Η ανείπωτη τραγωδία των «ανταρτόπληκτων» του Εμφυλίου Πολέμου

Ο ξεριζωμός 700.000 Ελλήνων για τη δημιουργία «ζωνών ασφαλείας» και την απομόνωση του Δημοκρατικού Στρατού

Μια από τις πιο τραγικές πλευρές του Εμφυλίου Πολέμου αποτελεί ο ξεριζωμός εκατοντάδων χιλιάδων ελλήνων χωρικών από τις εστίες τους. Περίπου 700.000 έλληνες ( το 10% του πληθυσμού τότε) ανεξαρτήτως ηλικίας εκτοπίσθηκαν για να φτιάξει Εθνικός Στρατός «νεκρές ζώνες» ώστε να απομονωθούν οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, να μην μπορούν να ανεφοδιάζονται , ούτε να κάνουν στρατολογίες. Πρόκειται για το δεύτερο μεγαλύτερο ξεκλήρισμα ελληνικών πληθυσμών μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.  Η κυβερνητική προπαγάνδα τους χαρακτήριζε «συμμοριόπληκτους» παρουσιάζοντας τα θύματα της δικής της πολιτικής σαν θύματα των αντιπάλων της, Σε μια πιο «ήπια» μορφή της προπαγάνδας της κυβέρνησης των Αθηνών οι εκτοπισθέντες χαρακτηρίζονταν «ανταρτόπληκτοι». Όμως ο όρος που ανταποκρίνεται στην αλήθεια είναι  «Στρατόπληκτοι». Ο Στρατός τους εκτόπισε βίαια με τη δύναμη των όπλων  . Ο Στρατός τους μετέφερε στις πόλεις σε μακρυές σειρές καραβανιών τραγικών ανθρώπων. Και ο Στρατός τους μετέφερε πάλι στα χωριά τους μετά το τέλος των συγκρούσεων. Και το σχέδιο βασίστηκε σε βρετανική «πατέντα» με βάση ανάλογες μετακινήσεις ιθαγενών πληθυσμών στις βρετανικές αποικίες.

antartopliktoi kessel

Φωτογραφία του Dmitri Kessel (γνωστού Αμερικανού φωτογράφου που τράβηξε και τις συγκλονιστικές φωτογραφίες των γεγονότων του Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα). Απεικονίζεται τμήμα του κάστρου των Ιωαννίνων (περιοχή Κουρμανιό),  όπου σε αυτοσχέδιες τρύπες εγκαταστάθηκαν «ανταρτόπληκτοι»…

 

Ένας συνδυασμός των στοιχείων  του υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, των αμερικανικών υπηρεσιών στην Ελλάδα και του ραδιοφωνικού σταθμού των ανταρτών δίνει του παρακάτω αριθμούς για τον αριθμό των προσφύγων στις διάφορες περιόδους του Εμφυλίου Πολέμου:

 

Ιανουάριος 1947   19.000

Μάιος 1947           65.000

Σεπτέμβριος 1947 238.000

Νοέμβριος 1947   500.000

Μάρτιος 1948      600.000

Μάιος 1949           684.000

 

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι , νέοι ηλικιωμένοι , παιδιά, άνδρες και γυναίκες υποχρεώθηκαν να ζήσουν επί χρόνια μέσα σε άθλιες συνθήκες σε τενεκεδομαχαλάδες ή και τσαντήρια σε άθλιους πρόχειρους οικισμούς στο περιθώριο των πόλεων.

 

Σύμφωνα με την κυβερνητική προπαγάνδα « 680.000 γυμνητεύοντες και πεινώντες ανταρτόπληκτοι εβεβαίωσαν δια της φυγής των ότι παρ’ όλας τας υποσχέσεις του συμμοριτισμού δια καλυτέραν αύριον και δημοκρατικήν ελευθερίαν , δεν δύνανται να ζήσουν υπό το κομμουνιστικόν καθεστώς…».

 

Αντίθετα το ΚΚΕ και η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση κατήγγειλαν ότι « οι μοναρχοφασίστες γνωρίζοντας πολύ καλά τη συμπάθεια και την υποστήριξη  του πληθυσμού στον αγώνα του ΔΣΕ, διέταξαν την εκκένωση των χωριών ώστε να δημιουργήσουν ένα κενό γύρω από τις μάχιμες μονάδες μας…».

 

Tα αρχεία του ΟΗΕ και των αμερικανικών και βρετανικών υπηρεσιών είναι    αποκαλυτπικά και τα λένε πιο ωμά γι΄αυτή την τραγωδία με θύματα χιλιάδες ελληνικές οικογένειες.

