Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Ιστορική αποκατάσταση του Ν. Βαρότση ως μεταφραστή 176 επιστολών του Καποδίστρια

Πενήντα τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου «Ιωάννης Καποδίστριας: 176 ανέκδοτες επιστολές προς τον πατέρα του (1809-1820)» στην ελληνική και τη γερμανική γλώσσα, με μια σπάνια στο είδος της απόφαση της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος ο Κερκυραίος φιλόλογος και λαϊκός αγωνιστής - σύμβολο των ιδεών του κομμουνιστικού κινήματος στο νησί, Νίκος Βαρότσης (1881-1977), αναγνωρίζεται ως ο μεταφραστής των άγνωστων, έως τότε, επιστολών του Καποδίστρια – του Ορφέα Ρίτσου

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google

Πενήντα τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου «Ιωάννης Καποδίστριας: 176 ανέκδοτες επιστολές προς τον πατέρα του (1809-1820)» στην ελληνική και τη γερμανική γλώσσα, με μια σπάνια στο είδος της απόφαση της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος ο Κερκυραίος φιλόλογος και λαϊκός αγωνιστής – σύμβολο των ιδεών του κομμουνιστικού κινήματος στο νησί, Νίκος Βαρότσης (1881-1977), αναγνωρίζεται ως ο μεταφραστής των άγνωστων, έως τότε, επιστολών του Καποδίστρια.

Το σύνολο του περιεχομένου του βιβλίου, στο οποίο οι μεταφρασμένες επιστολές του πρώτου Κυβερνήτη της χώρας και οι συνοδευτικές εξηγήσεις καταλαμβάνουν άνω των 250 από τις 300 σελίδες του, αποδιδόταν έως τώρα στον πανεπιστημιακό καθηγητή στη Βιέννη, Πολυχρόνη Ενεπεκίδη (1917-2014).

Το βιβλίο είχε κυκλοφορήσει το 1972 από τον διωκόμενο τότε αθηναϊκό εκδοτικό οίκο Β. Παπαζήση, ενώ ο Ν. Βαρότσης είχε τεθεί από το στρατιωτικό καθεστώς της χούντας των συνταγματαρχών σε κατ’ οίκον περιορισμό, μετά την αρχική κλήση του το πρωί της 21ης Απρίλη 1967, ενώ ήταν 86 ετών, να μεταβεί στο Παλαιό Φρούριο της πόλης φέροντας προσωπικά είδη του για μετάβαση σε τόπο εξορίας. Το ίδιο έτος, με αναφορά πάλι μόνο του ονόματος του Π. Ενεπεκίδη που έγραψε τον Πρόλογο και την Εισαγωγή, το βιβλίο εκδόθηκε στη γερμανική γλώσσα, με τον τίτλο «Johannes Graf Capodistrias: 176 ungedruckte Briefe an seinen Vater 1809-1820», συναντώντας ακόμη πιο ευρεία απήχηση στο εξωτερικό, καθώς οι επιστολές του Ιωάννη Καποδίστρια αποτέλεσαν αντικείμενο νέων μελετών και δημοσιευμάτων από γνωστούς ξένους ιστορικούς και συγγραφείς. 

Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ), αφού μελέτησε τα στοιχεία πρόσφατου σχετικού δημοσιεύματος στο «CorfuPress.com» (27.9.2026), στον Ημεροδρόμο (29.9.2026) και άλλων ΜΜΕ στην Κέρκυρα και στην Αθήνα, με τίτλο «Ο Καποδίστριας και ο άγνωστος μεταφραστής 172 “καμένων” επιστολών του», το οποίο τέθηκε υπόψη της, προκειμένου τα στοιχεία του (αρχική πηγή: «CorfuCommunists.gr») να αξιολογηθούν, προχώρησε σε ιστορική για τα δεδομένα της αναθεώρηση των επίσημων βιβλιογραφικών στοιχείων που αφορούν το βιβλίο. Με απόφαση του Τμήματος Καταλόγων της ΕΒΕ, που έλαβε υπόψη του διεθνώς οριζόμενα αυστηρά ποιοτικά standards σχετικά με τα επίσημα βιβλιογραφικά στοιχεία των Βιβλιοθηκών παγκοσμίως, επαναπροσδιορίστηκαν τα σχετικά στοιχεία και αποδόθηκε στον Νικόλαο Βαρότση η μετάφραση των 176 επιστολών του Καποδίστρια. Προσδιορίστηκαν, με την απόφαση αυτή, ο Π. Ενεπεκίδης ως επιμελητής και ο Ν. Βαρότσης ως μεταφραστής. Υπόψη της ΕΒΕ τέθηκε το δημοσιογραφικό θέμα, που έφερε την υπογραφή Ορφέας Ρίτσος («CorfuCommunists.gr»), την επομένη της δημοσίευσής του στο «CorfuPress.com», με την πρόταση να αξιολογηθούν τα στοιχεία και η Βιβλιοθήκη να κάνει χρήση της ιστορικά γνωστής ευθυκρισίας της.

