Ένα νέο πεδίο ανταγωνισμού γεννιέται στην αμερικανική οικονομία. Και αυτήν την φορά δεν είναι μια αλλαγή στην παραγωγική διαδικασία, αλλά ο ίδιος ο τρόπος που διαρθρώνονται οι παραγωγικοί πόροι.
Συγκεκριμένα, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers εξαπλώνονται, απαιτούν όλο και περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια και, αυτήν την ενέργεια την… «τραβούν» από την παραδοσιακή βιομηχανία των ΗΠΑ, η οποία βλέπει το κόστος παραγωγής της να αυξάνεται, τα κέρδη της να μειώνονται και τους εργαζομένους της να κινδυνεύουν.
Καθώς τα data centers αυξάνουν τις απαιτήσεις τους για ηλεκτρική ενέργεια το ίδιο το κόστος της αυξάνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, στους οποίους οι παραδοσιακές βιομηχανίες δεν μπορούν πλέον να ανταποκριθούν.
To ρεπορτάζ του Reuters, αναδεικνύει μια λιγότερο ορατή πλευρά της έκρηξης των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης στις Ηνωμένες Πολιτείες: την πίεση που ασκεί η ανάπτυξη των data centers στο ενεργειακό σύστημα και το αυξανόμενο κόστος που μετακυλίεται σε παραδοσιακούς βιομηχανικούς κλάδους.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Belden Brick Company στο Οχάιο, μιας βιομηχανίας παραγωγής τούβλων με ιστορία 141 ετών, τα προϊόντα της οποίας έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμη και σε εμβληματικά κτίρια όπως το Alamo του Τέξας και το Πανεπιστήμιο Notre Dame. Σύμφωνα με το Reuters, οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας της εταιρείας αυξήθηκαν κατά 90% μέσα σε έναν χρόνο, κυρίως λόγω της εκτίναξης των χρεώσεων δυναμικότητας (capacity charges), οι οποίες αυξήθηκαν από 1.600 σε 12.000 δολάρια τον μήνα.
Η Belden Brick δεν αποτελεί εξαίρεση. Πολλές βιομηχανίες στη λεγόμενη αμερικανική Rust Belt, την παραδοσιακή βιομηχανική ζώνη των ΗΠΑ, βλέπουν το ενεργειακό τους κόστος να αυξάνεται καθώς τα data centers που υποστηρίζουν την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης πολλαπλασιάζονται.
Το πρόβλημα βρίσκεται στη σύγκρουση δύο διαφορετικών παραγωγικών μοντέλων που πλέον διεκδικούν τον ίδιο πόρο: την ηλεκτρική ενέργεια. Από τη μία πλευρά, οι τεχνολογικοί κολοσσοί επενδύουν σε τεράστιες εγκαταστάσεις υπολογιστικής ισχύος, απαραίτητες για την ανάπτυξη της AI. Από την άλλη, παραδοσιακές βιομηχανίες, που απασχολούν εργαζόμενους και παράγουν φυσικά προϊόντα, καλούνται να αντιμετωπίσουν αυξανόμενα ενεργειακά κόστη.
Σύμφωνα με το Reuters, στην περιοχή του δικτύου PJM Interconnection, που καλύπτει 13 πολιτείες από το Νιου Τζέρσεϊ έως το Ιλινόις, οι τιμές δυναμικότητας εκτοξεύθηκαν από 28,92 δολάρια ανά μεγαβάτ-ημέρα το 2024 σε 329,17 δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 1,038%. Η άνοδος συνδέεται κυρίως με την αυξανόμενη ζήτηση από τα data centers, ενώ το ενεργειακό σύστημα δυσκολεύεται να προσαρμοστεί με την ίδια ταχύτητα.
Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές. Βιομηχανίες εξετάζουν αυξήσεις τιμών, περιορισμό επενδύσεων ή ακόμη και εναλλακτικές λύσεις, όπως η παραγωγή δικής τους ενέργειας. Η εταιρεία πλαστικών Plaskolite, για παράδειγμα, είδε τις ετήσιες χρεώσεις δυναμικότητας στις εγκαταστάσεις της στο Οχάιο και την Πενσιλβάνια να αυξάνονται από 200.000 σε 1,2 εκατ. δολάρια.