Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Η περίπτωση της Πολωνίας και η ΕΣΣΔ

του Στέλιου Κανάκη  Την 1η Σεπτέμβρη του 1939 η χιτλερική Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία. Μια εξέλιξη προδιαγεγραμμένη, που έφερε την..

του Στέλιου Κανάκη 

Την 1η Σεπτέμβρη του 1939 η χιτλερική Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία. Μια εξέλιξη προδιαγεγραμμένη, που έφερε την σφραγίδα της άφρονος  πολιτικής των αστικοτσιφλικάδικων κυβερνήσεων της Πολωνίας κατά τον μεσοπόλεμο και που επέφερε την εξαφάνιση της Πολωνίας, αμέτρητα δεινά και θυσίες για τον Πολωνικό λαό και πάνω από έξι εκατομμύρια νεκρούς.

Τσιφλικάδες και αστική τάξη έπεσαν στο λάκκο που έσκαβαν καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσοπόλεμου, συμπαρασύροντας τον πολωνικό λαό. Η Πολωνία αντί να αποκτήσει ακτές στη Μαύρη Θάλασσα, όπως υποσχόταν ο Χίτλερ και βαυκαλιζόταν οι κυβερνόντες της, έπαψε να υπάρχει.

Ας δούμε όμως ποια ήταν η  Πολωνία ανάμεσα στους δύο μεγάλους πολέμους υπό την ηγεσία των αντιδραστικών και φιλοναζιστικών κυβερνητών της και της τάξης που τους εντελλόταν. Αλλά κι αργότερα. Ένας αιώνας, με διάλειμμα την σοσιαλιστική περίοδο, αντισημιτισμού, ναζιστικής δουλικότητας και αμερικανοΝΑΤΟϊκών γαυγισμάτων.

Η γέννηση της Πολωνίας

«Αυτό το τερατούργημα της Συνθήκης των Βρυξελών…»
Β. Μολότοφ

Η Πολωνία δημιουργήθηκε ως ανεξάρτητη χώρα από τις στάχτες του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Ξεφύτρωσε από τα ερείπια των αυτοκρατοριών Γερμανίας, Αυστροουγγαρίας και Ρωσίας. Ένα από τα πολλά μικρά κράτη που υλοποίησε η βούληση και τα συμφέροντα των νικητών και που θα έπαιζαν ρόλο κυματοθραύστη σε ενδεχόμενο επαναστατικό κύμα από τη νεαρή Σοβιετική Ρωσία. Περίπου 20 εκατομμύρια κάτοικοι διαφόρων εθνοτήτων που μέχρι τότε ανήκαν στις αυτοκρατορίες που κατέρρευσαν, τέθηκαν υπό τον ζυγό Πολωνών τσιφλικάδων. Η αστικοτσιφλικάδικη πολωνική ελίτ, ακροδεξιά, αλαζονική και καιροσκοπική, ως ηγεσία του πρόσφατου δημιουργημένου πολωνικού κράτους και ως τμήμα της γενικής ιμπεριαλιστικής επίθεσης ενάντια στη νεαρή Σοβιετική Ρωσία, εισέβαλε στα γειτονικά εδάφη της Ρωσίας το 1920.

Έχοντας την υποστήριξη των Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας και άλλων 9 ιμπεριαλιστικών χωρών, η Πολωνία εισέβαλε και κατέκτησε μεγάλο μέρος της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και της Λιθουανίας και την πρωτεύουσα της τελευταίας το Vilnius το 1921.

Στην επικράτεια της Πολωνίας, οι Πολωνοί αποτελούσαν το μόλις 60%. Σχεδόν 20 εκατομμύρια μη Πολωνοί βρέθηκαν υπό τον ζυγό των τσιφλικάδων και της πολωνικής αστικής τάξης. Οι Ουκρανοί έφταναν τουλάχιστον τα 8 εκατομμύρια και οι Λευκορώσοι τα 3, οι Εβραίοι περίπου 3,5 εκατομμύρια. Επίσης, υπήρχαν εκατοντάδες χιλιάδες άλλες εθνικότητες μεταξύ των οποίων και Γερμανοί. Τα 11 εκατομμύρια συνολικά των Ουκρανών και των Λευκορώσων, χωρίς να προσθέσει κανείς και τους Εβραίους που ζούσαν ως καταπιεσμένες μειονότητες στην ανατολική Πολωνία, ξεπερνούσαν κατά πολύ τον συνολικό πληθυσμό Φινλανδίας, Εσθονίας, Λετονίας και Λιθουανίας μαζί.

Η πολωνική ελίτ, χαρακτηριζόμενη από άκρατο αντιρωσισμό και αντισοβιετισμό αναδεικνύεται σε γκάνγκστερ της Ανατολικής Ευρώπης.

Η πολιτική της πολωνικής κυβέρνησης, με την αρωγή της Βρετανίας και της Γαλλίας, γίνεται ορμητήριο για κάθε είδους αντισοβιετική ενέργεια. Τρομοκρατικές ομάδες και πράκτορες από το έδαφος της Πολωνίας εισέρχονται στην ΕΣΣΔ.

Η Πολωνία στον μεσοπόλεμο

Με τον αναγκαστικό εκπολωνισμό του πληθυσμού η κυβέρνηση του Πιλσούτσκι (Jozef Pilsudski) είχε σπείρει με την κρατική τρομοκρατία τον τρόμο. Η ίδια περίπου κατάσταση επικρατούσε και στη Βαλτική. Η πολιτική αυτή της Πολωνίας διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην άνοδο της ναζιστικής Γερμανίας, στην υποκίνηση της ευρωπαϊκής σύγκρουσης που θα ακολουθούσε, ακόμη και στην εξαφάνιση του ίδιου του πολωνικού κράτους. Συνάπτει, από τις πρώτες χώρες, το 1934, Σύμφωνο μη Επίθεσης δεκαετούς διάρκειας με τη Γερμανία και με τα πολλά, αργότερα ένα αντίστοιχο τριετούς διάρκειας με την ΕΣΣΔ.

Σε αντίθεση η ΕΣΣΔ, από την πρώτη στιγμή που οι ναζί ήρθαν στην εξουσία, αντιλαμβανόμενη τον επερχόμενο κίνδυνο, ακολουθούσε μια πολιτική συλλογικής ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Το 1933 η ΕΣΣΔ προτείνει τη δημιουργία αμυντικού συνασπισμού μεταξύ της ίδιας και των Γαλλίας, Βελγίου, Τσεχοσλοβακίας, Πολωνίας, Λιθουανίας, Λετονίας, Εσθονίας και Φινλανδίας. Στόχος η αμοιβαία υποστήριξη σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης. Η Πολωνία, έχοντας ανομολόγητες εδαφικές βλέψεις εναντίον των Τσεχοσλοβακίας, Λιθουανίας, αλλά και βλέψεις για έξοδο στη Μαύρη Θάλασσα, αρνείται τη συμμετοχή των δύο τελευταίων, αντιδρώντας και για την παρουσία της ΕΣΣΔ, αποτρέπει την πραγματοποίησή του. Ο Πολωνός υπουργός των εξωτερικών καυχιέται στον Γερμανό ομόλογό του ότι με την άρνηση της Πολωνίας το σχέδιο είχε δεχτεί ένα θανάσιμο πλήγμα.