Ταυτόχρονα, η ΕΒΕ αποδίδει στον Κερκυραίο φιλόλογο – που εργάστηκε για τον σκοπό αυτό επί δεκατρία ολόκληρα χρόνια – και το έργο της καταγραφής και αντιγραφής των γραμμένων στην ιταλική γλώσσα πρωτότυπων επιστολών του Ι. Καποδίστρια από αρχείο μελών της οικογένειάς του στην Κέρκυρα, συμπεριλαμβάνοντας στα βιβλιογραφικά στοιχεία αναφορά, σύμφωνα με την οποία, πέρα από τη μετάφραση, η καταγραφή και αντιγραφή «οφείλεται και πάλι» στον Ν. Βαρότση. Επίσης, η ΕΒΕ συγκεντρώνει βιογραφικά στοιχεία του, ώστε να εμπλουτίσει την παρεχόμενη πληροφόρηση για το πρόσωπό του.

 

 

H συγκεκριμένη απόφαση της ΕΒΕ (βλ. πάνω τμήμα των νέων βιβλιογραφικών δεδομένων που παρουσιάζει) καθιστά υποχρεωτική την τροποποίηση των σχετικών βιβλιογραφικών στοιχείων του βιβλίου για όλες τις επίσημες Βιβλιοθήκες της χώρας, ενώ θα έχει ανάλογο αντίκτυπο σε εκείνες του εξωτερικού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Βιβλιοθήκη της ιστορικής Αναγνωστικής Εταιρίας Κέρκυρας δύο ημέρες μετά τη δημοσίευση του σχετικού θέματος στα ΜΜΕ προχώρησε, αυτοτελώς, στην τροποποίηση των βιβλιογραφικών στοιχείων του βιβλίου, ορίζοντας ως μεταφραστή των επιστολών τον Νίκο Βαρότση.

Από την πλευρά της, η Ιστορική Κεντρική Δημόσια Βιβλιοθήκη Κέρκυρας, ως όφειλε, ανέμενε τη γνωμοδότηση – απόφαση της ΕΒΕ.   

Πρόκειται, όπως προαναφέρθηκε, για σπάνια απόφαση αναθεώρησης των βιβλιογραφικών στοιχείων που αφορούν ένα βιβλίο της ΕΒΕ, καθώς αυτά συναρτώνται με την εφαρμογή αυστηρών διεθνών προτύπων πιστοποίησης που η Εθνική Βιβλιοθήκη έχει υιοθετήσει. Το βιβλίο, είτε στην ελληνική έκδοσή του είτε στην έκδοσή του στη γερμανική γλώσσα, βρίσκεται σε βιβλιοθήκες σε πολλές χώρες. Φυσικά, η ελληνική έκδοση βρίσκεται, προπάντων, σε δεκάδες ελληνικές βιβλιοθήκες – δημόσιες, πανεπιστημιακές, δημοτικές και άλλες.

Πολλές έρευνες διεθνώς και στην Ελλάδα για τη ζωή και το έργο του Ιωάννη Καποδίστρια, όπως προαναφέρθηκε, έχουν λάβει υπόψη τους και αναφέρονται σε αυτές τις 176 επιστολές, παραπέμποντας στο εν λόγω βιβλίο και στη μετάφραση των επιστολών, θεωρώντας τον Πολυχρόνη Ενεπεκίδη ως μεταφραστή τους και συγγραφέα όλου του βιβλίου, ενώ στον ίδιο ανήκουν ο Πρόλογος και η Εισαγωγή, που αντιστοιχούν στο 15% περίπου των σελίδων του βιβλίου. 

