Αρπαξαν χιλιάδες αρχαία, επιστρέφουν ελάχιστα

ΕΠΑΝΑΠΑΤΡΙΣΜΟΣ ΔΥΟ ΑΡΧΑΙΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Τα αρχαία που επιστρέφουν από τη Γερμανία, εκείνα που λεηλάτησαν οι Ναζί στην Κατοχή και μια σπάνια συνέντευξη από το 1945 του αρχαιολόγου Χρήστου Καρούζου για τις θηριωδίες των Γερμανών επί ανθρώπων και αρχαίων.

To κλίμα σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο είχε οπωσδήποτε κάτι το… πανηγυρικό. Δύο αντικείμενα κυκλαδικής τέχνης,  εξαιρετικής αρχαιολογικής σημασίας, υψηλής καλλιτεχνικής αξίας και μεγάλης οικονομικής αποτίμησης (περίπου 4 εκ. ευρώ) επιστράφηκαν στην Ελλάδα από το γερμανικό κρατικό Μουσείο Μπάντεν της Καρσλρούης. Το κυκλαδικό τηγανόσχημο σκεύος και το γυναικείο κυκλαδικό ειδώλιο είχαν παράνομα εξαχθεί από τη χώρα και αγοραστεί το 1975 από το BadischesLandesmuseum στην Καρλσρούη της Γερμανίας.

Μαθαίνουμε, δε, ότι σε λίγες ημέρες αναμένεται να επιστρέψουν στην Ελλάδα περί τα 8.000 θραύσματα αγγείων της νεολιθικής εποχής που βρίσκονται στο μουσείο  της Γερμανίας Pfahlbaumeseum, και είχαν εξαχθεί από τους Γερμανούς ναζί κατόπιν παράνομης ανασκαφής στη Μαγούλα της Θεσσαλίας το 1941.

Κι όμως είναι λίγα… Είναι μόνο ελάχιστα απ’ όσα αρχαία στην κατοχή τα πρωτοπαλίκαρα της Βέρμαχτ και των Ες – Ες λεηλάτησαν, κατέστρεψαν, έκλεψαν, άρπαξαν.

Ισως λοιπόν ο  πανηγυρικός λόγος του υπουργού Πολιτισμού Πάνου Παναγιωτόπουλου, ίσως έπρεπε να είναι λίγους τόνους πιο κάτω και να υπερτερεί η διεκδίκηση όσων οφείλονται. Επίσης, το συγκαταβατικό ύφος  των εκπροσώπων της γερμανικής κυβέρνησης που κλήθηκαν να παραστούν στην τελετή υποδοχής των αντικειμένων θα έπρεπε έχει κάτι από ντροπή. Διότι, θυμίζουμε ότι δεν είναι μόνο τα αρχαία, είναι και οι γερμανικές αποζημιώσεις, αυτές για τις οποίες το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών το 2012 δήλωνε ότι «η Γερμανία δεν οφείλει τίποτα» και οι Ελληνες συγκυβερνήτες έχαναν, δεν έβρισκαν, δεν θυμούνταν πού είχαν βάλει τους φακέλους.

Αυτά τα χιλιάδες αρχαία που λεηλατήθηκαν ή βγήκαν από τη χώρα αναζητά από το 2013 μία μικρή ομάδα αρχαιολόγων του Υπουργείου Πολιτισμού, βουτώντας κυριολεκτικά μέσα σε θάλασσες από έγγραφα και αρχεία. Τόσο μικρή ομάδα που φτάνουν τα δάχτυλα του ενός χεριού να μετρηθούν. Αντιλαμβανόμαστε πότε και αν θα τελειώσουν ποτέ… Και αυτή είναι η πρώτη προσπάθεια καταμέτρησης των ναζιστικών θηριωδίων επί των αρχαίων,  μετά το 1946 που εκδόθηκε από το τότε Υπουργείο Παιδείας ο τόμος «Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής». Και είναι λογικό… Οσο η Γερμανία «ανέβαλε» συστηματικά να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς την Ελλάδα από τη περίοδο της κατοχής, άλλο τόσο οι δικοί μας κυβερνώντας απέφευγαν να διεκδικήσουν τα αυτονόητα. Όχι μόνο αποζημιώσεις, αλλά και αρχαία.