Ένα χρόνο αργότερα, η Σοβιετική κυβέρνηση υποστήριξε την πρόταση του Γάλλου Υπουργού Εξωτερικών Λουί Μπαρτού (Louis Barthou) σχετικά με το Ανατολικό Σύμφωνο που θα συγκέντρωνε όλες τις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της ΕΣΣΔ και της Γερμανίας. Για λόγους που έγιναν προφανείς αργότερα, ο Χίτλερ κατηγορηματικά αρνήθηκε να συνάψει τέτοια συνθήκη. Κατά ειρωνικό τρόπο, η Πολωνία στήριξε έντονα τη Γερμανία αρνούμενη και αυτή.

Στις 18 Δεκεμβρίου του 1935 ο Χίτλερ αναφέρει στον Πολωνό πρέσβη στο Βερολίνο πως είναι «απόλυτα αντίθετος σε οποιαδήποτε συνεργασία της Δύσης με τη Ρωσία». Είναι η εποχή που έχει υπογραφεί το Σύμφωνο ΣΕ- Γαλλίας (θα επικυρωθεί από το γαλλικό κοινοβούλιο στις 27 Φεβρουαρίου 1936) και η Γερμανία δεν θέλει να βρεθεί ανάμεσα σε Γαλλία και ΕΣΣΔ. Η Πολωνία, το βρίσκει λογικό και έχοντας τις δικές της βλέψεις συμφωνεί.

Ο καιρός περνά. Η Γερμανία, υπό τη σκέπη της πολιτικής του κατευνασμού Βρετανών και Γάλλων, αργά αλλά σταθερά εξοπλίζεται. Η Πολωνία αν δεν εκφράζεται θετικά για τις ενέργειες της Γερμανίας, παρακολουθεί απλώς διακείμενη ευμενώς. Ειδικά με την Τσεχοσλοβακία προετοιμάζεται για τις διεκδικήσεις της προς αυτήν.

Στις 25 Μαΐου του 1938, με την ενσωμάτωση της Αυστρίας πρόσφατη, ο Σοβιετικός υπουργός εξωτερικών Λιτβίνοφ (Maksim Maksimovich Litvinov) συζητά με τον Γάλλο πρωθυπουργό Νταλαντιέ (Édouard Daladier) σχετικά με τις προθέσεις της Πολωνίας για συνδρομή των Σοβιετικών σε βοήθεια στην Τσεχοσλοβακία. Στην τελευταία ήδη υπάρχουν 200 σοβιετικά μαχητικά αεροσκάφη. Ο Νταλαντιέ μεταφέρει στον Λιτβίνοφ ότι οι Πολωνοί αρνούνται κατηγορηματικά να περάσουν σοβιετικά στρατεύματα από το έδαφός της και στην περίπτωση που πετάξουν σοβιετικά αεροσκάφη θα τα καταρρίψουν. Η φιλοχιτλερική στάση της Πολωνίας ήταν απροκάλυπτη. Προσέβλεπε και σε κέρδη απ’ τον διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας, απ’ όπου πήρε ψίχουλα πριν πέσει η ίδια στον λάκκο της χιτλερικής τραγωδίας που της επιφύλασσαν οι πράξεις της. Ο ίδιος ο Νταλαντιέ παραδέχεται πως με αυτή τη θέση τής Πολωνίας δεν βλέπει κανένα λόγο συνέχισης της Γαλλοπολωνικής συμφωνίας συνεργασίας, αλλά κατόπιν αυτής δεν μπορεί να συνδράμει και την Τσεχοσλοβακία.

Η Πολωνία όχι μόνο δεν αντιτάχθηκε στο Σύμφωνο του Μονάχου και στην αρπαγή της Σουδητίας (Sudetenland) από την Τσεχοσλοβακία αλλά συμμετέχει στον διαμελισμό της. Τον Οκτώβριο του 1938 προσαρτά την Οστράβα (Olsa ή Teschen) έκτασης 1.700 τετρ. χιλιομέτρων με πληθυσμό 230.000 κάτοικους. Παρεμπιπτόντως, βρίσκει την ευκαιρία και η Ουγγαρία – λίγο αργότερα αυτή (Μάρτιος 1939) κι αρπάζει την Καρπαθιακή Ρουθηνία.

Η θεσμοθετημένη “συμμαχία” Πολωνίας-Γερμανίας φαίνεται να αποδίδει. Ισχυρή μερίδα της πολωνικής αστικής τάξης ερωτοτροπούσε χρόνια με την ιδέα μιας πολωνογερμανικής συμπαράταξης που όμως δεν επέτρεψε να ευοδωθεί λόγω της ναζιστικής αδιαλλαξίας. Όταν σου προσφέρεται το Όλον τι να το κάνεις το λιγότερο; Έτσι σκέφτεται η Γερμανία και ανάλογα πράττει.

Η πολωνική επιθετικότητα δεν περιοριζόταν έναντι της ΕΣΣΔ και στην αρπαγή εδαφών της Τσεχοσλοβακίας. Στις 11 Μαρτίου του 1938 η πολωνική στρατιωτική ελίτ υποκινεί επεισόδιο στα σύνορά της με τη Λιθουανία. Μετακινούν στρατεύματα στα λιθουανικά σύνορα και καλούν τη ναζιστική Γερμανία να εισβάλουν από κοινού στη Λιθουανία. Το σύνθημα «πρόσω ολοταχώς για το Kaunas» την τότε πρωτεύουσα της Λιθουανίας.

Στις 18 Μαρτίου του 1938 η ΕΣΣΔ δηλώνει ότι δεν θα μείνει απαθής αν η Πολωνία επιτεθεί στη Λιθουανία και οι Πολωνοί κυβερνήτες αναγκάζονται να κάνουν πίσω. Διατηρούν όμως τις βλέψεις τους για την κατάκτηση και άλλων σοβιετικών και βαλτικών εδαφών. Στόχος τους η προσάρτηση των βαλτικών χωρών εν συνόλω καθώς και η έξοδος της Πολωνίας στη Μαύρη Θάλασσα.

Η Πολωνία τότε με ένα άθλιο αστικοτσιφλικάδικο και αντισημιτικό καθεστώς συγγένευε ιδεολογικοπολιτικά με τη ναζιστική Γερμανία και όπως ήταν αναμενόμενο, εχθρευόταν θανάσιμα την ΕΣΣΔ. Είχε όμως ήδη δεσμούς με Βρετανία και Γαλλία και δεν εμπιστευόταν τον Χίτλερ. Τέλος, οι απαιτήσεις της Γερμανίας από την Πολωνία (η πόλη του Ντάντσιχ και ο “Πολωνικός Διάδρομος” που ένωναν τη Γερμανία με την ανατολική Πρωσία αλλά στερούσαν την Πολωνία από την έξοδο στη Βαλτική, ήταν δυσβάσταχτα. Και τα ανταλλάγματα (εδάφη της Ουκρανίας) από αυτά που, υποθετικά, θα κατακτούσαν, από την εισβολή και των δύο στην ΕΣΣΔ αμφίβολα.

Η άφρων πολιτική της πολωνικής αστικής ελίτ σε σχέση με τα συμφέροντα του λαού της προχωρεί ακόμη περισσότερο προς τον όλεθρο. Τον Ιούνιο του 1938 ο Ρίμπεντροπ (Ulrich Friedrich Willy Joachim von Ribbentrop) ευχαριστούσε τον πρέσβη της Πολωνίας στο Βερολίνο για τη στάση της Πολωνίας στο ζήτημα της Τσεχοσλοβακίας.

Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1938, ο Πολωνός πρέσβης στη Γερμανία  Λίπσκι, (Jόzef Lipski) μεταφέρει στον υπουργό εξωτερικών της Πολωνίας Μπεκ, (Joseph Beck) διαβεβαιώσεις του Χίτλερ:

«…σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ Πολωνίας και Τσεχοσλοβακίας σχετικά με τα σύνορά μας στο Σίζιν [εννοεί τα πολωνοτσεχοσλοβακικά σύνορα], το Ράιχ θα στεκόταν δίπλα στην Πολωνία». Μάλιστα ο Χίτλερ τους συμβούλευε να ενεργήσει η Πολωνία «μόνο όταν οι Γερμανοί καταλάβουν τα Σουδητικά όρη».

Η πολωνική κυβέρνηση σκεφτόταν την προσάρτηση. Άλλωστε όλα τα χρόνια γοητευόταν από σχέδια για την παραπέρα πολωνική επέκταση. Στα πλαίσια αυτά συζητούσε σοβαρά με τους χιτλερικούς το ενδεχόμενο επέμβασης στην Τσεχοσλοβακία γνωρίζοντας πως μόνο με την υποστήριξη του Χίτλερ μπορούσε να το επιτύχει. Συνεχίζει λοιπόν τις επαφές με τους χιτλερικούς.

Την 1η Οκτωβρίου του 1938 ο Πολωνός υπουργός των εξωτερικών συναντάται στη Βαρσοβία με τον Γερμανό πρέσβη φον Μόλτκε (Hans-Adolf von Moltke) όπου, όπως σημειώνει ο ίδιος ο Γερμανός πρέσβης, ευλογεί το Σύμφωνο του Μονάχου:

«Ο κ. Μπεκ εξέφρασε πραγματική ευγνωμοσύνη για την πιστή μεταχείριση που δόθηκε στα πολωνικά συμφέροντα στη Διάσκεψη του Μονάχου, καθώς και για την ειλικρίνεια των σχέσεων κατά τη διάρκεια της τσεχικής σύγκρουσης. Η στάση του Φύρερ και του Καγκελάριου εκτιμήθηκε πλήρως από την κυβέρνηση και τον λαό [της Πολωνίας]».

Έρχεται όμως και η ώρα του… ταμείου για την Πολωνία και την πολιτική της άρχουσας τάξης της.

Στις 24 Οκτωβρίου ο Ρίμπεντροπ είναι που υποβάλει στον ίδιο Πολωνό πρέσβη τις γερμανικές απαιτήσεις σε βάρος της Πολωνίας.

Στις αρχές Ιανουαρίου του 1939 ο Πολωνός υπουργός των εξωτερικών Γιόζεφ Μπεκ συναντήθηκε με τον Χίτλερ στη Γερμανία. Αλλά δεν τα βρήκαν. Την επόμενη μέρα ο Μπεκ συναντήθηκε με τον Ρίμπεντροπ όπου ο δεύτερος του πρότεινε να γίνει η Πολωνία μέλος του αντικομιντέρν Συμφώνου με Γερμανία-Ιταλία-Ιαπωνία. Εν τω μεταξύ κάνουν σχέδια για απέλαση των Εβραίων στη… Μαδαγασκάρη. Μάλιστα, την ίδια εποχή ο Πολωνός πρέσβης στη ναζιστική Γερμανία, Γιόζεφ Λίπσκι, είχε υποσχεθεί κάποτε στον Αδόλφο Χίτλερ να του χτίσει «ένα όμορφο μνημείο στη Βαρσοβία», αν πετύχαινε στο σχέδιό του να απελάσει όλους τους Εβραίους της Γερμανίας στην Αφρική. Παρόλο που ο Μπεκ αρνήθηκε, αναφέροντας ότι η χώρα του ήθελε «ειρηνικές σχέσεις γειτονίας», αφήνει έναν υπαινιγμό για το ενδεχόμενο να αλλάξει η πολωνική πολιτική. Όταν δε ο Ρίμπεντροπ ρώτησε αν οι Πολωνοί είχαν εγκαταλείψει τις φιλοδοξίες του στρατάρχη Πιλσούντσκι (προς την Ουκρανία) ο Μπεκ απάντησε χαμογελώντας ότι «είχαν φτάσει [οι Πολωνοί] ακόμη και στο Κίεβο, και ότι αυτές οι φιλοδοξίες αναμφίβολα ήταν ακόμη ζωντανές σήμερα».[1]

Με παρέμβαση των Βρετανών και Γάλλων η συμμαχία δεν προχωρά διότι οι Γαλλο-Βρετανοί χρειάζονται στα σχέδιά τους την Πολωνία.

Τον Μάρτιο του 1939 η ΕΣΣΔ επανέρχεται προτείνοντας ένα ακόμη αμυντικό σύμφωνο μεταξύ ΕΣΣΔ, Βρετανίας, Γαλλίας, Πολωνίας, των βαλτικών, βαλκανικών και Σκανδιναβικών χωρών όπου προβλεπόταν η μετακίνηση σοβιετικών στρατευμάτων στο έδαφος της Πολωνίας προς υπεράσπισή της. Η πολωνική ελίτ αρνείται, αυτή τη φορά με τη συνδρομή των Βρετανίας και Γαλλίας. Ένα τέτοιο σύμφωνο θα είχε αποτρέψει τους γερμανικούς στρατιωτικούς τυχοδιωκτισμούς και την διάλυση της ίδιας της Πολωνίας λίγους μήνες αργότερα καθώς και την ατιμωτική πτώση και συνθηκολόγηση της Γαλλίας έναν χρόνο αργότερα.

Στις 30 Μαρτίου η Πολωνία, έχοντας απορρίψει τη σοβιετική πρόταση για αμυντική συμφωνία, δέχεται αντίστοιχη βρετανική προσφορά. Αμέσως οι αλαζόνες Πολωνοί κυβερνήτες διακόπτουν το σύμφωνο μη επίθεσης με τη Γερμανία, ετοιμάζονται για την εκτόπιση του γερμανικού πληθυσμού της Πολωνίας και κινούν τον πολωνικό στρατό στα σύνορα με τη Γερμανία. Πρόκληση πολέμου αλλά η Πολωνία αισθάνεται άτρωτη στηριζόμενη στις αίολες υποσχέσεις Γάλλων και Βρετανών.

Η Πολωνία έπαιξε πολύ συγκεκριμένο – αρνητικό ρόλο στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων μεταξύ Βρετανίας, Γαλλίας και ΕΣΣΔ. Ακόμη και υπό, την χλιαρή είναι η αλήθεια, πίεση των Δυτικών η Πολωνία απέρριψε την κοινή δράση με τον Κόκκινο Στρατό για την αντιμετώπιση της Βέρμαχτ.

Όταν οι Πολωνοί έμαθαν για την επίσκεψη του Ρίμπεντροπ στη Μόσχα, ο Μπεκ απρόθυμα και όχι άμεσα – μέσω Γάλλων διπλωματών, ενημέρωσε τη Σοβιετική Ένωση ότι:

«Σχετικά με το ενδεχόμενο κοινής δράσης απέναντι στη γερμανική επιθετικότητα, η συνεργασία μεταξύ ΣΕ και Πολωνίας δεν είναι εκτός θέματος, σε τεχνικές συνθήκες που απομένει να συμφωνηθούν».

Ταυτόχρονα όμως και μόλις λίγες μέρες πριν τον αφανισμό της Πολωνίας, απευθυνόμενος στους Γάλλους συναδέλφους του επεξηγεί:

«…Συμφώνησα με αυτή τη διατύπωση μόνο για λόγους τακτικής και η βασική μας θέση σε σχέση με τη Σοβιετική Ένωση είναι οριστική και παραμένει αμετάβλητη».

Ήταν όμως αργά. Την επομένη ανακοινώθηκε το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ. Το παράδοξο είναι πως οι Πολωνοί δεν αντέδρασαν αν και μόλις που προλάβαιναν έστω και γι’ αυτό.

Ο αφανισμός της Πολωνίας

 Την 1η Σεπτεμβρίου του 1939 η Γερμανία εισβάλει στην Πολωνία. Χωρίς καμία βοήθεια από τους δυτικούς «συμμάχους» της καταρρέει σύντομα. Σχηματικά οι εσωτερικές αιτίες της αδυναμίας, ουσιαστικά, της Πολωνίας να αντισταθεί επαρκέστερα στη γερμανική εισβολή είναι η πολυεθνικότητα του πολωνικού κράτους, η άρνηση ενσωμάτωσης των μεγάλων εθνικών μειονοτήτων, η άρνηση αναγνώρισης δικαιωμάτων σε αυτές, η σκληρή καταπίεσή τους είχαν υποσκάψει την εσωτερική ενότητα. Με όλα αυτά οι μειονότητες δεν αποτέλεσαν και δεν μπορούσαν ένα αξιόπιστο οχυρό του κρατικού καθεστώτος. Επίσης καθοριστικό ρόλο στην τάχιστη ήττα των Πολωνών έπαιξε η εξωτερική πολιτική της αστικοτσιφλικάδικης πολωνικής κυβέρνησης και η άρνηση βοήθειας από Βρετανία και Γαλλία. Λίγες μέρες πριν και διαπιστώνοντας για μια ακόμη φορά την απροθυμία των ιμπεριαλιστικών χωρών για τη δημιουργία ενός αμυντικού συμφώνου, η ΕΣΣΔ δέχεται την πρόταση της Γερμανίας για σύμφωνο μη επίθεσης. Η ΕΣΣΔ βρίσκεται σε εμφανώς δυσχερή θέση κι αφού δεν δέχονται οι «σύμμαχοι» αποφασίζει να σταματήσει τους Γερμανούς μόνη της κερδίζοντας πολύτιμο χρόνο. Στο σύμφωνο προβλεπόταν πως οι Γερμανοί δεν θα παρέμβαιναν στα κράτη της Βαλτικής και στο έδαφος της Πολωνίας που είχε αφαιρεθεί από την σοβιετική Ρωσία το 1920.

Με την απόρριψη των αμυντικών προτάσεων της ΕΣΣΔ και το πολυετές φλερτ με τον ναζισμό, η Πολωνία είχε υπογράψει τη θανατική της καταδίκη.

Οι ελπίδες της Πολωνίας για βοήθεια από τους δυτικούς συμμάχους της αποδείχτηκαν μάταιες. Μετά την «κήρυξη» του πολέμου κατά της Γερμανίας, τα γαλλικά στρατεύματα απλώς έπαιξαν στα σύνορά τους με τη Γερμανία για λίγες μέρες. Η Βρετανία, μέσω της ΡΑΦ πέταγε… προκηρύξεις. Μια απλή επίδειξη δήθεν πολεμικής δράσης. Κωλυσιεργώντας, μέχρι που διαπιστώνουν στις 12 Σεπτεμβρίου πως η Πολωνία καταρρέει, το Αγγλο-Γαλλικό Ανώτατο Συμβούλιο Πολέμου, στην πρώτη του συνεδρίαση, στη γαλλική πόλη Αμπβίλ, αποφάσισε να διακόψει την (όποια) επίθεση εν όψει των ραγδαίων εξελίξεων στην Πολωνία. Η Βρετανία και η Γαλλία προδίδουν κατάφωρα την Πολωνία και αρχίζει ο “Παράξενος Πόλεμος”.

Kατά τη διάρκεια της Δίκης της Νυρεμβέργης, στο τέλος του πολέμου, οι Γερμανοί στρατηγοί εξήγησαν τη γρήγορη επιτυχία τους στην Ανατολή. Ο πρώην αρχηγός του επιχειρησιακού προσωπικού της ανώτατης διοίκησης των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Γιοντλ  (Alfred Jodl), παραδέχτηκε: «…δεν υποστήκαμε ήττα ήδη από το 1939 μόνο επειδή περίπου 110 γαλλικές και βρετανικές μεραρχίες τοποθετήθηκαν στη δύση εναντίον 23 γερμανικών μεραρχιών κατά τη διάρκεια του πολέμου μας με την Πολωνία παρέμειναν απολύτως αδρανείς».

Μετά την Γερμανική εισβολή η πολωνική κυβέρνηση και η στρατιωτική ελίτ κατέρρευσαν εντός λίγων ημερών. Στις 6 Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση μετακομίζει στο Lublin και μετά από τρεις αλλαγές έδρας σε άλλες πόλεις καταλήγει στις 16 Σεπτεμβρίου, εγκαταλείποντας τον πολωνικό λαό, στη Ρουμανία, που ας σημειωθεί είναι σύμμαχος της Γερμανίας. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1939 δημιουργήθηκε μια εξόριστη πολωνική κυβέρνηση στη Γαλλία υπό την ηγεσία του στρατηγού Σικόρσκυ (Władysław Eugeniusz Sikorski). Οι περισσότεροι αξιωματικοί του πολωνικού στρατού βιάστηκαν να φύγουν μακριά εγκαταλείποντας τον λαό τους που αγωνιζόταν ακόμη ενάντια στη ναζιστική εισβολή. Για να αποκαλυφθεί η στάση της πολωνικής στρατιωτικής ελίτ αρκεί να εξετάσει κανείς τις λίστες με τις απώλειές τους.

Στην ΕΣΣΔ, στα πρώτα έτη του πολέμου η αναλογία απωλειών στρατιωτών προς αξιωματικούς ήταν 2:1. Στο Γαλλικό στρατό ήταν 2,3:1. Σε αντίθεση, στον Πολωνικό στρατό, κατά τον Σεπτέμβριο, ήταν 32,2:1.[2] Οι Πολωνοί αξιωματικοί λιποτάκτησαν αφήνοντας τους στρατιώτες τους να βρουν τον θάνατο και την πατρίδα τους να κατακτηθεί. Αυτή ήταν η αληθινή φύση της αστικοτσιφλικάδικης ελίτ που κυβερνούσε τότε την Πολωνία και την οδήγησε στην εξαφάνιση.

 

Η είσοδος της ΕΣΣΔ στην Πολωνία

Παρά τις έντονες κλήσεις του Βερολίνου να συμμετέχει η ΕΣΣΔ σε στρατιωτική δράση ενάντια στην Πολωνία η ΕΣΣΔ περιμένει. Ο κίνδυνος όμως να καταληφθεί γρήγορα ολόκληρη η Πολωνία και έτσι να εμφανιστεί η Γερμανία στα περίχωρα του Μινσκ ήταν εμφανής. Μόνο στις 17 Σεπτεμβρίου και αφ’ ότου η πολωνική κυβέρνηση διέφυγε και επήλθε η κατάλυση του πολωνικού κράτους, η ΕΣΣΔ απελευθέρωσε τα κατακτημένα από την Πολωνία το 1920 σοβιετικά εδάφη. Απελευθερώνονται εκατομμύρια Ουκρανοί, Λευκορώσοι και Εβραίοι που ζούσαν στην ανατολική Πολωνία. Απελευθερώνεται, επίσης, το Βίλνιους, το οποίο αποδίδεται στη Λιθουανία και αποκαθίσταται το έδαφός της.

Προφανώς, δεν υπήρχε εναλλακτική λύση. Διαφορετικά, η ΕΣΣΔ θα αντιμετώπιζε αυξημένους κινδύνους επειδή τα παλιά σοβιετικά-πολωνικά σύνορα ήταν μόνο μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από το Μινσκ. Η χώρα θα έπρεπε να εισέλθει στον αναπόφευκτο πόλεμο με τους Ναζί από πολύ μειονεκτικές στρατηγικές θέσεις, ενώ εκατομμύρια ανθρώπων διαφορετικών εθνικοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των Εβραίων που ζούσαν κοντά στο Μπρεστ, στη Χρόντνα, στην Πρζέμισλ, στο Λβιβ και στο Βίλνιους, θα αφήνονταν να πεθάνουν στα χέρια των Ναζί και των τοπικών συνεργών τους.

Η ΕΣΣΔ δεν υποδούλωσε την Πολωνία. Προχωρώντας μέχρι την “Γραμμή Κέρζον” (Curzon line) απελευθέρωσε τα εκατομμύρια των Ουκρανών και Λευκορώσων και προσάρτησε τις περιοχές. Τα συγκεκριμένα εδάφη είχε αναγκαστεί να τα παραχωρήσει η νεαρή σοβιετική εξουσία στη Γερμανία με τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ το 1918. Παρόλο που το 1919 η διεθνής κοινότητα αναγνώρισε πως τα νόμιμα σύνορα της Πολωνίας έφταναν στη “Γραμμή Κέρζον”[3], η Πολωνία, συμμετέχοντας στην ιμπεριαλιστική επίθεση κατά της νεαρής Σοβιετικής Ρωσίας, επέκτεινε τα σύνορά της πέρα από τη γραμμή αυτή, καταλαμβάνοντας λευκορωσικά και ουκρανικά εδάφη. Οι περιοχές της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας έγιναν και πάλι τμήματα της ΕΣΣΔ και οι κάτοικοι, σώθηκαν από τη ναζιστική λαίλαπα και έγιναν σοβιετικοί πολίτες. Έντεκα εκατομμύρια άνθρωποι Ουκρανοί και Λευκορώσοι,  αλλά και οι Πολωνοί και άλλες εθνότητες, από θύματα της Πολωνικής καταπίεσης, της βίαιης πολωνοποίησης και της λεηλασίας από τους Πολωνούς ευγενείς αποκτούν με μιας τα δικαιώματα των πολιτών του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους.

Ποιος μπορεί να υποστηρίξει πως ήταν προτιμότερη η τύχη που επιφύλαξαν οι Γερμανοί στην κατεχόμενη Πολωνία όπου στήθηκαν και τα μεγαλύτερα στρατόπεδα συγκέντρωσης;

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι κανένας, ούτε καν η (αυτό) εξόριστη πολωνική κυβέρνηση που μετά από εβδομάδες αναγνωρίστηκε από τη Δύση, δεν είδε την πράξη της ΕΣΣΔ σαν εισβολή, δεν ζήτησε την αποχώρησή της από την ανατολική Πολωνία και βεβαίως δεν της κήρυξε τον πόλεμο, ούτε το έκανε θέμα στην ΚτΕ (ενώ, αντίθετα, το έκανε για τον πόλεμο με την Φινλανδία, με αφορμή τον οποίο και τότε μόνο η εξόριστη πολωνική κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στην ΕΣΣΔ). Τέλος, δεν είναι τυχαίο ότι ποτέ η Πολωνία, ούτε τότε, ούτε ως σοσιαλιστική αργότερα ή μετά την καπιταλιστική παλινόρθωση δεν διεκδίκησε τα εδάφη πέραν της “Γραμμής Κέρζον”. Επίσης, στη Γιάλτα οι Τσώρτσιλ και Ρούσβελτ θεώρησαν αυτονόητη τη γραμμή Κέρζον και οι μόνες αντιρρήσεις τους επικεντρώθηκαν στο πόσο θα επεκταθεί η Πολωνία δυτικά σε βάρος της Γερμανίας.

Ακόμη και η Βρετανία, στο επίσημο ανακοινωθέν του Υπουργείου Πληροφοριών στις 18 Σεπτεμβρίου, χαρακτηρίζει μόνο “ανεπαρκή” τα επιχειρήματα της ΕΣΣΔ ενώ, συνολικά στο ανακοινωθέν δίνεται έμφαση στο θέμα της συνέχισης του πολέμου κατά της Γερμανίας [4].

 Ο Τσώρτσιλ πολύ πιο συγκεκριμένα, δηλώνει την 1η Οκτωβρίου ότι η σοβιετική κίνηση ήταν «ξεκάθαρα απαραίτητη» και έγινε μόνο «για την ασφάλεια της Ρωσίας ενάντια στη ναζιστική απειλή» (και όχι λόγω επεκτατικής διάθεσης). Σημείωνε δε ότι τα σοβιετικά συμφέροντα που εξυπηρετούνταν από αυτή την κίνηση συνέπιπταν με τα γαλλοαγγλικά [5].

Στις 4 Οκτωβρίου 1939, μιλώντας στη Βουλή των Λόρδων, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, λόρδος Χάλιφαξ, (George Savile, 1st Marquess of Halifax) είπε: «…πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι ενέργειες της σοβιετικής κυβέρνησης ήταν να μετακινήσουν τα σύνορα ουσιαστικά στη γραμμή που προβλεπόταν στη Διάσκεψη των Βερσαλλιών από τον Λόρδο Κάρζον… αναφέρω ιστορικά γεγονότα και πιστεύω ότι είναι αδιαμφισβήτητα».

Επίσης, ο Βρετανός πολιτικός Λόιντ Τζορτζ, (David Lloyd George) τόνισε: «Ο ρωσικός στρατός κατέλαβε εδάφη που δεν είναι Πολωνικά και που κατασχέθηκαν βίαια από την Πολωνία μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο… Θα ήταν μια πράξη εγκληματικής παραφροσύνης να θέσει τη ρωσική ανάπτυξη το ίδιο ισότιμα με τη γερμανική».

Στις 17 Οκτωβρίου 1939 ο υφυπουργός Εξωτερικών, Μπάτλερ (R.A. Butler), σε επικοινωνία του με τον Σοβιετικό εκπρόσωπο Μάισκι, του εμπιστεύτηκε ότι οι βρετανικοί κυβερνητικοί κύκλοι πίστευαν ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει ζήτημα επιστροφής της Δυτικής Ουκρανίας και της Λευκορωσίας στην Πολωνία. Σύμφωνα με τον ίδιο, εάν ήταν δυνατόν να δημιουργηθεί μια εθνογραφική Πολωνία μέτριου μεγέθους με εγγύηση όχι μόνο της ΕΣΣΔ και της Γερμανίας, αλλά και της Βρετανίας και της Γαλλίας, η βρετανική κυβέρνηση θα ήταν αρκετά ικανοποιημένη.

Στις 27 Οκτωβρίου 1939, ο ανώτερος σύμβουλος του Βρετανού πρωθυπουργού Τσάμπερλεν (Arthur Neville Chamberlain), Χ. Γουίλσον, δήλωσε ότι η Πολωνία, μετά τον πόλεμο «Έπρεπε να αποκατασταθεί ως ανεξάρτητο κράτος στην εθνογραφική της βάση, αλλά χωρίς τη Δυτική Ουκρανία και τη Λευκορωσία».

Καμία φωνή διαμαρτυρίας ή αμφισβήτησης της κίνησης της ΕΣΣΔ δεν ακούστηκε από κάπου. Ούτε δόθηκε κάποια διαταγή (κεντρικά) στον πολωνικό στρατό να αντισταθεί όπως και δεν το έπραξε. Απεναντίας η διαταγή του Ανώτατου Διοικητή των πολωνικών δυνάμεων στρατάρχη E. Rydz- Smigly, με ημερομηνία 17 Σεπτεμβρίου, όριζε να μην εμπλακούν οι Πολωνοί με τους Σοβιετικούς και απλώς να διαπραγματευτούν την  έξοδό τους σε Ρουμανία ή Ουγγαρία.[6] Τέλος και ίσως το επιστέγασμα, όταν ανασυστάθηκε πολωνική κυβέρνηση στη Δύση (Λονδίνο), αυτή διεμήνυσε στους Σοβιετικούς, μέσω των Άγγλων, ότι δεν επιδιώκει την “επιστροφή” των εδαφών αυτών.

Σε επιστολή του προς τον Γερμανό πρέσβη στη Μόσχα Σούλενμπουργκ (Friedrich Werner von der Schulenburg) ο Ρίμπεντροπ γράφει:

«Επίσης, τίθεται το ερώτημα σε περίπτωση που δεν γινόταν ρωσική επέμβαση, εάν στην περιοχή που βρίσκεται ανατολικά της γερμανικής ζώνης επιρροής μπορεί να μην υπάρξει πολιτικό κενό. Εφόσον εμείς από την πλευρά μας δεν σκοπεύουμε να αναλάβουμε πολιτικές ή διοικητικές δραστηριότητες σε αυτές τις περιοχές, πέραν των αναγκαίων στρατιωτικών επιχειρήσεων, χωρίς τέτοια παρέμβαση εκ μέρους της Σοβιετικής Κυβέρνησης μπορεί να υπάρξει η δυνατότητα κατασκευής νέων».[7]

Εάν δεν παρέμβαινε η ΣΕ, εκτός των προαναφερθέντων, η Γερμανία ένιωθε ότι ήταν πλέον ελεύθερη είτε να καταλάβει την Ανατολική Πολωνία μέχρι τα σοβιετικά σύνορα ή –όπως ξέρουμε τώρα ότι σχεδίαζε ο Χίτλερ– να σχηματίσει εκεί ένα ή περισσότερα φιλοναζιστικά, αντισοβιετικά κράτη-μαριονέτα. Η ΕΣΣΔ απλά δεν μπορούσε να επιτρέψει κανένα από αυτά τα αποτελέσματα.

Ουσιαστικά αναγνωριζόταν πως με την πράξη της η ΕΣΣΔ διέκοπτε την προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων πέραν του συγκεκριμένου ορίου, το οποίο πέτυχε η ΕΣΣΔ, μακριά από τα σύνορά της με ό,τι θετικό σήμαινε αυτό για τον συγκεκριμένο πληθυσμό της Πολωνίας και την τύχη της ΕΣΣΔ και της Ευρώπης αργότερα

Τον Νοέμβριο του 1939, η εξόριστη κυβέρνηση της Πολωνίας – δύο μήνες μετά την προσάρτηση δυτικής Ουκρανίας και Λευκορωσίας στην ΕΣΣΔ, κηρύσσει τον πόλεμο εναντίον της ΕΣΣΔ σπρωγμένη από τους δυτικούς σε απάντηση στον σοβιετοφινλανδικό πόλεμο. Συγκροτούν και μια ταξιαρχία για να σταλεί προς… υπεράσπιση της Φινλανδίας.

Με την πράξη πολέμου η πολωνική κυβέρνηση αλλάζει το status των Πολωνών στρατιωτών που βρίσκονταν υπό κράτηση ακόμη στην ΕΣΣΔ. Μετά όμως από την προσάρτηση των εδαφών στην ΕΣΣΔ οι Πολωνοί αιχμάλωτοι έγιναν αυτόματα πολίτες της ΕΣΣΔ και εξ αυτού, απελευθερώθηκαν. Από τους 250-300 χιλιάδες Πολωνών στρατιωτών και αξιωματικών που τέθηκαν υπό κράτηση, κατά συντριπτική  πλειοψηφία  αφέθηκαν σύντομα ελεύθεροι. Όχι όμως κι εκείνοι που χρεώθηκαν με εγκλήματα σε βάρος του πολωνικού και μη πληθυσμού των περιοχών που απελευθερώθηκαν καθώς κι αυτοί που κρίθηκαν υπεύθυνοι για εγκλήματα ενάντια στην ΕΣΣΔ. Έτσι περίπου 20.000 εκπρόσωποι κυρίως της στρατιωτικής και κυβερνητικής ελίτ  της Πολωνίας, μέλη της ανώτερης αστικής τάξης, των τσιφλικάδων και των μεγαλοβιομηχάνων παρέμειναν υπό κράτηση μέχρι ειδική επιτροπή να εξετάσει τις υποθέσεις τους και να αποφανθεί για την τύχη τους.

Μετά τον σοβιετοφινλανδικό πόλεμο η εξόριστη πολωνική κυβέρνηση αποσύρει την κήρυξη πολέμου που ως τότε διατηρούσε ενεργή. Συνεχίζει όμως με κάθε ευκαιρία την αντισοβιετική της πολιτική.

Στις 30 Ιουλίου 1941 η εξόριστη κυβέρνηση Σικόρσκι (Władysław Eugeniusz Sikorski) άρχισε διαπραγματεύσεις με την ΕΣΣΔ για την τύχη των 20.000 Πολωνών αιχμαλώτων. Επίσης, αποφασίστηκε να δημιουργηθεί πολωνικός στρατός υπό τις εντολές του Πολωνού στρατηγού Άντερς (Władysław Albert Anders) που ήταν ένας από τους αιχμαλώτους την εποχή εκείνη, με την ρητή υπόσχεση από τον Σικόρσκι στον ίδιο τον Στάλιν, πως η στρατιά αυτή θα παρέμενε στην ΕΣΣΔ και θα μαχόταν εναντίον των ναζιστών εισβολέων. Εκτός από 25.000 που ζητήθηκε και συμφωνήθηκε να σταλούν στη Μέση Ανατολή και να προσχωρήσουν στον βρετανικό στρατό. Δημιουργήθηκε και εξοπλίστηκε πλήρως μια στρατιά 114.000 που ποτέ όμως δεν πολέμησε στο πλευρό των Σοβιετικών. Ουσιαστικά, ποτέ δεν πολέμησε γενικώς. Στη συγκλονιστική μάχη του Στάλινγκραντ η στρατιά του Άντερς, όπως έμεινε γνωστή, προσπαθούσε άκαπνη κι αμέτοχη να διασχίσει τις εκτάσεις της ΕΣΣΔ κατευθυνόμενη προς την Μέση Ανατολή μέσω του Ιράν. Ακόμη και όσοι έφτασαν εκεί – πολύ αργά, δεν πολέμησαν ποτέ. Η στάση της στρατιάς Άντερς στάθηκε η λυδία λίθος στην αμετάκλητη επιδείνωση των σχέσεων ΕΣΣΔ και εξόριστης κυβέρνησης Σικόρσκι.

Όμως χιλιάδες Πολωνοί παρέμεναν ακόμη στην ΕΣΣΔ. Αυτοί οργανώθηκαν στον Πολωνικό Λαϊκό Στρατό (ΠΛΣ) υπό την καθοδήγηση του PKKA. Κατά τη μάχη του Βερολίνου ο ΠΛΣ αριθμούσε 400.000 μαχητές. Ήταν και τα μόνα πολωνικά στρατεύματα που συμμετείχαν στην απελευθέρωση της χώρας τους από τους ναζί.

Η πολωνική κυβέρνηση μέχρι τέλους του πολέμου, συνέχιζε να προβοκάρει τον αγώνα του λαού της, αυτή τη φορά στην κατεύθυνση των συμφερόντων Βρετανίας-Γαλλίας και με προφανή επιδίωξη να προλάβει τις εξελίξεις και τους Σοβιετικούς από τον έλεγχο της Βαρσοβίας. Τον Αύγουστο του 1944 διέταξε την πολωνική αντίσταση υπό τον έλεγχο του Σικόρσκι να αρχίσει την εξέγερση της Βαρσοβίας, χωρίς συνεννόηση με τον Κόκκινο Στρατό κι ενώ αυτός βρισκόταν στην ανατολική όχθη του Βιστούλα καθηλωμένος μετά από ταχεία προέλαση 400 χιλιομέτρων και εξάντληση των πολεμοφοδίων του. Η εξέγερση δεν είχε οργανωθεί, οι αντάρτες ήταν εξοπλισμένοι πλημμελώς, με ελαφριά όπλα και απότυχαν να καταλάβουν κρίσιμα στρατηγικά φυλάκια και να καταστρέψουν τους σιδηροδρόμους μέσω των οποίων οι Γερμανοί μετέφεραν τις δυνάμεις τους στην πόλη. Παρόλη την πρόσκαιρη αδυναμία του ΚΣ και την αποτυχία της πολωνικής στρατιάς να προχωρήσει προς την Βαρσοβία, οι σοβιετικοί κατάφεραν να απελευθερώσουν την περιφέρεια Praga στην δυτική όχθη του Βιστούλα αλλά δεν κατέστη δυνατό να προχωρήσουν περισσότερο. Το ίδιο συνέβη και με την στρατιά του Πολωνικού Λαϊκού Στρατού. Παρά την έλλειψη αεροπορικών καυσίμων μπόρεσαν με αρκετές αποστολές να προμηθεύσουν τους Πολωνούς αντάρτες με τρόφιμα, όπλα και πολεμοφόδια. Αντιθέτως, οι ρίψεις προμηθειών που αποπειράθηκαν οι Σύμμαχοι κατά 95% προσγειώθηκαν σε περιοχές που έλεγχαν οι Γερμανοί. Η εξέγερση οδηγήθηκε σε παταγώδη αποτυχία, σε τραγωδία για τον πολωνικό λαό, με τους Γερμανούς να σφάζουν 200.000 ανθρώπους.

Μετά τη νίκη επί της ναζιστικής Γερμανίας μέσω των διπλωματικών προσπαθειών και της επίμονης προσπάθειας της ΕΣΣΔ, η Πολωνία εξασφάλισε μεγάλες βιομηχανικά ανεπτυγμένες περιοχές όπως η Σιλεσία, η ανατολική Πρωσία και η Πομερανία. Με αποτέλεσμα να επεκταθεί εδαφικά κατά ένα τέταρτο της μέχρι τότε έκτασής της.

