Η πολιτικοποίηση της μετανάστευσης στον Δυτικό Κόσμο

ΣΟΦΙΑ ΧΟΥΔΑΛΑΚΗ ΣΟΦΙΑ ΧΟΥΔΑΛΑΚΗ • 18 Ιουλίου 2016

Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα΄ναι, μα εξορία[1].

Πόσα εκατομμύρια εκπατρισμένων ανθρώπων, πόσες ζωές πνιγμένων παιδιών χωρίζουν το ποίημα του Μπρεχτ για τους Μετανάστες από τους στίχους που είναι χαραγμένοι στη βάση του αγάλματος της Ελευθερίας, στην είσοδο του Νέου Κόσμου; Υψώνει τη δάδα της στον ουρανό η Ελευθερία “made in U.S.A.” και δηλώνει στις καραβιές των ανθρώπων που καταφθάνουν στο λιμάνι της:

«Δώστε μου τους κουρασμένους, τους φτωχούς σας
Τις μάζες εκείνων που σας περισσεύουν και
Που επιθυμούν να αναπνεύσουν ελεύθερα.
Τα άθλια σκουπίδια των κοσμοβριθών ακτών σας.

Στείλτε σε μένα αυτούς τους άστεγους,
Τους χτυπημένους από την καταιγίδα:
Υψώνω τη λάμπα μου δίπλα στη χρυσή πύλη»[2].

Η λάμπα υψώθηκε και φώτιζε για δεκαετίες τους δρόμους που έπρεπε να ακολουθήσουν οι «πλεονάζοντες πληθυσμοί», για να μπορέσουν να βρουν τις εισόδους των ορυχείων, των εργοστασίων, των εστιατορίων… και όσο φώτιζε, τόσο η οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη επιτυγχάνονταν. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα η Β. Αμερική αύξησε τον πληθυσμό της κατά 100 εκατομμύρια ανθρώπους, ήτοι 1.000.000 ετησίως[3]. Σε αυτούς τους μετανάστες αναγνωρίζονταν το δικαίωμα μιας ευκαιρίας για επιβίωση, εφόσον μέσα από τον προσωπικό αγώνα του καθενός, στελεχώνονταν όλες εκείνες οι δομές που συνέβαλαν στη θριαμβευτική νίκη του laissez-faire, στα τέλη του 1800. Εξάλλου, η μετανάστευση ήταν ανέκαθεν ένα φαινόμενο οικονομικό και πολιτικό. Αντίστοιχες πολιτικές εφάρμοσαν και άλλες χώρες που λειτούργησαν ως χώρες εισαγωγής εργατικού δυναμικού, τόσο τον 19ο , όσο και τον 20ο αιώνα. Γράφει στον αδερφικό του φίλο ο σκηνοθέτης Αλέξης Δαμιανός,  στην πρώτη του ταινία «Μέχρι το πλοίο», «…έδωκα ό,τι είχα και δεν είχα σε ένα λιμοκοντόρο και μου έφτιαξε τα χαρτιά μου για την Αυστράλια… φεύγω το φθινόπωρο με το Πατρίς, φεύγω για δε φτουράει το ψωμί και χορτάτος έχω να κοιμηθώ χρόνια».

Επιβίβαση μεταναστών στο «Πατρίς» που εκτελούσε δρομολόγια Ελλάδα - Αυστραλία

Επιβίβαση μεταναστών στο «Πατρίς» που εκτελούσε δρομολόγια Ελλάδα – Αυστραλία

Πίσω από κάθε ξεριζωμό, όσο και αν τον ονομάσουμε «μετοικεσία» ή «αποδημία» ή «μετεγκατάσταση» ή «διασπορά», υπάρχει το ψωμί. Αυτό το διαχρονικό σύμβολο της επιβίωσης, η κινητήριος δύναμη που ωθεί μαζικά τους πληθυσμούς να αφήσουν πίσω τα πατρογονικά τους και να διεκδικήσουν κάπου αλλού το, τυπικά, αναφαίρετο δικαίωμα της ζωής. Από πλευράς επίσημων φορέων κρατικών, διεθνών ή υπερεθνικών, αυτή η ανάγκη για το ψωμί είναι που μπαίνει στο ζύγι. Η ανθρώπινη ανάγκη της ύπαρξης αποτιμάται και συνδυάζεται με τις ανάγκες της οικονομικής ανάπτυξης κάθε κράτους. Αυτονόητα, εφόσον μιλάμε για τη νεότερη περίοδο, μιλάμε για την καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη του Δυτικού κόσμου. Όσο οι ανάγκες αυτές συναντιόνται, τόσο οι μετακινούμενοι πληθυσμοί είναι ευπρόσδεκτοι. Στις αρχές του 1900 ο Israel Zanfwill έγραφε στο έργο του The Melting Pot:

 «…Η Αμερική είναι το μεγάλο χωνευτήρι του Θεού, το μεγάλο χωνευτήρι που όλες οι φυλές της Ευρώπης λιώνουν και αναμορφώνονται […]Γερμανοί και Γάλλοι, Ιρλανδοί και Άγγλοι, Εβραίοι και Ρώσοι, όλοι μέσα στο χωνευτήρι. Ο Θεός δημιουργεί τον Αμερικάνο…»[4].

Σε αυτή την περίπτωση οι θύρες  των κρατών ανοίγουν θέτοντας σαφείς όρους εργασίας και διαβίωσης. Στα τέλη του 19ου αιώνα, σκοπός δεν είναι μόνο να στελεχωθούν οι γραμμές παραγωγής, αλλά και να εξαπλωθεί η μια και μοναδική εθνική κουλτούρα, το ομοιογενές έθνος. «Το καθήκον μας είναι να αφομοιώσουμε και να συγχωνεύσουμε αυτούς τους λαούς (ανατολικοευρωπαίους και νοτιοευρωπαίους) ως τμήμα της αμερικάνικης φυλής μας και να εμφυσήσουμε στα παιδιά τους, όσο το δυνατόν περισσότερο την αγγλοσαξονική αντίληψη της ορθότητας, του νόμου και της τάξης […]  να ξυπνήσουμε σε αυτά τον σεβασμό για όλα εκείνα τα στοιχεία της εθνικής μας ζωής που ως λαός θεωρούμε ότι έχουν διαχρονική αξία…»[5]

Τα εθνικά κράτη γέμισαν κόσμο, η οικονομική ανάπτυξη διογκώθηκε, η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου προχώρησε. Όλα αυτά μαζί οδήγησαν σε μια νέα παγκόσμια ισορροπία που χρειάστηκε έναν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να εδραιωθεί. Νέα σύνορα χαράχτηκαν σε εδάφη που κάποτε αποτελούσαν ενιαίες πολιτικές οντότητες. Παλιές αυτοκρατορίες αιώνων κατέρρευσαν και ο πάταγος αυτής της διάλυσης κατέστησε τους παλιούς συντοπίτες, ξένους. Εκεί που κάποτε έστεκε το αίσθημα του συνανήκειν με το γείτονα, ορθώθηκαν νομικοί περιορισμοί. Ο κάτοικος του διπλανού χωριού για να διαβεί το δρόμο άρχισε να χρειάζεται επίσημα έγγραφα.

Οι μετανάστες, επιβάτες της τρίτης θέσης, πέρναγαν από ιατρική εξέταση στο Ελλις Αίλαντ

Οι μετανάστες, επιβάτες της τρίτης θέσης, πέρναγαν από ιατρική εξέταση στο Ελλις Αίλαντ

…και οι λαοί; Τι απέγιναν οι λαοί μετά τον Πόλεμο; Πώς θέλησαν να διαχειριστούν τους ανθρώπους τους, τα επίσημα κράτη;

Το 1927 ο Albert Thomas, ο πρώτος διευθυντής του International Labor Organization (ILO) δήλωνε: «Έφτασε η ώρα να σκεφτούμε τη δυνατότητα να καθιερώσουμε ένα είδος ανώτερης, υπέρ-εθνικής εξουσίας που θα κανονίζει τη διανομή των πληθυσμών με λογική και αντικειμενικότητα, ελέγχοντας και κατευθύνοντας τις μεταναστευτικές ροές και αποφασίζοντας το άνοιγμα ή το κλείσιμο των συνόρων των χωρών σε συγκεκριμένες ροές μεταναστών[6]».