 

«Ελληνες αρχαιολόγοι, ακλόνητοι και αδιάλλαχτοι»

Μια σπάνια συνέντευξη

 

Για τις καταστροφές, τις λεηλασίες, τις κλοπές, τις αρπαγές και τις κάθε λογής αθλιότητες που έκαναν οι Γερμανοί ναζί επί των αρχαίων παραθέτουμε αποσπάσματα μιας συνέντευξης – ντοκουμέντο που είχε δώσει το 1945 στη περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» (16 Ιουνίου 1945), υπογεγραμμένη από τα αρχικά Μ. Α. Β. ο διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, σπουδαίος αρχαιολόγος και διανοούμενος, Χρήστος Καρούζος. Λίγο καιρό αργότερα ο Καρούζος και μια ομάδα αρχαιολόγων, πυρήνας την οποίας ήταν το ΕΑΜ αρχαιολόγων, μέλος του οποίου ήταν και ο ίδιος (καθώς και η γυναίκα του, η αρχαιολόγος Σέμνη Καρούζου), θα ξεκινήσουν την καταγραφή των κλεμμένων και λεηλατημένων αρχαιοτήτων. Η καταγραφή θα δημοσιευθεί το 1946 στην έκδοση του τότε υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας «Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής». Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία καταγραφή που έγινε. Η επόμενη θα ξεκινούσε 67 χρόνια μετά…

Οι άλλοι αρχαιολόγοι εκείνης της ομάδας ήταν ο Ιωάννης Μηλιάδης, ο Γρηγόρης Ανδρουτσόπουλος, ο Νικόλαος Ζαφειρόπουλος και ο Μαρίνος Καλλιγάς. Το 1944 ο Ιωάννης Μηλιάδης, ο οποίος στη Κατοχή ήταν Εφορος Ακρόπολης και ένας από τους πρωταγωνιστές της απόκρυψης των αρχαίων σε κρύπτες, και ο βυζαντινολόγος Δημήτριος Πάλλας, εγκατέλειψαν την Αρχαιολογική Υπηρεσία και ανέβηκαν στο βουνό ως εκλεγμένοι Εθνοσύμβουλοι της Κυβέρνησης της ΠΕΕΑ, που σχηματίστηκε στις 10 Μαρτίου του 1944 με πρόεδρο τον Αλέξανδρο Σβώλο.

Επειδή, λοιπόν, σε αυτή τη χώρα, μετά από το αίμα χιλιάδων αγωνιστών που χύθηκε στην αντίσταστη κατά το ναζί, φτάσαμε στο σημείο να τραγουδιέται ο ναζιστικός ύμνος καταμεσίς της πλατείας Συντάγματος, παραθέτουμε τη χρήσιμη, διδακτική και εν πολλοίς προφητική συνέντευξη του Χρήστου Καρούζου, που  αναδημοσιεύτηκε από το γενικό γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας, Βασίλειο Πετράκο στο περιοδικό «Μέντωρ» τον Οκτώβριο του 1994.

Την ημέρα που οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα ο Χρήστος Καρούζος υπέβαλε την παραίτηση του από μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου.  «Από πολλά χρόνια είχε πάψει να έχει καμία σχέση με την επιστήμη και έπρεπε να τους κοπεί η ελπίδα, ότι θα πετύχαιναν τίποτε στην προσπάθεια που τη μάντευα συστηματική και μεθοδική, να μας λερώσουν όλους με αθώες προτάσεις ειρηνικής και πολιτιστικής συνεργασίας», λέει.