Στις 22 Φεβρουαρίου 1945 ο Τσώρτσιλ σε προσωπική επιστολή του προς τον Στάλιν, επί τη ευκαιρία της επετείου ίδρυσης του ΚΣ   (23/2/1918) έγραφε:

«Ο κόκκινος στρατός γιορτάζει την 27 επέτειο της ίδρυσης του, θριαμβευτικά, έχοντας κερδίσει τα απέραντα χειροκροτήματα των συμμάχων».

Και ο πρόεδρος Ρούσβελτ σε αντίστοιχη επιστολή:

«Η αδιάκοπη, περιφανής νίκη του κόκκινου στρατού μαζί με τις δυνάμεις των  Ηνωμένων Εθνών στο Νότο και τη Δύση, εξασφάλισαν τη γρήγορη επίτευξη του κοινού μας στόχου, την ειρήνη της γενιάς μας, με κατανόηση και συνεργασία».

Ο επίλογος μετά τον πόλεμο και με την Πολωνία εδαφικά όπως την γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, μπήκε στην σοβιετοπολωνική διακήρυξη φιλίας (3-4 Δεκεμβρίου 1945):

«Ύστερα από το νικηφόρο πόλεμο και την ανάλογη τιμωρία των χιτλερικών εγκληματιών το καθήκον των συμμαχικών κρατών θα είναι να εξασφαλίσουν σταθερή και δίκαιη ειρήνη. Αυτό είναι δυνατόν να επιτευχθεί μόνο με μια καινούργια οργάνωση των διεθνών σχέσεων που να στηρίζεται στην ένωση των δημοκρατικών χωρών με μια σταθερή συμμαχία. Για την ίδρυση της οργάνωσης αυτής αποφασιστικό στοιχείο πρέπει να είναι ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου που να το προστατεύει συλλογική ένοπλη δύναμη όλων των συμμαχικών κρατών».

Η Πολωνία σήμερα

Περίπου 600.000 σοβιετικοί στρατιώτες και δεκάδες χιλιάδες πολωνοί, σκοτώθηκαν στη διάρκεια της επιχείρησης του 1944-1945 για να ελευθερώσουν την Πολωνία από την κατοχή των Ναζί. Η Κρακοβία – μνημείο του παγκόσμιου πολιτισμού σήμερα, σώθηκε από την ναζιστική παγίδευση μόνο λόγω της παράτολμης επίθεσης του ΚΣ με τον στρατάρχη Ροκοσόφσκι (Константин Константинович Рокоссовский) που πρόλαβε την πυροδότηση των εκρηκτικών.

Τα τελευταία χρόνια, οι πολωνικές αρχές ανέλαβαν την κατεδάφιση μνημείων αφιερωμένων στον Κόκκινο Στρατό και τον Στρατό του Λούμπλιν και εισήγαγαν νομοθεσία στην Πολωνία και σε επίπεδο ΕΕ προσπαθώντας να εξισώσουν την ΕΣΣΔ με τη ναζιστική Γερμανία και να κατηγορήσουν τους Σοβιετικούς για την έναρξη ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ.

Η σύγχρονη πολωνική αστική ηγεσία που ξεπήδησε μετά την παλινόρθωση του καπιταλισμού δεν έχει συγχωρήσει την ΕΣΣΔ για τη σοσιαλιστική περίοδο που επιφύλαξε στην Πολωνία. Έτσι έχει καταφέρει να αναδειχθεί σε… μαντρόσκυλο των ΗΠΑ στην Ευρώπη (κυρίως μετά την υποχώρηση της Βρετανίας). Πρωτοστατεί στη νέα έκδοση της αντισοβιετικής και αντιρωσικής υστερίας, στο ξήλωμα μνημείων των σοβιετικών απελευθερωτών της, στην παραχάραξη των ιστορικών γεγονότων και στον… στρουθοκαμηλισμό έναντι των πραγματικών γεγονότων της εποχής πριν την έναρξη του πολέμου! Δείχνει τη μεγαλύτερη επιμέλεια προς τις αμερικανικές επινοήσεις που με χαλκευμένα αρχεία επιχειρούν να ταυτίσουν τον Χίτλερ με τον Στάλιν, τον ηγέτη της χώρας που σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος του καταστροφικότερου πολέμου στην ιστορία της ανθρωπότητας!

Πιστή, η πολωνική κυβερνητική ελίτ, στον αντισημιτισμό που επέδειξε ως τάξη κατά τη διάρκεια της δράσης της στην ιστορία, επιτρέπει σήμερα στο κυλικείο του πολωνικού κοινοβουλίου να πωλούνται εφημερίδες με οδηγίες για το πώς μπορούμε να διακρίνουμε τους Εβραίους.[8] Και βέβαια, αργά και διακριτικά, πολύ συγκεκριμένα όμως, ανασύρει τον μεγαλοϊδεατισμό και τις βλέψεις εναντίον των γειτονικών της χωρών και, κυρίως, της Ουκρανίας.

[1] Υπόμνημα του υπουργού εξωτερικών Ρίμπεντροπ, 6 Ιανουαρίου 1939, DGFR, σειρά F, τόμος 5, έγγραφο 120, 159-61. Από Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ, Benjamin Carter Hett, Διόπτρα, σελ. 381.

[2] G. Mukhin Katynskii Detektiv, στο http://www.politicsforum.org/

[3] Από τον λόρδο Κέρζον τότε υπουργός των εξωτερικών της Βρετανίας. Πρόκειται για τα σύνορα μεταξύ Πολωνίας και νεαρής Σοβιετικής Ένωσης, που πρότεινε ο Άγγλος ΥΠΕΞ λόρδος Κέρτζον το 1919, στο Συνέδριο Ειρήνης του Παρισιού που κατέληξε στην Συνθήκη των Βερσαλλιών. Η απόφαση αυτή επαναβεβαιώθηκε στην Συνθήκη των Παρισίων του 1947, όπου τα εδάφη και οι πληθυσμού που βρίσκονταν Ανατολικά από την Γραμμή Κέρτζον υπήχθησαν στην Σοβιετική Ένωση. Στο χάρτη η γραμμή Κέρζον με μπλε.

[4] Times, 19 Σεπτέμβρη 1939

[5] Ραδιοφωνική ομιλία του Τσώρτσιλ της 1ης Οκτωβρίου 1939, που τυπώθηκε   στους New York Times στις 2 Οκτωβρίου 1939, σελ. 6.

[6] Σχετική διαταγή του Ανώτατου Πολωνού Διοικητή της 17ης Σεπτεμβρίου 1939.

[7] – http://avalon.law.yale.edu/20th_century/ns072.asp

[8] 

 

Απόψεις