Στις 27 Σεπτεμβρίου 1941, πριν από ακριβώς 85 χρόνια, σε μια Αθήνα πεινασμένη, φοβισμένη και σκλαβωμένη, τέσσερα πολιτικά κόμματα υπέγραφαν την ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου. Το ΚΚΕ, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας, η Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας και το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας έβαζαν τα θεμέλια εκείνου που έμελλε να εξελιχθεί στη μεγαλύτερη πανελλαδική αντιστασιακή οργάνωση της Κατοχής.
Η πρωτοβουλία και ο καθοριστικός οργανωτικός ρόλος ανήκαν στο ΚΚΕ. Το ΕΑΜ, όμως, δεν συγκροτήθηκε ως ένα ακόμη κόμμα ούτε απλώς ως κομματικός μηχανισμός. Φιλοδοξούσε να γίνει μέτωπο ενός λαού που έπρεπε πρώτα να επιβιώσει, ύστερα να αντισταθεί και τελικά να διεκδικήσει το δικαίωμα να αποφασίζει ο ίδιος για το μέλλον του.
Αυτό ακριβώς είναι ίσως το στοιχείο που, 85 χρόνια αργότερα, αξίζει περισσότερο να θυμόμαστε.
Το ΕΑΜ δεν είπε στον πεινασμένο: «περίμενε να τελειώσει ο πόλεμος». Οργάνωσε αλληλεγγύη. Δεν είπε στον νέο: «η πολιτική είναι υπόθεση των μεγάλων». Τον οργάνωσε. Δεν είπε στη γυναίκα: «γύρισε στο σπίτι». Την έβαλε στην πολιτική και κοινωνική ζωή. Δεν είπε στον χωρικό: «οι αποφάσεις παίρνονται στην Αθήνα». Στις απελευθερωμένες περιοχές γεννήθηκαν μορφές τοπικής αυτοδιοίκησης, λαϊκής δικαιοσύνης, εκπαίδευσης και κοινωνικής πρόνοιας.
Και το 1944 συνέβη κάτι πραγματικά πρωτοποριακό για την ελληνική κοινωνία. Στις εκλογές που οργανώθηκαν για το Εθνικό Συμβούλιο των Κορυσχάδων συμμετείχαν για πρώτη φορά γυναίκες ως ψηφοφόροι και υποψήφιες. Πέντε γυναίκες εξελέγησαν εθνοσύμβουλοι. Σε μια Ελλάδα όπου οι γυναίκες θα αποκτούσαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα αργότερα, μέσα στην Κατοχή και στα βουνά γινόταν ήδη μια πρόβα κοινωνικής αλλαγής.
Αυτό είναι που κάνει το ΕΑΜ κάτι περισσότερο από μια σελίδα στρατιωτικής ιστορίας.
Υπήρξε ένα τεράστιο σχολείο συμμετοχής.
Άνθρωποι που μέχρι τότε θεωρούνταν απλοί υπήκοοι ανακάλυψαν ότι μπορούν να γίνουν πολίτες. Να συνεδριάζουν, να εκλέγουν, να οργανώνουν, να μορφώνονται, να διεκδικούν. Ο εργάτης, ο αγρότης, ο φοιτητής, η γυναίκα της γειτονιάς, ο δάσκαλος του χωριού απέκτησαν για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα την αίσθηση ότι η Ιστορία δεν γράφεται μόνο στα υπουργικά γραφεία και στα ανάκτορα.
Γράφεται και από κάτω.
Το ιδρυτικό πρόγραμμα του ΕΑΜ είχε άλλωστε μια πλευρά που συχνά παραλείπεται στη δημόσια συζήτηση. Έθετε ως πρωταρχικό στόχο την απελευθέρωση και την πλήρη ανεξαρτησία της χώρας και προέβλεπε, μετά την Απελευθέρωση, προσωρινή κυβέρνηση και εκλογές, ώστε ο ελληνικός λαός να αποφασίσει για το πολίτευμα και τη διακυβέρνησή του.