–          Ποιες πιέσεις δοκιμάσατε από τις αρχές κατοχής;

«Προσωπικά καμία. Η αρχαιολογική υπηρεσία όπως τράβηξε πολλά. Εκινούσαν τόσο πιο πολύ την αγανάκτηση και το μίσος όσο βλέπαμε ότι την υπηρεσία μας προσπαθούσαν να την πιέσουν και να την εξευτελίσουν οι άνθρωποι ίσα – ίσα (δηλ. οι Γερμανοί αρχαιολόγοι) που όχι μόνο είχαν ζήσει πολλά στην Ελλάδα και είχαν βρει πάντοτε από τους συναδέλφους τους και απ’ όλους τους Ελληνες την πιο θερμή φιλία, όχι μόνο έλεγαν ότι η Ελλάδα είχε γίνει πατρίδα τους και άλλαζαν τα ονόματά τους με ελληνικά, αλλά και που πριν από τον πόλεμο περιποιόντουσαν και κολάκευαν ταπεινοί τους Ελληνες αρχαιολόγους σαν σκυλάκια: γνήσιο τύποι θρασύδειλων και λακέδων, οι άνθρωποι αυτοί ίσα – ίσα έγιναν τώρα σταυρωτήδες. Υπήρξαν βέβαια και λίγοι που έμειναν σταθερά άνθρωποι, που αντικρύζανε τον ελληνικό λαό ντροπιασμένοι εξαιτίας των συναδέλφων τους και των συμπατριωτών τους, που έκαμαν ό,τι μπόρεσαν για να σώσουν ανθρώπους – μα φοβούμαι πως στο μέτρημά τους θα παθαίναμε ό, τι και ο Σολωμός μετρώντας του δίκαιους: τα πέντε δάχτυλα του χεριού θα βγαίνανε πολλά. Τους θυμόμαστε γι’ αυτό ίσα – ίσα με συγκίνηση πάντοτε.

