάδια υιοθέτησης της γραμμής του Trump και της Ομάδας της Λίμα. Νομίζω ότι είναι σημαντικό η Ευρωπαϊκή Ένωση να μην ακολουθήσει αυτή την πορεία. Αρχικά, φαινόταν να δείχνει συγκράτηση, αλλά οι πρόσφατες δηλώσεις σχετικά με την αναγνώριση του Guaidó σε εκλογές εντός οκτώ ημερών είναι σύμφωνες με αυτή τη βίαιη προσέγγιση.

Νομίζω ότι η Ευρώπη πρέπει να υιοθετήσει μια πιο λεπτή προσέγγιση που θα της επέτρεπε να διαδραματίσει έναν πιο παραγωγικό ρόλο στη Βενεζουέλα, και μάλιστα στη Λατινική Αμερική, συμπεριλαμβανομένης και της μεσολάβησης κάποια στιγμή στο μέλλον.

RB: Υπάρχει βεβαίως ένα άλλο περιφερειακό πλαίσιο σε όλα αυτά, και αυτό είναι η προσφορά των κυβερνήσεων του Μεξικού και της Ουρουγουάης να διαδραματίσουν μεσολαβητικό ρόλο στη Βενεζουέλα και να ξαναρχίσουν τις συζητήσεις που ξέσπασαν γύρω από τις περσινές εκλογές. Ποια νομίζετε ότι είναι η βιωσιμότητα αυτής της πρότασης;

GL: Μόλις εξηγούσαμε πώς κατανέμεται η Βενεζουέλα ανάμεσα σε αυτά τα δύο στρατόπεδα, αλλά ο κόσμος διαιρείται επίσης από πολλές απόψεις. Είναι σαφές ότι στη Λατινική Αμερική ανεβαίνει η δεξιά. Αλλά ακόμα και τότε η Ομάδα της Λίμα δεν κατόρθωσε να περάσει την πρότασή της στη συνάντηση του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (OAS), η οποία ζήτησε επίσημη αναγνώριση της προεδρίας του Guaidó. Δεν υπήρξαν αρκετές ψήφοι για αυτό, ακόμη και με την περιφερειακή μετατόπιση. Έπειτα, έχετε και τις γεωπολιτικές πραγματικότητες, με τη Ρωσία και την Κίνα να υποστηρίζουν την κυβέρνηση Maduro, ακόμη και αν η Δύση υποστηρίζει τον Guaidó.

Πότε είναι σημαντικές οι διαπραγματεύσεις; Ακριβώς όταν υπάρχουν αυτά τα αδιέξοδα, με έναν βαθμό εξισορρόπησης εξουσίας, που δεν προσφέρει καμιά πρόοδο. Οι δύο πλευρές είναι υπερβολικά παγιωμένες στις θέσεις τους, ούτε φαίνεται όμως κάποια να είναι αρκετά ισχυρή για να νικήσει την άλλη. Αυτές είναι οι στιγμές που χρειάζονται διαπραγματεύσεις. Στο πλαίσιο αυτό, είναι ευπρόσδεκτη η πρόταση των κυβερνήσεων του Μεξικού και της Ουρουγουάης. Η Ουρουγουάη δεν ήταν υπέρ του Maduro, κρατούσε πολύ κριτική στάση τα τελευταία χρόνια. Το Μεξικό είναι μια πολύ πιο πρόσφατη κυβέρνηση. Ωστόσο, παρόλο που ο AMLO τερμάτισε την ένταξη του Μεξικού στην Ομάδα της Λίμα και απέφυγε να επιτεθεί στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας, δεν παρακολούθησε την ορκωμοσία του Maduro ούτε έστειλε ανώτερους εκπροσώπους. Νομίζω ότι αυτά τα δύο κράτη είναι κατάλληλα για να διαμεσολαβούν στην κρίση.

Υπάρχει μακρά ιστορία διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης της Βενεζουέλας και της αντιπολίτευσης. Η αποτυχία τους να επιτύχουν συμφωνία έχει χρησιμοποιηθεί από εκείνους που πιέζουν για κλιμάκωση των εντάσεων. Αλλά στην πραγματικότητα, οι διαπραγματεύσεις έχουν προσφέρει κάποιο καλό, αποτρέποντας την περαιτέρω βία σε κρίσιμες συγκυρίες. Αυτό από μόνο του είναι ένα επίτευγμα. Η πρώτη από αυτές ήταν η διαμεσολάβηση της UNASUR (Ένωση των χωρών της Νότιας Αμερικής), της οποίας ήταν επικεφαλής η Κολομβία, το Εκουαδόρ και η Βραζιλία το 2014-2015.

Στη συνέχεια, η δεύτερη ήταν η λεγόμενη πρωτοβουλία των «πρώην προέδρων». Συμπεριλάμβανε τον Zapatero, όπως είπαμε, καθώς και τον πρώην Πρόεδρο του Παναμά, τον Martín Torrijos, τον πρώην Πρόεδρο της Δομινικανής Δημοκρατίας Leonel Fernández και αργότερα τον πρώην Πρόεδρο της Κολομβίας, Ernesto Samper, ο οποίος ήταν Γενικός Γραμματέας της UNASUR την εποχή εκείνη. Για λίγο καιρό, οι δύο πλευρές κάθονταν στο ίδιο τραπέζι. Ορισμένα από τα άμεσα θέματα επιλύθηκαν, ακόμη και αν τα πιο μακροπρόθεσμα ζητήματα σαφώς δεν επιλύθηκαν.