Ο Νίκος Βαρότσης, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Ριζοσπάστης» (31.12.1977) με τίτλο «Πέθανε και κηδεύτηκε ο παλαίμαχος κομμουνιστής Νίκος Βαρότσης» (βλ. πάνω), το οποίο αναφερόταν στον θάνατο και την κηδεία του στην Κέρκυρα την προηγούμενη μέρα, συμπορεύτηκε για έναν περίπου αιώνα με το ελληνικό λαϊκό προοδευτικό κίνημα. Συγκεκριμένα, η εφημερίδα του Κόμματός του ανέφερε με περηφάνια:

«Πέθανε και κηδεύτηκε στην Κέρκυρα σε ηλικία 96 χρόνων, ο παλαίμαχος αγωνιστής σ. Νίκος Βαρότσης. Στην κηδεία παραβρέθηκαν παλιοί σύντροφοι συναγωνιστές καθώς και πολλοί Κερκυραίοι δημοκράτες που έτρεφαν αγάπη και εχτίμηση στον συνεπή αγωνιστή.

Ο Νίκος Βαρότσης συμπορεύεται για ένα περίπου αιώνα με το ελληνικό λαϊκό προοδευτικό κίνημα.  

Σαν φοιτητής παίρνει δραστήρια μέρος στους αγώνες των εργαζομένων στη Γένοβα. Η ιταλική αστυνομία τον κυνηγάει και τον αναγκάζει να γυρίσει στην Κέρκυρα όπου και ίδρυσε τον πρώτο σοσιαλιστικό πυρήνα.

 

 

Από τότε κι ύστερα, ο Ν. Βαρότσης αγωνίζεται αδιάκοπα στις γραμμές του ΚΚΕ. Παίρνει μέρος στην Αντίσταση (βλ. τον ίδιο πάνω, δεξιά, με συναγωνιστή του, σε εξορία στο νησί των Παξών, στη διάρκεια της κατοχής της Κέρκυρας από τους Ιταλούς), γίνεται επίτιμος πρόεδρος της ΕΔΑ. Ο λαός της Κέρκυρας τον τιμά συνεχώς σαν υποψήφιο βουλευτή.    

Παρόλα τα 80 χρόνια του οι διώξεις είναι αδιάκοπες. Στα χρόνια της ΕΡΕ δικάστηκε σε 4μηνη φυλάκιση. Αργότερα η χούντα τον πιάνει ξανά και ο υπέργηρος αγωνιστής με την κατηγορία του επικίνδυνου στάλθηκε να δικαστεί στα Γιάννενα.

Για τη δράση του και για την αγάπη που είχε, για τον παλαίμαχο αγωνιστή σ. Νίκο Βαρότση μίλησε στην κηδεία του μέλος της Ν.Ε. Κέρκυρας του ΚΚΕ».

Τον Νοέμβρη του 1974, σε ηλικία 93 ετών, με τη βοήθεια συγγενών του – ο κομμουνιστής γιος του Γιώργος Βαρότσης διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος και πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Κερκυραίων – ο Ν. Βαρότσης ανέβηκε δεκάδες σκαλιά για να βρεθεί στα γραφεία του ΚΚΕ, επί της οδού Γεωργίου Θεοτόκη, στην πόλη της Κέρκυρας, προκειμένου να μετάσχει σε εκδήλωση για τη συμπλήρωση των 56 ετών από την ίδρυση του ΚΚΕ.

Ανέφερε η εφημερίδα «ο αγώνας» της Οργάνωσης Κέρκυρας του ΚΚΕ, στο δεύτερο φύλλο της που κυκλοφόρησε στις 25 Νοέμβρη 1974 (βλ. πάνω, πηγή: Ιστορική Κεντρική Δημόσια Βιβλιοθήκη Κέρκυρας):

Τα 56χρονα του Κ.Κ.Ε. γιορτάστηκαν και στην Κέρκυρα, στα γραφεία του Κόμματος μας, όπου συγκεντρώθηκαν μέλη και οπαδοί του Κ.Κ.Ε. Σε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού άνοιξε την εκδήλωση ο παλαίμαχος σύντροφος Ν. Βαρότσης, από τους ιδρυτές των πρώτων σοσιαλιστικών ομάδων στη χώρα μας. Ο Γραμματέας της Ν.Ε. μίλησε για τους αγώνες του Κ.Κ.Ε. Τέλος χαιρετίστηκε η εκδήλωση από την ΚΝΕ και τις γυναίκες και απαγγέλθηκαν (έγιναν) απαγγελίες.  

 

Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει το «CorfuCommunists.gr», ο Νίκος Βαρότσης σε ηλικία 37 ετών το 1918 ήταν ο επικεφαλής της Σοσιαλιστικής Ομάδας Κέρκυρας και μαζί με άλλα δύο στελέχη της υπέγραψε στις 29 Οκτώβρη 1918 έγγραφο (βλ. πάνω) για την εκπροσώπησή της στο ιδρυτικό συνέδριο του νέου κόμματος της εργατικής τάξης: του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (ΣΕΚΕ), το οποίο το 1924 μετονομάστηκε σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ).

Για τη δράση του μίλησε στην κηδεία του το μέλος της Νομαρχιακής Επιτροπής Κέρκυρας του ΚΚΕ, Στέφανος Ριζικάρης.

Στήλες αφιέρωσε στον «παλαίμαχο αγωνιστή της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού» και η εφημερίδα «Αυγή», επισημαίνοντας ότι ο Νίκος Βαρότσης, όταν ήταν φοιτητής στην Ιταλία, οργανώθηκε στο ιταλικό σοσιαλιστικό κόμμα, πράγμα για το οποίο καταδιώχθηκε από τις ιταλικές αρχές. Μετά την αποφοίτησή του δίδαξε σε ιδιωτικά σχολεία στην Κέρκυρα. Αγωνίστηκε τότε για το δίκαιο των αγροτών και πρωτοστάτησε σε μεγάλη παναγροτική απεργία. Στις εκλογές του 1920, όπως ανέφερε, πολιτεύτηκε ως υποψήφιος του ΣΕΚΕ. Επί δικτατορίας Μεταξά ήταν υπό παρακολούθηση και επί Κατοχής ήταν στέλεχος του ΕΑΜ. Το 1942 εξορίστηκε από τους Ιταλούς φασίστες στο νησί των Παξών. Το 1967 συνελήφθη από τη χούντα. Το στρατοδικείο Ιωαννίνων τον τιμώρησε σε 8 μήνες φυλάκιση, εξαγοράσιμη, λόγω ηλικίας, αντί 32.000 δρχ., για δημοσίευμα της τοπικής εφημερίδας της ΕΔΑ, της οποίας ήταν διευθυντής, μετά από μήνυση του διοικητή των ΤΕΑ Κέρκυρας.

«Η δημοκρατική Κέρκυρα ξεπροβόδισε χτες τ’ απόγευμα τον αιωνόβιο Καθηγητή Νίκο Βαρότση», σημείωσε η κερκυραϊκή εφημερίδα «Σημερινή». Κατάμεστος, συνέχιζε, ήταν ο μητροπολιτικός ναός, στον οποίο τελέστηκε η νεκρώσιμη ακολουθία, «από συμπολίτες που ήλθαν για ν’ απευθύνουν τον τελευταίο χαιρετισμό στον σθεναρό αγωνιστή των λαϊκών δικαίων». Στα εβδομήντα σχεδόν χρόνια της ανάμειξής του στα πολιτικά πράγματα της Κέρκυρας και της Ελλάδας, υπογράμμιζε η εφημερίδα, «ποτέ δεν κάμφθηκε,παρά τις συνεχείς διώξεις από Έλληνες υπηρέτες του Καπιταλισμού και από φασίστες κατακτητές». Ήταν βροντερά τα χειροκροτήματα για τον «μπάρμπα Νίκο», που «έζησε αρκετά ώστε να δη νομιμοποιημένη την παράταξη για την οποία θυσίασε την επαγγελματική του σταδιοδρομία, τις ανέσεις της ζωής του, την προσωπική ελευθερία του, αγωνιζόμενος διαρκώς τον ωραίο αγώνα για τη δικαίωση του ιδρώτα των ανθρώπων της σκληρής βιοπάλης». Κατά την εκφορά της σορού, «τον Γίγαντα της νεώτερης πολιτικής ιστορίας της Κέρκυρας, που τον σέβονταν ακόμα και οι εχθροί του λαού, κράτησαν στους ώμους τους μέλη των Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας».

«Πλήρης ημερών ετελείωσε την ζωήν του ο παλαίμαχος αγωνιστής εις τον πολιτικόν στίβον και Καθηγητής της Ιταλικής γλώσσης, Νίκος Βαρότσης», σημείωσε η εφημερίδα «Τηλέγραφος», προσθέτοντας: «Γενεαί Κερκυραίων εδιδάχθησαν από αυτόν την γλώσσαν του Ντάντε και πολλά ο κόσμος της βιοπάλης οφείλει στους κοινωνικούς αγώνες του. Έντιμος και συνεπής στην ιδεολογία του, αφοσιωμένος σύζυγος και φιλόστοργος πατέρας, ο εκλιπών, είχε κατακτήσει κατά τα μακρά έτη της ζωής του την εκτίμησιν και συμπάθειαν της κερκυραϊκής κοινωνίας. Η οποία σύσσωμος, εις ένδειξιν αναγνωρίσεως των πολλαπλών αρετών του, τον συνώδευσε έως την τελευταίαν του κατοικίαν».

Ένας αιώνας ελαφρά κολοβωμένος ήταν το γήινο βάρος που σήκωνε ο συμπαθέστατος σε όλους «μπάρμπα – Νίκος», έγραφε λίγες ημέρες μετά ο Γεράσιμος Χυτήρης στα «Κερκυραϊκά Νέα». Μειλίχιος χαρακτήρας, με τη φινέτσα του παλιού Κορφιάτη και με τη διάλεκτο του παλιού Κορφιάτη (εκείνα τα αυθόρμητα «μάτια μου», «ψυχή μου»), ένα ουδετεροποιημένο αστό θα τον νόμιζε ο ξένος που θα τον πλησίαζε. Κάτου, ωστόσο, από την πραότητα έκρυβε πεισματικά την εμμονή του αγωνιστή, των ιδεών του. Στα 1953, συνέχιζε ο Γερ. Χυτήρης, η Εταιρία Κερκυραϊκών Σπουδών οργάνωσε γιορτές για τον Κερκυραίο λογοτέχνη Κ. Θεοτόκη, με την ευκαιρία των αποκαλυπτηρίων της προτομής του. Στον κύκλο των εκδηλώσεων αυτών ο Γερ. Χυτήρης έδωσε μια διάλεξη. Στο ακροατήριο κι ο «μπάρμπα – Νίκος». Απόμεινε με τους τελευταίους, για να του δώσει το χέρι του και να συμφωνήσει σε κάποιες παρατηρήσεις του. Πάνω στην κουβέντα τού διηγήθηκε το ξεκίνημα της σοσιαλιστικής κίνησης στην Κέρκυρα, πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους. Ο Γερ. Χυτήρης κατέγραψε, σαν χώρισαν, αυτή την αφήγησή του, όσο πιο πιστά ήταν δυνατό:

«Μια μέρα – αφηγήθηκε ο Ν. Βαρότσης – μ’ ευρήκε στο δρόμο ο δικηγόρος Γιώργης Καίσαρης, αδελφός του καθηγητή. Με προσκάλεσε σε μια συγκέντρωση εργατών, που θα γινόταν σε λίγες μέρες, σε μια σάλα, όπου κατά προτίμηση, δίνονταν χοροί από την ισραηλιτική κοινότητα, στο καντούνι των Αγίων Πάντων. Πήγα και βρήκα τη σάλα γεμάτη. Ανέβηκε ο Καίσαρης στο πατάρι των μουσικών κι άρχισε να μιλεί. Τότες ήταν ο Βενιζέλος στα πράμματα, ύστερα από το Γουδί. Υποστήριζε και συνιστούσε πως χρειάζεται η εργατική τάξη ν’ αποχτήσει συλλόγους (…), επιδίωκε να τραβήξει τους εργάτες με το μέρος του. Αυτή την πρόθεση προσπαθούσε να εξυπηρετήσει κι ο Καίσαρης. Οι εργάτες, όμως, που είχαν αποθαρρυνθεί από τα πολιτικά κόμματα της εποχής, διαμαρτυρήθηκαν για όσα υποστήριζε ο ομιλητής και τον εξανάγκασαν να διακόψει το λόγο του. Μερικοί τους στράφηκαν σ’ εμένα και με παρακάλεσαν να μιλήσω. Τους αποκρίθηκα πως δεν μπορούσα, γιατί είχα προσκληθεί από τον Καίσαρη. Συνέστησα, όμως, στον Γεράσιμο Σπαταλά, τον ποιητή, που καθόταν δίπλα μου, να μιλήσει αυτός. Ο Σπαταλάς δέχτηκε, ανέβηκε στο πατάρι κι άρχισε να μιλεί εξτρεμιστικά. Αυτό δυσαρέστησε τους εργάτες και τον κατέβασαν κι αυτόν. Πάλι με παρακάλεσαν και πάλι αρνήθηκα, ώσπου ο Καίσαρης με παρεκίνησε. Ανέβηκα κι εγώ στο πατάρι και μίλησα στους εργάτες με μετριοπάθεια, για μια μελλοντική σοσιαλιστική κατάσταση. Κατέληξα στη διαπίστωση πως χρειαζόταν ένας αρχηγός για την κίνηση αυτή και πρότεινα τον λόγιο Ντίνο Θεοτόκη. Όταν οι εργάτες ακούσανε “Θεοτόκης”, νομίσανε πως πρόκειται για άτομο της οικογένειας του πολιτικού Γ. Θεοτόκη και με αποδοκιμάσανε με δυνατές φωνές. Τους εξήγησα πως πρόκειται γι’ άλλο πρόσωπο, αντίθετο στην πολιτική του Τζώρτζη Θεοτόκη. Τελικά συμφωνήσανε και υπογράψαμε όλοι μια πρόσκληση του Ντίνου, με 300 περίπου υπογραφές. Ο Θεοτόκης δέχτηκε και σε μια συνέλευση – δεν θυμάμαι αν ήταν η πρώτη – έφερε μαζί του και τον Κ. Χατζόπουλο, τον ποιητή και πεζογράφο, που, επιστρέφοντας από το Μόναχο στην Αθήνα, βρισκότανε περαστικός στην Κέρκυρα. Από τις πρώτες συγκεντρώσεις πήρανε μέρος και οι αδελφοί Σπύρος και Νίκος Λευτεριώτης, ειδοποιημένοι από μένα. Γίνηκε πολύ γρήγορα μια σημαντική κίνηση, με οργάνωση πολλών εργατών, τόσο που ν’ ανησυχήσει τον Τζώρτζη Θεοτόκη. Βάλθηκε και πέτυχε να μας διαλύσει».

Στην ίδια εφημερίδα, σε άλλο σχόλιο, ανώνυμος συντάκτης σημείωνε ότι ένας αιώνας ζωής δεν είναι μικρό βάρος. Κι όμως, αυτό το βάρος ο πτυχιούχος φιλολογίας του πανεπιστημίου της Γένοβας της Ιταλίας,Νίκος Βαρότσης, το κράτησε ανάλαφρα, γιατί δεν του έλειψε ποτέ η αισιοδοξία. Κι αυτή την αισιοδοξία την τροφοδοτούσε ο αθεράπευτος ρομαντισμός του. «Φοιτητής στην Ιταλία στις αρχές του αιώνα μας», συνέχιζε το σχόλιο, «δεν ποτίστηκε μονάχα από σοσιαλιστικές ιδέες, στις οποίες έμεινε πιστός ως το τέλος της ζωής του. Ποτίστηκε κι από ποίηση. Κι αυτή στάθηκε η πιο πιστή του σύντροφος. Θυμάμαι ένα κείμενό του στην “Κερκυραϊκή Ανθολογία” του 1925, αφιερωμένο στην πρώτη ποιητική συλλογή του Σπύρου Νικοκάβουρα. Δεν έκανε κριτική. Έγραφε ο ίδιος ποίηση. Και θυμάμαι ακόμα στους Παξούς, όταν βρεθήκαμε συνεξόριστοι, στα χρόνια της ιταλικής κατοχής, να μας απαγγέλει, μ’ εκείνο τον τραγουδιστό ρυθμό του παληού καιρού, αποσπάσματα από τον Δάντη, στίχους του Καρντούτσι και του Πετράρχη, μπαλλάντες, που τραγουδούσαν τον έρωτα. Ήταν χάρμα να τον ακούς. Αγαπούσε βαθειά τη ζωή και τη χαιρόταν αγκαλιάζοντας τους ανθρώπους με αγάπη και καλωσύνη. Κι αυτή τη ρομαντική του διάθεση, τη φυγή του προς τους κόσμους της ποίησης, την έκαμε βίωμα. Μπορεί στα παληά χρόνια (1924, 1926) να ήταν υποψήφιος του ΚΚΕ, μπορεί αργότερα να χρημάτισε πρόεδρος της τοπικής ΕΔΑ, μπορεί να διώχτηκε για τις ιδέες του, όμως πάντα έμεινε έφηβος. Ένας έφηβος που αγαπούσε τη ζωή, την ποίηση και τον έρωτα. Έτσι, όπως έφτιαχνε τους ανθρώπους ο 19ος αιώνας, πριν ο εικοστός αρχίσει να βυθίζει τον άνθρωπο σε τραγικές διαψεύσεις».

Με το σβήσιμο του 1977 (βλ. πάνω, τον Ν. Βαρότση να απευθύνει χαιρετισμό στα τέλη του 1974 στην Κέρκυρα στην προεκλογική συγκέντρωση του συνδυασμού που υποστήριζαν οι κομμουνιστές), «έσβησε και η ζωή ενός από τους πλέον ζωντανούς, ευγενικούς και αγνούς Κερκυραίους αγωνιστές της Ισότητας και της Δημοκρατίας. Ο Νίκος Βαρότσης δεν ζει πλέον! Ο καινούριος χρόνος τον βρίσκει κάτω από το νιοσκαμένο τάφο στο Α’ Νεκροταφείο της Κέρκυρας», έγραψε η εφημερίδα «Κέρκυρα». Προσέθετε το δημοσίευμα αυτό: «Κόντευε να συμπληρώση ενός αιώνα ζωή, κι όμως δεν ήτανε γέρος! Μέχρι τα τελευταία του χρόνια κύτταζε με αισιοδοξία το μέλλον. Εάν τον άφηναν οι δικοί του και οι φίλοι του ήταν έτοιμος να τραβήξη μπροστά για καινούριους αγώνες, για καινούριες λαϊκές κατακτήσεις. Τόλεγε ακόμα η καθαρή και γενναία καρδιά του! Καμάρωνε και αγαπούσε τους νέους, γιατί πίστευε στη νέα γενιά. Όταν βρισκόντανε ανάμεσά τους, ξαναγινότανε και αυτός νέος. Τα όνειρά τους ήτανε και δικά του όνειρα. Μεγάλη του χαρά ήτανε νάχει κοντά του νέους ανθρώπους. Τους αγκάλιαζε μ’αγάπη και καλωσύνη. Τους μίλαγε για τις παλιές καλές εποχές της Κέρκυρας, για τους πρώτους αγώνες των σοσιαλιστών και της εργατικής τάξης, για τους ξεχωριστούς πνευματικούς ανθρώπους που αποτελούσαν την Συντροφιά των Εννιά, για τον Νίκο  Λευτεριώτη, για τη γεμάτη δράση Βιβλιοθήκη που με επί κεφαλής τον Κώστα Σολδάτο, είχε γίνει το μοναδικό πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο της προπολεμικής Κέρκυρας. Τους μιλούσε ακόμα για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που είχανε πάνω στη σημερινή κοινωνία. Τους συμβούλευε, τους καθοδηγούσε. Τους έδινε ελπίδες… Η νέα γενιά πολλά χρωστάει στον Νίκο Βαρότση. Πρόσφερε πολλά στον τόπο. Κάποιοι πρέπει να σκύψουν με στοργή στο έργο του και να το φέρουν στο φως. Ο Ν. Βαρότσης έφυγε από τη ζωή με το κεφάλι ψηλά και την καρδιά ολοκάθαρη. Η κοινωνία της Κέρκυρας, με επί κεφαλής τον Δήμαρχο και τους βουλευτές, τον συνόδεψε μέχρι τη στερνή του κατοικία».