 

Σε ένα σημείωμα του «Τμήματος σχεδιάσεων και επιχειρήσεων» του Αμερικανικού Στρατού για το διάστημα 15 Νοεμβρίου έως 14 Δεκεμβρίου 1948 αναφέρονταν τα εξής για τον «κίνδυνο» που συνιστούσαν οι κάτοικοι των χωριών της ορεινής Ελλάδας: « 50.000 κομμουνιστές ενταγμένοι σ’ ένα καλά οργανωμένο σύστημα πληροφοριών (υπήρχαν) σε κάθε χωριό στην Ελλάδα. Αυτοί είναι οι λεγόμενοι συμμορίτες της Αυτοάμυνας και συνιστούν τόσο μεγάλο κίνδυνο , όσο και οι ένοπλοι αντάρτες.. Είναι οι διοικητικές , πληροφοριοδοτικές και εφοδιαστικές υπηρεσίες των ανταρτικών δυνάμεων».

 

Λίγο αργότερα μια αναφορά του αμερικανού γεωργικού Jay G. Diamond λέει τα πράματα με τα’ όνομά τους: « Η πολιτική εκκένωσης που ακολουθεί ο ελληνικός στρατός έτσι όπως έχει συλληφθεί αρχικά , είχε στόχο να αποστερήσει τους αντάρτες από πηγές διατροφής και πληροφόρησης…».

 

Η εφαρμογή των μέτρων έγινε σταδιακά:

 

Πρώτο μέτρο ήταν  ο αποκλεισμός από κάθε βοήθεια των χωριών που δεν βρίσκονταν σε «ασφαλείς περιοχές» σε συνδυασμό με τις συλλήψεις , την τρομοκρατία , τους φόνους κ.λπ..

 

Στις 6 Νοεμβρίου 1946 ο αμερικανός υποπρόξενος στη Θεσσαλονίκη George M. Widney , μετά από περιοδεία  στην Έδεσσα , την Καστοριά , Το Άργος  Ορεστικό και τη Φλώρινα αναφέρει ότι : «Η ελληνική κυβέρνηση έχει υιοθετήσει στη δυτική και κεντρική Μακεδονία μια σκληρή πολιτική , ισοδύναμη με καταδίωξη , απέναντι σε πρόσωπα και άτομα που εφοδιάζουν τις ένοπλες αριστερές συμμορίες ή που είναι επιδεκτικοί στην επιρροή τους». Προσθέτει ακόμη πως γίνονται διακρίσεις εις βάρος χωριών που συμπαθούν τους αριστερούς στο ζήτημα της διανομής τροφίμων και εφοδίων της UNRA( «Διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών για την Ανακούφιση και την Αποκατάσταση».

 

Ένας άλλος αξιωματούχος της UNRA  , βρετανός αυτή τη φορά, σε έκθεσή του σημειώνει ότι ολόκληρα χωριά στην Ευρυτανία αφήνονται χωρίς τρόφιμα,  για το φόβο εμφάνισης  των ανταρτών που (ενδεχομένως) θα τα έπαιρναν. Μάλιστα μιλάει και για θανάτους από ασιτία.

 

Δεύτερο μέτρο ήταν η απαγόρευση κυκλοφορίας από το ένα χωριό στο άλλο  (κυρίως στις ορεινές περιοχές) και η φρούρηση από μονάδες στρατού , της Εθνοφυλακής και τις Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου (τους γνωστούς ΜΑΥδες).

 

Και αν τα παραπάνω μέτρα δεν απέδιδαν υπήρχαν και τα πιο δραστικά: η εκτόπιση από τα χωριά. Ορισμένες φορές ο στρατός «συμβουλεύει» τους χωρικούς να εγκαταλείψουν τα χωριά τους για λόγους «ασφαλείας».όπως βεβαιώνεται και από απόρρητα έγγραφα του Στείτ Ντιπάρτμεντ . Και όταν οι «συμβουλές» δεν  φτάνουν η εκκένωση γίνεται αναγκαστικά. Η διαδικασία που ακολουθείται είναι συνήθως η εξής: Τμήματα του στρατού εισέρχονται στο χωρίο μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από πυροβολισμούς. Περίπολοι μαζί με τον παπά και τον πρόεδρο της κοινότητας περιέρχονται τα σπίτια και διατάσσουν όλους τους χωρικούς , άνδρες γυναίκες , παιδιά , ηλικιωμένους να συγκεντρωθούν στην πλατεία. Εκεί ένας αξιωματικός ανακοινώνει στους χωρικούς πω μέσα σε λίγες ώρες θα πρέπει να εγκαταλείψουν το χωριό. Όποιος δεν συμμορφωθεί θα συλλαμβάνεται. Οι χωρικοί αφού πάρουν μαζί τους ότι μπορούν (τρόφιμα, ρούχα, άλλα πολύτιμα πράγματα) θα μεταφερθούν σε πόλεις που κρατάει ο στρατός. Συνήθως οι αξιωματικοί διαβεβαίωναν ότι ο εκπατρισμός δεν θα κράταγε πολύ. Τελικά για τις περισσότερες περιπτώσεις  αυτό το διάστημα κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια. Για κάποιους και πολύ περισσότερο.