Ο τελευταίος γύρος διαπραγματεύσεων πραγματοποιήθηκε στις εκλογές του περασμένου έτους, στον οποίο συμμετείχε ο πρώην πρωθυπουργός της Ισπανίας José Luis Rodríguez Zapatero. Δεν ήμουν μέρος των συνομιλιών, οπότε μπορώ μόνο να προχωρήσω με τα όσα είπε ο Zapatero. Η δήλωσή του κατέστησε σαφές ότι μέχρι την τελευταία ημέρα υπήρξε συμφωνία για μια διαδικασία που ονομάζεται “ομαλοποιημένη λειτουργία και ανάπτυξη της δημοκρατικής πολιτικής”. Ωστόσο, η αντιπολίτευση παραιτήθηκε στη συνέχεια από αυτή τη συμφωνία, κίνηση η οποία επικρίθηκε. Αυτό είναι ένα επιχείρημα που χρησιμοποιείται τώρα από την κυβέρνηση Maduro, αλλά το οποίο απουσιάζει εντελώς από το αφήγημα στα δυτικά μέσα ενημέρωσης.

Έτσι, έχουμε κάποιες αποδείξεις ότι ο διάλογος μπορεί να λειτουργήσει. Υπήρξε επίσης μεγάλη εξέλιξη σε αυτούς τους όρους τους τελευταίους μήνες. Η αντιπολίτευση της Βενεζουέλας έχει βαθιά χωριστεί από τότε που ο Τσάβεζ ήρθε στην εξουσία και ποτέ δεν βρήκε πραγματικά φερέφωνο . Υπήρξαν βασικοί ηγέτες, όπως οι Henrique Capriles, Leopoldo López και άλλοι, αλλά η αντιπολίτευση έχει σε μεγάλο βαθμό χωριστεί.

Αυτό φαίνεται να έχει αλλάξει, με πολύ ευρεία υποστήριξη για τη θέση του Juan Guaidó σε όλη την αντιπολίτευση. Το αν αυτό οφείλεται σε αυτόν προσωπικά, ή στην εντολή της Εθνοσυνέλευσης ή στους διεθνείς παράγοντες που έχουν προκύψει, είναι δύσκολο να γίνει γνωστό. Αλλά τώρα, για πρώτη φορά, η αντιπολίτευση της Βενεζουέλας δείχνει ότι μπορεί να είναι σε θέση να διαπραγματευτεί από κοινού. Πρόκειται για μια θετική εξέλιξη από την πλευρά των διαπραγματεύσεων. Στο παρελθόν, μεγάλα τμήματα της αντιπολίτευσης κατήγγειλαν τις συνομιλίες ως μερικές ή ανεπαρκείς. Τώρα, αυτό θα το βρίσκουν πιο δύσκολο.

RB : Εάν δεν ακολουθήσουν διαπραγματεύσεις, ποιο είναι το πιο πιθανό αποτέλεσμα;

GL: Είναι δύσκολο να δούμε πώς μπορεί να πετύχει η πλευρά του Guaidó από μόνη της, χωρίς τον στρατό και με την κοινωνία βαθιά διαιρεμένη. Ακόμη και με την υποστήριξη των Δυτικών δυνάμεων. Η κλιμάκωση των κυρώσεων θα κάνει την κατάσταση όλο και πιο αβάσταχτη. Οι οικονομικές κυρώσεις βλάπτουν πάντα τους φτωχότερους στην κοινωνία και έχουν συμβάλει σημαντικά στην οικονομική κρίση της Βενεζουέλας. Επίσης, κατά πάσα πιθανότητα θα εμποδίσουν την κυβέρνηση Maduro να σχεδιάσει τα είδη αλλαγών που θα αυξήσουν τη βάση υποστήριξής της στα προ του 2015 επίπεδα.

Η ενθάρρυνση, ιδίως από τη διοίκηση του Trump, της περαιτέρω όξυνσης της Βενεζουέλας είναι επομένως εξαιρετικά επικίνδυνη. Υποτιμά την ανθεκτικότητα του στρατοπέδου των τσαβιστών και στηρίζεται στην ιδέα της συντριπτικής λαϊκής υποστήριξης προς την αντιπολίτευση. Εάν οι πολιτικές τύπου Reagan από τη δεκαετία του ’80 είναι αυτές που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στη διάθεσή τους για τη Βενεζουέλα, τότε είναι πολύ άσχημα τα νέα για τη Βενεζουέλα και για τη Λατινική Αμερική ως σύνολο.

Η κρίση της Βενεζουέλας έχει ήδη προκαλέσει τεράστια μεταναστευτική κρίση – και η περαιτέρω κλιμάκωση της βίας θα κατέληγε σε κάτι χειρότερο. Έχουμε δει στη Συρία, το Ιράκ και τη Λιβύη ορισμένα από τα πιθανά αποτελέσματα σε αυτό το θέμα. Δεν νομίζω ότι ακόμη και οι δεξιές κυβερνήσεις της ηπείρου έχουν το στομάχι γι ‘αυτό. Αυτή η διαπίστωση μπορεί τελικά να οδηγήσει έναν αυξανόμενο αριθμό λατινοαμερικανικών κρατών, συμπεριλαμβανομένων των μελών της Ομάδας της Λίμα, να καταλάβουν ότι η κρίση της Βενεζουέλας πρέπει να επιλυθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

(Επισκέψεις: 649 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend