Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

«Ζεστά Ποτά»: Ο δίσκος των αδελφών Κατσιμίχα που 40 χρόνια μετά δεν έχει ξεπεραστεί

Ήταν 1η Απριλίου του 1985 οταν οι αδελφοί Κατσιμίχα κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο, τα «Ζεστά Ποτά», με ένα tracklist..

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google

Ήταν 1η Απριλίου του 1985 οταν οι αδελφοί Κατσιμίχα κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο, τα «Ζεστά Ποτά», με ένα tracklist 10 τραγουδιών, ανάμεσα στα οποία ξεχώρισε και ξεχωρίζει «Ο Φάνης».

Η ζωή είναι περίεργη. Όπως και η μουσική, το τραγούδι. Ποτέ, δεν ξέρει κανείς, που θα σε οδηγήσει η ενασχόληση μαζί της. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, δύο (δίδυμα) αδέρφια, ο Χάρης και ο Πάνος, προσπαθούσαν να κυκλοφορήσουν τον πρώτο τους δίσκο. Γυρνούσαν δεξιά, γυρνούσαν αριστερά και φως δεν έβλεπαν. Βρέθηκαν, τελικά,  ο Μανώλης Ρασούλης (παραγωγός), η δισκογραφική εταιρεία MINOS–EMI, και τελικά το όνειρό τους έγινε πραγματικότητα. Το όραμά τους που πήρε σάρκα και οστά, κυκλοφόρησε την 1η Απριλίου 1985 και έμεινε στην ιστορία της ελληνικής τραγουδοποιίας. Μουσική, στίχοι, ατμόσφαιρα, ήχος, σύνθεση και οτιδήποτε άλλο μπορούμε να φανταστούμε έκαναν τα «Ζεστά Ποτά» των αδερφών Κατσιμίχα, να αποτελούν όχι μόνο  από τα πλέον επιτυχημένα ντεμπούτο άλμπουμ στην ελληνική δισκογραφία αλλά κι από τα λίγα άλμπουμ που σαράντα χρόνια μετά την κυκλοφορία τους, δεν έχουν ξεπεραστεί.

«Ζεστά Ποτά»: 10 τραγούδια- 10 διαδρομές

Δέκα τραγούδια που το καθένα «Παίξε Βραχνή Μου Φυσαρμόνικα», «Προσωπικές Οπτασίες», «Φάνης», «Τις Κυριακές Από Παιδί Τις Σιχαινόμουνα», «Μια Βραδιά Στο Λούκι», «Ρίτα -Ριτάκι», «Για Ένα Κομμάτι Ψωμί», «Υπόγειο», «Κορίτσια Της Συγνώμης», «Γέλα Πουλί Μου», που άλλαξαν την ελληνική μουσική. Τα «Ζεστά Ποτά» έκαναν σημαντικό μέρος του ελληνικού «ροκ» κοινού να στρέψουν τα αυτιά τους, σε αυτό τον «νέο» ήχο, δεκάδες συναδέλφους τους να επηρεαστούν από τους Κατσιμιχαίους, στη μουσική και τους στίχους.

Κάθε τραγούδι από τα δέκα, έχει την δική του διαδρομή, την δική του αφετηρία και την δική του κατάληξη. Οι στίχοι τους αποτυπώνουν μέσα από το πρίσμα του Χάρη και του Πάνου – πριν κυκλοφορήσουν έχουν καμιά δεκαετία που γράφονται μεταξύ πολλών άλλων – την ομορφιά και την μελαγχολία της ζωής. Καθρέπτης της τότε κοινωνίας αλλά και της σημερινής. Οι δημιουργοί του δίσκου, ταυτίζονται συναισθηματικά με την ψυχική κατάσταση των «ηρώων» των τραγουδιών τους, κατανοούν την συμπεριφορά και τα κίνητρά τους, μπαίνουν στην θέση τους βλέπουν την ζωή τους, μέσα από την δική τους σκοπιά και αντιλαμβάνονται σε βάθος τις σκέψεις τους.

Ουσιαστικός πρωταγωνιστής των στίχων στα «Ζεστά Ποτά» είναι ο «αντιήρωας». Ο αντισυμβατικός ήρωας που γυρίζει την πλάτη του, στην καθώς πρέπει ευτυχία/επιτυχία του ορίζει η συμβατική ζωή, που δεν αναζητά την κοινωνική καταξίωση – όπως αυτή έχει οριοθετηθεί μαζικά – αλλά να ζήσει την ζωή του, χωρίς συμβάσεις.