Η περίοδος του Μεσοπολέμου, με τις μεταβολές που αυτός επέβαλλε στην ευρωπαϊκή ανθρωπογεωγραφία – αναγκαστικές εκτοπίσεις, ανταλλαγές πληθυσμών, διαφοροποιήσεις εθνοτικών συνδυασμών κτλ. – αποτέλεσε τη μήτρα μιας ιδέας που κατάφερε να εφαρμοστεί ευρέως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν η ιδέα της παγκόσμιας ρύθμισης της ανθρώπινης μετακίνησης μέσω υπέρ-εθνικών δομών του τύπου των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων παρόμοιων πολυμερών σχηματισμών. Μια διαχείριση που αρχικά καταπάτησε κάθε ανθρωπιστική αξία και στη συνέχεια ενέπλεξε το κριτήριο των οικονομικών συμφερόντων με τη διεθνή πολιτική. Μέσα από το πλήθος των οργανισμών, αυτό που εφαρμόζεται από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι και τα τέλη του 20ου αιώνα, είναι η «Πολιτικοποίηση της Μετανάστευσης».

Η αλλαγή του προφίλ του διεθνούς μετανάστη, που τον 19ο αι. είναι άνδρας, φτωχός, νέος, ικανός για χειρονακτική εργασία, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ταυτίζεται περισσότερο με την αναγκαστική εκτόπιση ολόκληρων εθνοτικών ομάδων ανεξαρτήτως φύλου ή ηλικίας και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μετατρέπεται σε εργαλείο προπαγάνδας από πλευράς του δυτικού κόσμου έναντι των Σοβιετικών, είναι μια ιστορία που εντάσσεται στις υψηλές σφαίρες της διεθνούς πολιτικής. Είναι μια ιστορία που παίζεται ακόμα, όποτε αρθρώνεται ένας δημόσιος λόγος του τύπου «εκεί οι καταπιεσμένοι σοβιετικοί δεν είχαν καμία ελευθερία, κανένα δημοκρατικό δικαίωμα γι’ αυτό δραπέτευαν προς τη Δύση». Είναι μια πολιτική ολοζώντανη και σύγχρονη, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Μετανάστευση δημιουργεί καταλόγους ασφαλών χωρών καταγωγής και ασφαλών τρίτων χωρών, από τις οποίες οι μετανάστες δεν γίνονται δεκτοί[7]. Είναι μια πολιτική που κληρονόμησε ο 21ος αιώνας και την εξελίσσει δημιουργώντας πληθυσμούς δύο ταχυτήτων. Σήμερα υπάρχουν οι νόμιμοι και οι παράνομοι μετανάστες, αυτοί που θα πληρωθούν επισήμως και οι άλλοι που θα ενισχύσουν τη μαύρη εργασία, αυτοί που θα πιστοποιήσουν το ανθρωποκεντρικό πρόσωπο του κράτους και οι άλλοι που θα γίνουν ο «μπαμπούλας» κάθε νομοταγούς πολίτη που θα φοβάται να μιλήσει στο μελαχρινό του γείτονα. 

Είναι μια ιστορία την αρχή της oποίας θα μπορούσε κανείς να ορίσει, συμβολικά, στη δημιουργία του IRO (International Refugee Organization). Η απόφαση για τη δημιουργία του IRO λαμβάνεται τον Δεκέμβριο του 1946, σε μια συνεδρίαση των Ηνωμένων Εθνών. Με μια πρώτη ανάγνωση, φαίνεται να είναι μια κίνηση πολιτικά ουδέτερη, με σκοπό τη δημιουργία ενός διεθνούς οργανισμού προς αντικατάσταση της UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration). Ωστόσο, στον IRO δεν συμμετέχουν η Σοβιετική Ένωση και οι χώρες του Ανατολικού Μπλοκ. Επί της ουσίας ο οργανισμός αυτός, που αρχίζει να λειτουργεί τον Ιούλιο του 1947, είναι εκτός πλαισίου λειτουργίας των Ηνωμένων Εθνών και τελεί υπό τον πλήρη έλεγχο των ΗΠΑ. Στις τυπικές του υποχρεώσεις ανήκει η νομική προστασία, η ανακούφιση και η επανεγκατάσταση των προσφύγων. Όμως, στα πλαίσια του νέου οργανισμού ο όρος «πρόσφυγας» υφίσταται πλέον νέες ερμηνείες, πολύ ευρύτερες σε σχέση με εκείνες που ίσχυαν κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Ο ορισμός του πρόσφυγα, συμπεριλαμβάνει πλέον όσους διώκονται «για φυλετικούς λόγους, θρησκευτικούς, εθνικότητας και μέλη συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων ή πολιτικών πεποιθήσεων»[8].