Ανταρτόπληκτοι_1948-1949

1948: Μια γνώριμη εικόνα από την ελληνική ύπαιθρο. Ενα καραβάνι «ανταρτόπληκτων» εγκαταλείπει το χωριό.

 

Χαρακτηριστικά στις 27 Οκτωβρίου 1947 το γραφείο του στρατιωτικού ακολούθου της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Ελλάδα σε απόρρητο έγγραφο προς το γενικό διοικητή  της «Ομάδας Αμερικανικού Στρατού στην Ελλάδα» (USAGG) αναφέρει ότι το 35ο Σύνταγμα του Ελληνικού Στρατού που εδρεύει στις Σέρρες «έχει απομακρύνει 1500 άνδρες, ηλικίας 16 έως 40, από χωριά της περιοχής του σε τρία στρατόπεδα», και προσθέτει: « Οι οικογένειες θα ακολουθήσουν αργότερα». Σε άλλο έγγραφο που βρίσκεται στα αρχεία του Στέητ Ντηπάρτμεντ ο ταγματάρχης Βέρος της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Γ΄ Σώματος Στρατού σημειώνει ότι «ορισμένοι διοικητές του Γ΄Σώματος είχαν ζητήσει να εκκενωθούν κάπου 150 χωριά κοντά στην περιοχή που ελεγχόταν από τους αντάρτες , ώστε οι τελευταίοι να μην μπορούν  να εξασφαλίσουν εφόδια από αυτά».

 

Όσο περνάει ο καιρός ο αριθμός των εκτοπισμένων αυξάνει ανησυχητικά. Ο αρχηγός της «Αμερικανικής Αποστολής Βοήθειας στην Ελλάδα» ( η γνωστή ΑΜΑG) Dwight Griswold, στέλνει στις 27.10.1947 τηλεγράφημα στον έλληνα υπουργό Εξωτερικών Κ. Τσαλδάρη , στο οποίο του εφιστά την προσοχή γιατί: « Ο ελληνικός στρατός έχει απομακρύνει 300.000 άτομα από σπίτια που βρίσκονται σε περιοχές που κρατούν οι αντάρτες ή στο θέατρο των επιχειρήσεων κυρίως στη βόρεια και κεντρική Ελλάδα για να εμποδίσει εξαναγκαστική στρατολόγηση (σ.σ. από τους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας). Οι πρόσφυγες συνιστούν κρίσιμο εθνικό πρόβλημα , για το οποίο καταστρώνουμε σχέδια , από κοινού με την ελληνική κυβέρνηση  και τον ελληνικό στρατό».

 

Λίγο αργότερα ο ίδιος αμερικανός αξιωματούχος επισημαίνει στην κυβέρνηση των Αθηνών πως ο στρατός, αφού μεταφέρει τους εκτοπισμένους σε «ασφαλείς περιοχές» , τους αφήνει στο έλεος του Θεού χωρίς καμία φροντίδα.

 

Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι μόνο προς το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου , στις 9 Μαίου 1949 , καταρτίστηκε ο Αναγκαστικός Νόμος 894 με τον οποίο προβλεπόταν η δημιουργία μηχανισμών για την ανακούφιση των χιλιάδων ξεριζωμένων. Όμως και σ΄αυτή την περίπτωση το επίσημο κράτος φέρθηκε μικρόψυχα. Έχοντα χωρίσει τους ξεριζωμένους σε κατηγορίες (στην Α΄ περιλαμβάνονταν όσοι είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους για ν΄ αποφύγουν το ΔΣΕ , ΕΝΏ στις Β΄και Γ΄΄ όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες εκτοπισμένων) η βοήθεια προβλεπόταν κυρίως για την πρώτη κατηγορία. Εκεί μάλιστα ενέταξαν και τις οικογένειες των επιστρατευμένων  και των ανδρών των ΜΑΥ.

 

Η ζωή των εκτοπισμένων στις πόλεις είναι δραματική:

img184

«Ανταρτόπληκτοι» από την περιοχή Δομοκού

 

-Αγρότες στη συντριπτική πλειοψηφία τους , υποχρεώνονται να ζουν κάτω από φοβερές συνθήκες σε παλιές φυλακές , στρατώνες ακόμη και σε σφαγεία.

 

-Οι περισσότεροι για να ζήσουν υποχρεώνονται να κάνουν τις πιο βαρειές δουλειές ή άλλα μη παραγωγικά επαγγέλματα , όπως αυτό του πλανόδιου πωλητή. Το Δεκέμβριο του 1949 σε έγγραφο του υπουργείου Σνυτονισμού αναφέρεται πως το Σουφλί είναι γεμάτο από άνεργους «συμμοριόπληκτους πρόσφυγες» που ζουν παρασιτικά.

