Προχτές, Κυριακή, ξαναζήσαμε στο θυσιαστήριο της Καισαριανής την τρομερή σφαγή των αθάνατων παλληκαριών της Ακροναυπλίας απ’ τα χιτλερικά κτήνη. Αιώνια η μνήμη στους γελαστούς ήρωες! Την ίδια στιγμή ένα πλήθος πατριώτες τιμούσαν στο σπιτάκι-κάστρο του Υμηττού τα τρία νεαρά παλληκάρια της Αθήνας που πέσαν πολεμώντας τον κατακτητή.
Έκλεισε ένα τρίτο του ματωμένου αιώνα μας από τότε, και όμως πόσο πονάει η Αθήνα κι ολόκληρη η Ελλάδα τα τέκνα της που πέσανε τραγουδώντας και σαρκάζοντας το θάνατο και τον άγριο κατακτητή! Τον ήθελε ζωντανό ο Γερμανός Διοικητής του στρατοπέδου το Ναπολέοντα Σουκατζίδη για διερμηνέα και ίσως γιατί τον είχε συνηθίσει δίπλα του να του θυμίζει αυτός ο τέλειος άνθρωπος, ο Ναπολέων, πως πρέπει κάποτε όσο χιτλερικό κτήνος κι αν ήταν, να ντρέπεται, ν’ ανθρωπίζει λιγάκι…
Τον τράβηξαν λοιπόν απ’ τις γραμμές των μελλοθανάτων τον αριθμό 71 στο μαύρο κατάλογο. — «Όχι εσύ Ναπολέων… Σου δίνω τη ζωή. — Δέχομαι, χερ κομαντάντ, τη ζωή, αλλά με τον όρο να μείνει η θέση μου κενή… Η ζωή των συντρόφων μου είναι πολύτιμη όπως και η δική μου…
Κι έμεινε στητός, γελαστός και περήφανος. Και δέχτηκε τα βόλια χορεύοντας.
Που την ξανάδαν αυτή την υπέροχη αρετή οι ως τότε κυρίαρχοι κτηνάνθρωποι της Ευρώπης;
Τάχασε. Χαμήλωσε τη θηριώδη κεφάλα. Έσκυψε έντρομος.
Αυτούς τους σταυραετούς της ελευθερίας τιμήσαμε. Πλήθος οι βαρυπενθούντες. Οι οικογένειές τους με ψηλά το κεφάλι που αξιώθηκαν να δόσουνε στην πατρίδα μια τέτοια γενιά που θανατώνει το θάνατο. Οι δήμαρχοι. Οι νέοι άνθρωποι για να φρονηματίζονται και να τιμούν τη ζωή. Οι Καισαριανιώτες που ζήσαν εκείνη τη ματωμένη εποποιία. Κι εμείς οι ελάχιστοι Ακροναυπλιώτες που ζούμε συνεχίζοντας την τρισένδοξη παράδοση του αγώνα και της θυσίας, οι σύντροφοί τους.
Σχεδόν στο σύνολό τους οι 200 εκείνοι άντρες ήταν απ’ το στρατόπεδο της Ακροναυπλίας. Ήταν απ’ τους τελευταίους 625 που μας άρπαξαν απ’ την Ακροναυπλία της μοναρχοφασιστικής δικτατορίας του Μεταξά και μας μαντρώσανε στα χιτλερικά στρατόπεδα.
Το θάνατο τον γνωρίσαμε απ’ τις πρώτες μέρες της Ακροναυπλίας. Μια μπαταριά, στα καλά καθούμενα απ’ τη φρουρά κι έπεσε σα λουλούδι που το θέρισε ο άνεμος δίπλα μου ο νεαρός δάσκαλος κι αγαπητός σύντροφός μας Παύλος Σταυρίδης.
Το κάστρο όμως συνέχιζε τη μάχη του τραγουδώντας:
«Ακροναυπλία, Ακροναυπλία πίστη, ελπίδα, πειθαρχία Κράτα! Η φλόγα γιγαντώνει και σιμώνει η Λευτεριά!»
Τι ήταν, λοιπόν, εκείνοι οι κρατούμενοι αγωνιστές που φυλακίστηκαν το 1936 και παραδόθηκαν διά πρωτοκόλλου στον κατακτητή για να εκτελούνται σε κάθε δύσκολή του στιγμή για αντίποινα; Οχτώ χρόνια καθημερινό ραντεβού με το θάνατο. Οχτώ χρόνια πάλη χωρίς ανάσα με ψηλά το κεφάλι.
Ήταν μια ομάδα βασανισμένων ανθρώπων με την πίστη βουνό στην ψυχή τους πως θα νικήσουν τα υψηλά τους ιδανικά, πως θα χαρεί Λευτεριά και Ειρήνη ο λαός που τους ανάστησε. Και πάλευαν… Πείνα, αρρώστιες, εκτελέσεις. Όμως ποτέ φυλακή δεν έδοσε πίσω ανθρώπους με τέτοιο ύψος αρετής και αντρείας.
Χόρευαν και τραγουδούσαν όταν τους θέριζε το πολυβόλο στο Κούρνοβο, στη Λάρισα, στο Χαϊδάρι, στου «Παύλου Μελά» και τέλος στην Καισαριανή που τους θρηνούσε η Αθήνα…
Τετρακόσιοι οι νεκροί! Οι 250 όμως που επέζησαν κι άρπαξαν τ’ αντάρτικα όπλα, ύψωσαν στους ουρανούς την Εθνική μας Αντίσταση. Δόξα και τιμή στα παλληκάρια που μας δείχνουν το δρόμο της πάλης κατά της τυραννίας, κατά της βίας, κατά του ιμπεριαλισμού!
Τα παλληκάρια της Ακροναυπλίας ζουν στην καρδιά του Λαού.
- Άρθρο του Ακροναυπλιώτη Νίκου Παπαπερικλή (ψευδώνυμο Νίκος Φιλικός) στον «Ριζοσπάστη» (29 Απριλίου 1975)
Από 902.gr