Μόλις μπήκαν οι Γερμανοί, οι αρχαιολόγοι τους, που αποτέλεσαν ιδιαίτερη “στρατιωτική υπηρεσία προστασίας της τέχνης”, απαιτήσανε πρώτα πρώτα να ανοίξουμε αμέσως τα Μουσεία, λέγοντας στην αρχή πως ο πόλεμος τελείωσαν πια, ύστερα πως τα αρχαία θα πάθουν κρυμμένα, ύστερα πως στον πόλεμο ίσα – ίσα οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να καταφεύγουν στην τέχνη κλπ. Η επίμονη αντίσταση της αρχαιολογικής υπηρεσίας μας εγλύτωσε τα σπουδαιότερα μουσεία μας από την καταστροφή και τη λεηλασία. Γιατί όπου βρήκαν ευκαιρία τα έκαμαν και τα δύο. Πέτυχαν ν’ ανοίξουν το Μουσείο του Κεραμεικού, που το είχαν κάμει αυτοί: σε λίγες μέρες Γερμανοί αξιωματικοί έκλεψαν μπροστά στα μάτια του Γερμανού αρχαιολόγου που τους οδηγούσε, έναν ωραίο αρχαϊκό πίνακα με παράσταση πρόθεσης του νεκρού. Σε διάφορα άλλα επαρχιακά μουσεία (Μέγαρα, Θήβα, Χαιρώνεια, Τανάγρα, Αλμυρό, Λάρισα, Βέροια, Θέρμο, Κόρινθο, Αργος, Δήλος, Σίφνο, Κνωσό, Χανιά, Σάμο κλπ) Γερμανοί και Ιταλοί, αφού μπήκαν ή εγκαταστάθηκαν στο Μουσεία, αλλού έσπασαν βιτρίνες και αποθήκες, αλλού έκαψαν την ξυλεία, αλλού πήραν ό,τι αρχαίο μπόρεσαν. Οι φύλακές μας στάθηκαν, όλοι σχεδόν, αξιοθαύμαστα πιστοί στο καθήκον τους, με κίνδυνο όχι μόνο της δικής τους ζωής, αλλά και όλου του σπιτιού τους. Μερικά ερείπια έπαθαν ανεπανόρθωτες καταστροφές για να κάμουν αυτοί τα απόρθητα οχυρώματά τους και να γράψουν πάνω τους “Vinceremo” ή DerSiegistunser” (βασιλικός τάφος Κνωσού, Ακρόπολη Ασίνης, βωμός ανακτόρου Τίρυνθος κλπ). Η αρχαιολογική μας υπηρεσία δεν άφησε καμία ευκαιρία που να μην απευθυνθεί στη στρατιωτική τους υπηρεσία προστασίας της τέχνης και να τους καταγγείλει με σπάνια παρρησία και με πολύ έντονα έγγραφα τα εγκλήματά τους. Οι αρχαιολογικοί σταυρωτήδες όμως που υπηρετούσαν εκεί (εννοώ προπάντων του Γερμανούς, ο Ιταλός φέρθηκε πολύ καλύτερα) μόνη έγνοια τους είχαν πως θα γλυτώσουν το μέτωπο: η γενναιότητά τους λοιπόν ξεθύμαινε με έγγραφα απερίγραπης τραχύτητας και θρασύτητας  που έστελναν – αυτά τα χτεσινά σκυλάκια – στο σεβάσμιο γέρο της Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων του υπουργείου, και όπου κατά κανόνα έρριχναν πάντα την ευθύνη στους Ελληνας και φοβέριζαν τους αρχαιολογικούς μας υπαλλήλους για τη δυσφήμιση του στρατού της κατοχής. Αρκετούς φύλακες έστειλαν στη φυλακή και τους σάπισαν στο ξύλο επειδή είχαν τολμήσει να κάνουν τέτοιες καταγγελίες. Ας αφήσομε τις λαθραίες ή τις φανερές αυθαίρετες ανασκαφές τους. Όταν η διεύθυνση Αρχαιοτήτων του εθύμιζε τους ελληνικούς νόμους, που η γερμανική υπηρεσία προστασίας της τέχνης είχε δηλώσει από την πρώτη ημέρα πως εξακολουθούν να ισχύουν, απαντούσαν με γνήσιο φασιστικό κυνισμό πως, σύμφωνα με τα διεθνή νόμιμα, ο Γερμανικός Στρατός είναι φορέας της εξουσίας στην Ελλάδα και δε μπορεί να δίνει λογαριασμό στην ελληνική αρχαιολογική υπηρεσία. Από τη Θεσσαλονίκη άρπαξαν, πέρσι την άνοιξη ακόμη, ένα γυναικείο άγαλμα, ωραία πορτραίτο από τους χρόνους τους υστερινής αρχαιότητας, και με όλες τις διαμαρτυρίες της υπηρεσίας μας ο πήγαν στη Βιέννη για μια έκθεσε, λέει – χωρίς οι αρχαιολόγοι της προστασία της τέχνης να πουν λέξη. Αν παρ’ όλα αυτά οι ζημίες και οι κλοπές δεν είναι περισσότερες, τούτο οφείλεται στο ότι οι Ελληνες αρχαιολόγοι στάθηκαν στη θέση τους, ακλόνητοι και αδιάλλαχτοι. Καθώς κάνω όμως τώρα τη σύντομη αυτή εξιστόρηση και ξαναθυμούμαι τα γεγονότα, αισθάνομαι πως πρέπει να μασήσω λίγο τα λόγια μου: το εθνικό μας Αρχαιολογικό Μουσείο κατορθώσαμε ωστόσο και το γλυτώσαμε από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, που ζήτησαν πολλές φορές να το μεταχειριστούν, όχι όμως και από τους Ελληνες ανθρωπιστές. Αυτοί το έκαμαν φυλακή και ιατρείο για τις δημόσιες γυναίκες».