Ο Φάνης

Από τα πρόσωπα–ήρωες στα «Ζεστά Ποτά» είναι ο «Φάνης». Μπαλάντα μαχαίρι στην καρδιά που δεν έχει χάσει την επικαιρότητά της σαράντα χρόνια μετά, με την γραφή του. Περιθωριοποιημένος, άτυχος αν θέλετε από την ζωή και με τη ζωή ο Φάνης, μετά την φυλακή, την κακοποίηση, τον εθισμό στα ναρκωτικά, την σεξουαλική κακοποίηση, ψάχνει να βρει τα πατήματά του. Να γίνει άνθρωπος, καθημερινός. Δεν αναζητά την μεγάλη ζωή, δεν αναζητά πολλά. Δουλειά, φίλους να πίνει να ούζα του, να γελά, να ερωτευτεί. Να ζήσει. Με τις καθημερινές χαρές και λύπες Το κίτρινο απολυτήριο της φυλακής, του κλείνει τις πόρτες. Απόρριψη παντού. Και το τέλος στην περιπέτεια της ζωής του Φάνη, φαντάζει σαν λύτρωση για τον ίδιο αλλά βάρος ασήκωτο για την κοινωνία, που οδήγησε και οδηγεί τον κάθε Φάνη, στις εξαρτήσεις, που του στερεί την ουσιαστική ελευθερία, που τον αντιμετωπίζει είτε με νουθεσίες είτε κατασταλτικά για τον αποβάλει από τους κόλπους της.

Ο «Φάνης» του Χάρη και του Πάνου Κατσιμίχα ξεφεύγει από τα στενά όρια ενός από τα  εμβληματικά τραγούδια της ελληνικής δισκογραφίας (όχι μόνο των τελευταίων σαράντα ετών). Στο πρίσμα των τραγουδοποιών μπαίνει η ηθική. Στο τραγούδι, τα ηθικά κίνητρα των ανθρώπινων ενεργειών – ο Φάνης αναζητά δουλειά και τον απορρίπτουν τα «αφεντικά» – είναι άμεσα συνδεδεμένα, με το πώς αντιμετωπίζει η κοινωνία, την εργασία και όλα όσα απορρέουν από αυτήν ή χωρίς αυτήν. Κάποιος ζητά δουλειά και κάποιος παίρνει την απόφαση για το μέλλον του πρώτου. Οι τραγουδοποιοί αντιμετωπίζουν την ηθική, ως μορφή κοινωνικής συνείδησης. Το κίτρινο απολυτήριο από την φυλακή, τον μεταμορφώνει  αυτομάτως σε απόβλητο, που δεν έχει θέσει στην κοινωνία των «καλών».

Η μοναξιά του Φάνη, δεν είναι επιλογή. Είναι «διαταγή» της κοινωνίας που ζει, ο ίδιος.

«Οι ειλικρινώς ροκίζοντες Κατσιμίχα»: Η αποδοχή του δίσκου

Οι αδελφοί Κατσιμίχα, αν και δεν είχαν δισκογραφία, ήταν όμως γνωστοί από τους Μουσικούς Αγώνες της Κέρκυρας, όταν είχαν τραγουδήσει το «Μια βραδιά στο Λούκι». Όταν κυκλοφόρησαν τα «Ζεστά Ποτά» και παρά το γεγονός ότι στο tracklist συμπεριλαμβανόταν αυτή η πρώτη του επιτυχία, προκάλεσαν αμηχανία, διχάζοντας κοινό και κριτικούς. Άλλοι ήταν επικριτικοί και άλλοι επαίνεσαν την κυκλοφορία αμέσως.

«Σπεύδουμε απερίφραστα να πούμε ότι είναι πολύ αξιόλογος» γράφουν σε δισκοκριτική ΤΑ ΝΕΑ στις 2/5/1985 και συνεχίζουν λέγοντας: «Οι Κατσιμίχα, μιλώντας για τις «αναπνευστικές δυσχέρειες» γενικά της καθημερινής ζωής των νέων και τραγουδώντας σε ήχους σύγχρονους, ροκίζοντες όπως τόσοι άλλοι νέοι τραγουδοποιοί και συγκροτήματα, ξεχωρίζουν γιατί αυτοί δεν παριστάνουν, είναι ειλικρινείς, άμεσοι, ζεστοί. Κυρίως όμως έχουν το χάρισμα να μεταφέρουν στα τραγούδια τους την ποίηση των πραγμάτων που οι ευαίσθητες κεραίες τους συλλαμβάνουν, κι αυτό «βγαίνει» στον δίσκο τους και δίνει βάρος στη δουλειά τους».

«Τραγούδια απόλυτα ισορροπημένα μεταξύ μουσικής και λόγου, έξυπνα και σύγχρονα» διαβάζουμε στο ΤΟ ΒΗΜΑ (12/5/1985), το οποίο προβλέπει με επιτυχία ότι «οι ειλικρινώς ροκίζοντες Κατσιμίχα οδεύουν στο να εξασφαλίσουν προσωπικό κοινό».