Η Κέρκυρα στις 29 Δεκέμβρη 1977 έκλαψε τον χωρισμό της από τον Νίκο Βαρότση, έγραψε ο Γιάννης Γαρδικιώτης στην εφημερίδα «Κερκυραϊκό Βήμα». «Ο Νίκος Βαρότσης», ανέφερε το δημοσίευμα, «από φοιτητής της φιλολογίας στη Ρώμη και την Φλωρεντία οργανώθηκε στο σοσιαλιστικό κόμμα και έδειξε έντονη δράση, πράγμα που είχε σαν συνέπεια να διωχθεί από τις ιταλικές αρχές. Τότε τον φυγάδευσε η οργάνωση των σιδηροδρομικών της Ιταλίας. Στην Κέρκυρα δίδαξε σε ιδιωτικά σχολεία. Το 1911 μετέχει στο Σοσιαλιστικό όμιλο με τους Ντίνο Θεοτόκη, Αρισ. Σίδερη, Σπύρο Παξινό, Γιάννη Σπυρόπουλο, Αντώνιο Μουσούρη, Γκισδάκη, Κεφαλονίτη, Σιμωνέτη κ.ά. Αγωνίστηκε για το δίκιο των αγροτών και πρωτοστάτησε στους αγώνες τους (…) Το 1920 πολιτεύτηκε σαν υποψήφιος του ΣΕΚΕ. Με τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936 βρίσκεται υπό παρακολούθηση. Στην περίοδο της κατοχής οργανώθηκε στο ΕΑΜ και το 1942 εξορίστηκε από τους Ιταλούς φασίστες στους Παξούς. Από το 1956 εκλέχτηκε συνεχώς τοπικός Γραμματέας της ΕΔΑ. Το 1967 συλλαμβάνεται από τη χουντοκρατία και στη συνέχεια παραπέμφθηκε στο Στρατοδικείο Ιωαννίνων και τιμωρήθηκε σε 8 μήνες φυλάκιση για δημοσίευμα της εφημερίδας “Λαϊκή Φωνή”. Μετά την πτώση της χούντας, παρά την ηλικία του, έδωσε το παρών υπέρ της Αριστεράς και απηύθυνε χαιρετισμό στην προεκλογική συγκέντρωση της Ενωμένης Αριστεράς στην πλατεία Δημαρχείου».

«Δασκάλεψε γενεές παιδιών που πάντα τον σεβόταν γιατί η διδασκαλία του ήταν μια ατέλειωτη χαρά», έγραψε η «Αλήθεια». «Όταν δικάστηκε για εξύβριση της κυβέρνησης Στεφανόπουλου είμαστε μάρτυρες υπερασπίσεώς του στο Δικαστήριο. Και σε ερώτηση του εισαγγελέα αν ήταν κομμουνιστής αποκριθήκαμε και το πιστεύαμε πως μακάρι να είχαν όλοι οι κομμουνιστές το ήθος και την καλωσύνη του».

«Ο χρόνος που έφυγε πήρε μαζί του και το γέρο πλάτανο του κορφιάτικου Σοσιαλισμού», σημείωσε εξάλλου η «Χαραυγή», προσθέτοντας: «Ενός Σοσιαλισμού που γαλούχησε τον Ντίνο Θεοτόκη, τον Τέλη Σίδερη, το Νίκο Λευτεριώτη, την Ειρήνη Δενδρινού, που τον ενέπνεαν τα ιδανικά της κοινωνικής λευτεριάς και δικαιοσύνης, ο σεβασμός για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η βαθύτατη προσήλωση και πίστη στις ουμανιστικές αξίες, που συνθέτουν την μαρξιστική κοσμοθεωρία. Τελευταίος βαρδιάνος του ζωντανού πνεύματος της εφτανησιώτικης άνοιξης, που γαλούχησε τη νεοελληνική πνευματική αναγέννηση και πιστός στο ουσιαστικό της νόημα, στάθηκε πάντα δίπλα στο λαό. Και εξορισμένος από τους ξένους καταχτητές και καταδιωγμένος από τον μεταπελευθερωτικό σκοταδισμό, στάθηκε πάντα αλύγιστα προσηλωμένος στις αρχές του. Δεν είταν ο ηγέτης, που, σε κάποια καίρια στιγμή, άρπαξε το λαϊκό παλμό κ’ έγινε σύμβολο. Με τη συνέπεια μιας ολόκληρης ζωής, με την καλωσύνη, με την αγάπη, μπήκε σε όλες τις κορφιάτικες καρδιές. Κ’ έγινε ο μπάρμπα Νίκος. Κ’ έτσι θα μείνει πάντα στις καρδιές μας».

 

ΟΡΦΕΑΣ ΡΙΤΣΟΣ

 

 

Σχετικά θέματα

Post
Filter