–          Τι σας έκαμε βαθύτερη εντύπωση από τα εγκλήματα του ναζισμού στην πατρίδα μας;

«Ακουγα (και μερικές φορές εξακριβώθηκε πώς ήταν σωστό) ότι οι Γερμανοί, εκείνοι που έβγαζαν τόσο ψυχρά διαταγές για τους ανατριχιαστικούς ομαδικούς σκοτωμούς ή για το ξεπάτωμα ολόκληρων χωριών ήταν πολύ μορφωμένοι, μερικοί μάλιστα πως είχαν και κλασική παιδεία. Βρίσκω πως ένα από τα προβλήματα τα πιο οδυνηρά που έθεσε στους ανθρώπους η φασιστική περίοδος και η ανήμερη μορφή του πολέμου, που είναι καρπός της, είναι τούτο ακριβώς: εξακολουθούμε να πιστεύουμε (και δεν πρέπει να απελπιστούμε) πως η αληθινή παιδεία δε γυμνάζει μόνο τις πνευματικές ικανότητες, αλλά και μεταμορφώνει ολόκληρο τον άνθρωπο – πώς όμως θα πετύχουμε αυτό;»

–          Θεωρείται όλο το γερμανικό λαό υπεύθυνο για τα αίσχη της κατοχής ή μόνο τους αρχηγούς του;

« Κάθε λαός έχει και τις θετικές και τις αρνητικές του πλευρές. Δεν ξέρω να οι δεύτερες είναι στο γερμανικό λαό οι περισσότερες (….).  Νομίζω πως στην Γερμανία ο φασισμός μπόρεσε ευκολότερα παρά αλλού να οργανώσει τις αρνητικές ιδιότητες του λαού εκείνου σ’ ένα τρομερό μηχανισμό καταστροφής. Πολύ βαρειά όμως είναι η ευθύνη των πνευματικών ανθρώπων. Ανθρώπων που το μυαλό τους εδούλευε περίφημα στην ειδικότητά τους, που κορόϊδευαν τον ιταλικό φασισμό και συχαινόντουσαν το αστυνομικό κράτος, που περιφρονούσαν τον Χίτλερ προτού να πάρει την εξουσία και στα πρώτα χρόνια της εξουσίας – κι όμως ερχότανε μια μέρα που αλλάζανε από τη μια στιγμή στην άλλη, αποφασίζανε χωρίς καμία πίεση να πάψουν να μεταχειρίζονται το πνεύμα τους και την κρίση τους (προ πάντων αυτή) και άρχιζαν να κατηγορούν τον παλαιότερό τους εαυτό (χωρίς τούτο να τους φέρει κανέναν εσωτερικό κλονισμό), να δικαιολογούν όλα όσα είχαν γίνει και όσα έμελλαν να γίνουν από το φασισμό και να κηρύσσουν πώς αυτό είναι η μεγάλη μοίρα του γερμανικού λαού. Το φαινόμενο ήταν τόσο γενικό, η πνευματική αυτή επιδημία χτύπησε και τόσο εξαιρετικά πνεύματα, ώστε πρέπει να αποτελεί για καιρό πηγή μόνιμης ανησυχίας μας. Γιατί είναι αδύνατο τα αίτια να έλειψαν μονομιάς με το πέσιμο του φασισμού, αφού φαίνεται μάλλον πως εκείνα προετοίμασαν και τούτον»

(……)

–          Ποιος φαντάζεσθε πως θα είναι ο αντίκτυπος της Κατοχής στο πνευματικό μας μέλλον;

«Η Κατοχή, αλλά και ό,τι την προετοίμασε (Μεταξάς κλπ), εδημιούργησαν και στον πνευματικό τομέα μια κατάσταση που φαντάζομαι πως για χρόνια πολλά θ’ απαιτεί πνευματική εργασία αγωνιστική – θέλω να πω σκόπιμη, όχι αδιαφορη για το αποτέλεσμα. Την έκαμαν όμως και φοβερά δύσκολη τη δουλειά αυτή. Οι πνευματικοί άνθρωποι θα είναι υποχρεωμένοι να αγωνίζονται και μέσα στον εαυτό τους κάθε στιγμή για να μη χάσουν τη ξαστεριά της ματιάς τους και για να μην ξεχάσουν πως στα καθαρά και απρόσβλητα αποτελέσματα φέρνουν μόντα τα μέσα τα αμόλυντα. Πράγμα που δεν φαίνεται να τους έδωσαν ως τώρα αρκετή σημασία.»

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email