 

Ακόμη και όταν διατάσσεται η επιστροφή στα χωριά τους , την οποία αναλαμβάνει συνήθως ο Στρατός, οι περισσότεροι προσπαθούν να την αποφύγουν  καθώς:

 

-Με τη ζωή στους άθλιους καταυλισμούς  των μεγάλων πόλεων έχουν χάσει την κοινωνική συνοχή τους.

 

-Τα χωράφια ( ο κλήρος τους ) που είχαν πριν από τον εμφύλιο ήταν πολύ μικρά και η παραγωγικότητα με τον πόλεμο έπεσε κατακόρυφα. Όσο για τα ζώα τους , ο αριθμός τους είχε μειωθεί δραματικά.

 

-Σπίτια, σχολεία, εκκλησίες στα χωριά είναι κατεστραμμένα από τις μάχες. Σε έγγραφο της Στρατιωτικής Διοίκησης  Θεσσαλονίκης τον Οκτώβριο του 1949 αναφέρεται: « Δεν είναι νοητό ουδέ επιτετραμμένον επί εαμοκρατίας να υπήρχαν δημοδιδάσκαλοι εις όλα τας χωρία και ήδη ότε πλήρης ασφάλεια παρέχεται εις άπαντα τα επαναπατρισθέντα χωρία να μην υπάρχουν τοιούτοι».

 

Η επιχείρηση μεταφοράς των «συμμοριοπλήκτων» και η εγκατάστασή τους στις πόλεις χρηματοδοτήθηκε με λεφτά του σχεδίου Μάρσαλ που ανακοινώθηκε το καλοκαίρι του 1947. Με λεφτά του ιδίου σχεδίου χρηματοδοτήθηκαν και η πολιτική των εκτοπίσεων στα νησιά και των στρατοπέδων συγκέντρωσης όπως αυτό της Μακρονήσου. Το σχέδιο Μάρσαλ προέβλεπε την κατάρτιση ενός «Λογαριασμού Δραχμών Ανασυγκροτήσεως» για «έργα ανασυγκρότησης» (στρατιωτικά έργα, λιμάνια, αεροδρόμια κ.λπ.). Τα έργα αυτά μικρά ή μεγάλα τα αναλάμβαναν συνήθως αετονύχηδες επιχειρηματίες της εποχής, εργολάβοι , βιομήχανοι κ.λπ. Οι επιχειρηματίες αυτοί όχι μόνο έπαιρναν χρήματα από το λογαριασμό αλλά εξασφάλιζαν και ένα εργατικό δυναμικό από τους εκτοπισθέντες  με μηδενικό κόστος αφού έπαιρναν  λεφτά  για να πληρώνουν τα μεροκάματα πείνας (κάτι ανάλογο δεν γίνεται και σήμερα με τις επιδοτήσεις για την  ολιγόμηνη  και μη σταθερή απασχόληση των ανέργων;). Με αυτά  τα χρήματα πολλοί επιχειρηματίες της εποχής  θησαύρισαν και δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι από αυτούς είχαν βγάλει χρήμα με ουρά συνεργαζόμενοι με τους γερμανούς κατακτητές που τους εξασφάλιζαν κι αυτοί φτηνό εργατικό δυναμικό.

 

Λίγα χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου όλοι αυτοί οι ξεριζωμένοι θα αποτελέσουν τη μαγιά του μεγάλου κύματος της εξωτερικής μετανάστευσης, την οποία είχαν προαναγγείλει οι αμερικανοί εμπειρογνώμονες στην Ελλάδα από τον Ιούλιο του 1949. Σε αναφορά του «Γραφείου Αντικατασκοπευτικής Έρευνας» του Στέητ Ντηπάρτμεντ  (OIR: Office ofIntelligence Research) τονίζεται ότι το πρόβλημα του «υπερπληθυσμού στις αγροτικές περιοχές θα μπορούσε να λυθεί με την εξωτερική μετανάστευση 80.000 – 100.000 κάθε χρόνο, η οποία θα «εκμηδενίζει» την αναμενόμενη φυσική αύξηση του πληθυσμού» που υπολογιζόταν σε 80.000  με 100.000 άτομα.

 

* Αναλυτικά στοιχεία , πίνακες και εκθέσεις από τα απόρρητα αρχεία των αμερικανικών υπηρεσιών δημοσιεύθηκαν στη μελέτη της Αγγελικής Λαίου  «Μετακινήσεις πληθυσμού στην ελληνική ύπαιθρο κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου» στο συλλογικό τόμο «Μελέτες για τον Εμφύλιο Πόλεμο 1945-1949» (εκδόσεις «Ολκός», Αθήνα 1992).

Διαφήμιση

tiniakos

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email