Εκτακτη Σύνοδος του Συμβουλίου του Αραβικού Συνδέσμου σε επίπεδο μόνιμων αντιπροσώπων πραγματοποιήθηκε σήμερα, Πέμπτη 2 Απρίλη, στο Κάιρο, υπό την προεδρία του Μπαχρέιν, το οποίο ασκεί επί του παρόντος την προεδρία της 165ης συνόδου του Συμβουλίου.
Η Σύνοδος συγκλήθηκε μετά από αίτημα του Κράτους της Παλαιστίνης, σε επίπεδο μόνιμων αντιπροσώπων. Το Συμβούλιο του Συνδέσμου των Αραβικών Κρατών, ζητά συντονισμένη αραβική, ισλαμική και διεθνή δράση για την προστασία της πόλης της Ιερουσαλήμ και των ισλαμικών και χριστιανικών ιερών χώρων της μέσω πολιτικών, διπλωματικών, οικονομικών και νομικών μέτρων. Ζητά επίσης την διεθνή καταδίκη της έγκρισης από το ισραηλινό κοινοβούλιο του πρόσφατα ψηφισμένου νόμου που επιτρέπει την εκτέλεση Παλαιστινίων κρατουμένων.
Το κάλεσμα της Συνόδου του Συμβουλίου του Αραβικού Συνδέσμου καταγράφεται σε ψηφίσματα που εκδόθηκαν κατά την ολοκλήρωση της έκτακτης συνεδρίασης που πραγματοποιήθηκε στα κεντρικά γραφεία του Αραβικού Συνδέσμου στο Κάιρο. Η συνάντηση αφορούσε τις ισραηλινές παραβιάσεις στην κατεχόμενη Ιερουσαλήμ, τους περιορισμούς στους ιερούς τόπους, την έγκριση του νόμου που επιτρέπει την εκτέλεση των Παλαιστινίων κρατουμένων και την συνεχιζόμενη ισραηλινή επίθεση εναντίον του παλαιστινιακού λαού.
Το Συμβούλιο προτρέπει τη διεθνή κοινότητα και το Συμβουλίο Ασφαλείας του ΟΗΕ, να υιοθετήσει μια σταθερή στάση που να υποχρεώνει το Ισραήλ να σταματήσει τις παραβιάσεις και τις πολιτικές του στην Ιερουσαλήμ και να συμμορφωθεί με το διεθνές δίκαιο και τα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ.
Ζήτησε επίσης να ενταχθούν ο Υπουργός Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ, Ιταμάρα Μπενζ Γκβιρ, και ο Υπουργός Οικονομικών του Ισραήλ, Μπεζαλέλ Γιοέλ Σμότριτς, μαζί με τα μέλη των κομμάτων τους, στους διεθνείς, περιφερειακούς και εθνικούς καταλόγους τρομοκρατίας.
Το συμβούλιο επεσήμανε και κατήγγειλε τον συνεχιζόμενο ισραηλινό αποκλεισμό της Παλιάς Πόλης της Ιερουσαλήμ, τους περιορισμούς στην πρόσβαση στο τέμενος Al-Aqsa και αυτό που περιέγραψε ως υποστηριζόμενες από την κυβέρνηση επιδρομές από ομάδες εποίκων, παράλληλα με ανασκαφικές δραστηριότητες κάτω από το τζαμί. Ανέφερε ότι τέτοιες ενέργειες δείχνουν επικίνδυνες προθέσεις να επιβληθούν η ισραηλινή κυριαρχία στον χώρο και να αλλάξουν το καθεστώς της.
Καταδίκασε επίσης τα ισραηλινά μέτρα που στοχεύουν τη χριστιανική παρουσία στην Ιερουσαλήμ και τον περιορισμό της ελευθερίας της λατρείας στις εκκλησίες, χαρακτηρίζοντάς τα ως παραβιάσεις του νομικού και ιστορικού καθεστώτος της πόλης και των διεθνών συμφωνιών.
Το συμβούλιο επιβεβαίωσε τη σημασία της Χασεμιτικής επιμέλειας των ισλαμικών και χριστιανικών ιερών τόπων στην Ιερουσαλήμ και τόνισε ότι το Τζαμί Αλ-Άκσα, στο σύνολό του, είναι χώρος λατρείας αποκλειστικά για μουσουλμάνους υπό τη διοίκηση του Ιορδανικού Βακούφ.
Επιπλέον, καταδίκασε τις ισραηλινές πολιτικές με στόχο την υπονόμευση του έργου της UNRWA, συμπεριλαμβανομένων των προσπαθειών να κλείσουν τα γραφεία της και τα σχολεία της στην Ιερουσαλήμ, ζητώντας αυξημένη πολιτική, νομική και οικονομική υποστήριξη στον οργανισμό.
Το συμβούλιο απέρριψε κάθε απόφαση που μεταβάλλει το νομικό καθεστώς της Ιερουσαλήμ, συμπεριλαμβανομένης της μετεγκατάστασης διπλωματικών αποστολών στην πόλη, και προειδοποίησε ότι τέτοιες κινήσεις θα παραβίαζαν το διεθνές δίκαιο και θα έβλαπταν τις σχέσεις με τα αραβικά κράτη.
Καταδίκασε επίσης έντονα τον ισραηλινό νόμο που επιτρέπει την εκτέλεση Παλαιστινίων κρατουμένων, χαρακτηρίζοντάς τον σοβαρή παραβίαση του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, όπως της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης.
Το συμβούλιο έκρινε το Ισραήλ, την κατοχική εξουσία, πλήρως υπεύθυνο για τις νομικές και ανθρωπιστικές συνέπειες του νόμου, δηλώνοντας ότι η εφαρμογή του αποκλειστικά στους Παλαιστίνιους αντικατοπτρίζει τις συστημικές διακρίσεις και υπονομεύει τα θεμελιώδη δικαιώματά τους.
Κάλεσε τη διεθνή κοινότητα, ιδιαίτερα το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, να αναλάβει επείγουσα δράση για να αναγκάσει το Ισραήλ να καταργήσει το νόμο, να απελευθερώσει όλους τους κρατούμενους και τους πολιτικούς κρατούμενους και να τηρήσει τα διεθνή νομικά πρότυπα που διέπουν τη μεταχείριση των κρατουμένων.
Το Συμβούλιο προέτρεψε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο να ξεκινήσει άμεση έρευνα για το νόμο και να επιδιώξει τη λογοδοσία για τους Ισραηλινούς αξιωματούχους.
Κάλεσε επίσης τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού να εντείνει τις προσπάθειές της για να αποκτήσει απεριόριστη πρόσβαση σε ισραηλινά κρατητήρια.
Η δήλωση κατέληξε με την έκκληση προς τα αραβικά και διεθνή κοινοβουλευτικά όργανα να εργαστούν προς την κατεύθυνση της αναστολής της ένταξης της ισραηλινής Κνεσέτ στις διεθνείς κοινοβουλευτικές ενώσεις και να επιβάλλουν τιμωρητικά μέτρα ως απάντηση στη νομοθεσία της.
Επικεφαλής της παλαιστινιακής αντιπροσωπείας στη σύνοδο ήταν ο εκπρόσωπος της στον Αραβικό Σύνδεσμο, Πρέσβης Μουχανάντ Αλ-Ακλούκ.