Η συνέχεια υπήρξε τραγική. Η Απελευθέρωση του 1944 δεν έφερε την κοινωνική και πολιτική ομαλότητα που πολλοί περίμεναν. Ακολούθησαν τα Δεκεμβριανά, η όξυνση των πολιτικών συγκρούσεων, ο Εμφύλιος Πόλεμος και, για ένα μεγάλο μέρος των τίμιων και ηρωικών ανθρώπων που είχαν ενταχθεί στην εαμική Αντίσταση, διώξεις, φυλακές, εκτελέσεις και εξορίες.
Όμως οι ιδέες που είχε απελευθερώσει εκείνη η εποχή δεν μπορούσαν να φυλακιστούν στη Μακρόνησο.
Η απαίτηση για δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη, πολιτική συμμετοχή, ισότητα των γυναικών, λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία πέρασε, με διαφορετικούς δρόμους και ασφαλώς με διαφορετικές πολιτικές εκφράσεις, στη μεταπολεμική Ελλάδα και τελικά στη δημοκρατική κουλτούρα της Μεταπολίτευσης.
Το ίδιο το ΕΑΜ ανήκει ιστορικά στην περίοδο της Κατοχής και των πρώτων μεταπελευθερωτικών χρόνων.Η κληρονομιά του, όμως, επέζησε πολύ περισσότερο από την οργανωτική του ύπαρξη.
Η μαζική συμμετοχή ανθρώπων που μέχρι τότε βρίσκονταν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, η παρουσία των γυναικών, η οργάνωση των εργαζομένων και της νεολαίας, οι μορφές αυτοδιοίκησης στις απελευθερωμένες περιοχές και, κυρίως, η πεποίθηση ότι ο απλός πολίτης μπορεί να γίνει ενεργό υποκείμενο της Ιστορίας άφησαν βαθύ ίχνος στη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία.
Αυτό το ίχνος δεν ακολούθησε μια ευθεία γραμμή από το 1944 στο 1974. Μεσολάβησαν ένας εμφύλιος πόλεμος, ένα μετεμφυλιακό κράτος βαθιά διχασμένο από τις συνέπειές του και, τελικά, η επταετής δικτατορία. Για δεκαετίες η επίσημη μεταπολεμική Ελλάδα αντιμετώπιζε μεγάλο μέρος της εαμικής Αντίστασης όχι ως τμήμα της εθνικής μνήμης αλλά μέσα από τα χαρακώματα του Εμφυλίου. Μόλις το 1982, με τον νόμο 1285, πραγματοποιήθηκε η ευρεία θεσμική αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης.
Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε κανέναν. Η Ιστορία δεν χρειάζεται αγιογραφίες. Χρειάζεται όμως μνήμη, μέτρο και δικαιοσύνη.
Και δικαιοσύνη σημαίνει να αναγνωρίζουμε ότι το ΕΑΜ κατόρθωσε κάτι που ελάχιστα κινήματα στην ελληνική ιστορία πέτυχαν: μετέτρεψε για ένα διάστημα έναν φοβισμένο και κατακτημένο πληθυσμό σε οργανωμένη κοινωνία.
Έκανε τον άνθρωπο που έλεγε «τι μπορώ να κάνω εγώ;» να ανακαλύψει τη δύναμη του «εμείς».
Ίσως γι’ αυτό, 85 χρόνια μετά, η 27η Σεπτεμβρίου δεν είναι απλώς επέτειος μιας οργάνωσης.
Είναι επέτειος της στιγμής που ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού αρνήθηκε να παραμείνει θεατής.
Και αποφάσισε να γίνει πρωταγωνιστής της Ιστορίας του. Μήπως ήρθε η ώρα να ξαναγίνει;
*O Nίκος Μαρκάτος είναι Ομότιμος Καθηγητής ΕΜΠ, πρ.Πρύτανης