Μερικούς μήνες αργότερα, και αφού έχει ήδη γίνει επιτυχία το «Ρίτα-Ριτάκι», η παραπάνω πρόβλεψη έχει επιβεβαιωθεί. Τα «Ζεστά Ποτά» διεκδικούν και κερδίζουν τη θέση τους στις μουσικές ανασκοπήσεις του έτους. Η Άννα Βλαβιανού, με αφορμή τις εμφανίσεις των αδελφών Κατσιμίχα στο θέατρο Περοκέ μαζί με τον Γιώργο Νταλάρα, γράφει ότι «έλαμψαν στη μουσική μας καθημερινότητα με τον δίσκο που εξέδωσαν […] Οι δυο τους μίλησαν απλά για πράγματα που μας καίνε. Πρώτα νιώσανε την εμπειρία τους και ύστερα την έκαναν τραγούδι» (ΤΟ ΒΗΜΑ, 5/1/1986).

Το άλμπουμ ξεχώρισε για τη διαφορετική προσέγγιση που έφερε στην στιχουργική. «Τα «Ζεστά Ποτά» κατ’ άλλους ήταν «η νομιμοποίηση της αργκώ μας» και κατ’ άλλους «η καθημερινή μας γλώσσα»», διαβάζουμε στο ίδιο δημοσίευμα, εκεί όπου φιλοξενείται και η άποψη των ίδιων των τραγουδοποιών για το ύφος των στίχων τους: «Η δική μας γενιά θέλει να πει και κάτι παραπάνω από τον καημό του Αριστερού. Εκεί είναι και η σχέση μας με τη ροκ. Υπάρχει μια αισιοδοξία στη γενιά μας κι ας δείχνει απογοητευμένη», σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Πάνος Κατσιμίχας.

Πηγη: Βήμα 

Την 1η Αριλίου 1985 κυκλοφορεί από τη Minos-EMI ο πρώτος δίσκος των αδελφών Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα, με τίτλο «Ζεστά Ποτά», σε παραγωγή του Μανώλη Ρασούλη. Ο δίσκος αρχικά σημειώνει πολύ γρήγορα επιτυχία, αφού το ελληνικό κοινό υποδέχεται με ενθουσιασμό το «Ρίτα – Ριτάκι» και το «Μια βραδιά στο Λούκι», ενώ σταδιακά θα ανακαλύψει και θα ξεχωρίσει όλα τα τραγούδια του άλμπουμ, όπως τις «Προσωπικές Οπτασίες», το «Γέλα πουλί μου» ή τον «Φάνη». Η δεύτερη έκδοση του δίσκου, με την ένδειξη «περιέχει την επιτυχία «Ρίτα, Ριτάκι», επτά μήνες περίπου μετά την αρχική, είναι εκείνη που θα εκτοξεύσει τις πωλήσεις του δίσκου, οι οποίες τελικά σημείωσαν ρεκόρ για τα δεδομένα πρωτοεμφανιζόμενου καλλιτέχνη στην ελληνική δισκογραφία με περισσότερες από 100.000 πωλήσεις. Αξίζει να υπογραμμίσουμε τη διορατικότητα του Μανώλη Ρασούλη, ο οποίος πίστεψε στο ταλέντο των δίδυμων μουσικών, αλλά και την επιμονή και στήριξη του Μάνου Ξυδού για την έκδοση του δίσκου αυτού. «Παίξε βραχνή μου φυσαρμόνικα», «Προσωπικές οπτασίες», «Φάνης», «Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα», «Μια βραδιά στο λούκι», «Ρίτα-Ριτάκι», «Για ένα κομμάτι ψωμί», «Υπόγειο», «Κορίτσια της συγνώμης», «Γέλα πουλί μου, γέλα», τα δέκα τραγούδια του δίσκου, για τα εννιά από τα αυτά οι ίδιοι οι Κατσιμίχες έγραψαν τους στίχους, ενώ μελοποίησαν το ποίημα «Υπόγειο» της ποιήτριας της Αντίστασης, Ρίτας Μπούμη – Παπά. Η παραγωγή του δίσκου έλαβε χώρα στα Sierra Studios στη Μεσογείων και υπεύθυνος για αυτήν ήταν ο Μανώλης Ρασούλης. Ηχολήπτης ήταν  ο Άκης Γκολφίδης, στην ενορχήστρωση οι Γιάννης Σπάθας και Νίκος Αντύπας, ενώ συμμετείχαν και οι μουσικοί Φίλιππος Τσεμπερούλης (σαξόφωνο) και, Χρήστος Μπαρλάς (ακορντεόν).

Πηγη: ert.gr

 

 

Post
Filter