Αυτός ο συμπεριληπτικός ορισμός καθιστά, για πρώτη φορά, την πολιτική αντίρρηση έγκυρο λόγο προκειμένου να διεκδικήσει κάποιος το νομικό καθεστώς του πολιτικού ασύλου. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται αυτή η διευρυμένη ερμηνεία του πρόσφυγα, πρέπει να ειδωθεί εντός του ιστορικού πλαισίου της εποχής. Μόνο τότε αποκαλύπτεται η δυναμική του, διότι το 1947, υφίσταται ένα ζήτημα με τα στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος και τους συνεργάτες τους. Η Σοβιετική Ένωση κατηγορεί τον Οργανισμό (IRO) ότι προστατεύει τους εγκληματίες πολέμου, αποδίδοντάς τους τον χαρακτηρισμό του «πρόσφυγα» και παρέχοντάς τους πολιτικό άσυλο. Είναι γεγονός ότι όταν πρωτοσυστάθηκε ο IRO εντόπισε συνεργάτες των Ναζί και ανέφερε στο καταστατικό του ότι δεν θα τους προσέφερε καμία βοήθεια, δεν θα εμπόδιζε την έκδοσή τους στις χώρες τους και δεν θα παρενέβαινε στην τιμωρία τους. Ωστόσο, πολλοί από αυτούς που εντοπίστηκαν δήλωσαν, είτε ότι είχαν εξαναγκαστεί να προσχωρήσουν στο ναζιστικό στρατόπεδο, είτε ότι προσχώρησαν εθελοντικά για να αποφύγουν την καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία, είτε ότι το έκαναν για να πολεμήσουν ενάντια στον Κομμουνισμό. Δηλαδή, δικαιολόγησαν τη συνεργασία τους με τους Ναζί υποστηρίζοντας, ότι ήταν τόσο φανατικά αντικομμουνιστές που η μοναδική επιλογή που είχαν ήταν να συνεργαστούν με τα χιτλερικά στρατεύματα. Μέχρι το 1948 ο IRO διατηρούσε μια αρνητική στάση απέναντί τους, ωστόσο το 1949 αποφασίζει ότι όσοι προέρχονται από τις Βαλτικές χώρες και εξαναγκάστηκαν να συνεργαστούν με τους Ναζί μετά τον Απρίλη του 1943 δικαιούνται βοήθειας, διότι είχαν «ηθικές προθέσεις», εννοώντας τις αντικομμουνιστικές τους προθέσεις[9]. Συνεπώς, ο διεθνής οργανισμός επικαλείται ότι δεν συνεργάστηκαν με τους Ναζί επειδή ήταν εχθροί της Δύσης, πράγμα απαράδεκτο, αλλά επειδή ήταν αντικομμουνιστές, πράγμα ορθό. Από την προστασία του οργανισμού εξαιρέθηκαν μόνο οι ηγέτιδες μορφές των δυνάμεων κατοχής, οι υπόλοιποι καλύφθηκαν πίσω από τον χαρακτηρισμό του πρόσφυγα, υπό την αιγίδα του IRO και των κρατών της Δύσης.

Συγχρόνως, στα τέλη της δεκαετίας του ’40, αρχίζει να καλλιεργείται μια στάση καχυποψίας έναντι των προσφύγων, που επικεντρώνεται στις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Σταδιακά, τα στρατόπεδα των Εκτοπισμένων Ατόμων μεταμορφώνονται σε χώρους παρακολούθησης, μαγνητοσκόπησης και σκληρών ανακρίσεων προκειμένου να διευκρινιστεί, ότι δεν είναι κανένας πρόσφυγας μέλος οποιουδήποτε κομμουνιστικού οργανισμού στη χώρα καταγωγής του. Η πιο επικίνδυνη μορφή πρόσφυγα, καθίσταται ο κρυπτό-κομμουνιστής και στον αντίποδα αυτού, η πιο θελκτική μορφή είναι εκείνος που «αυτομόλησε» από τις χώρες του Σιδηρούν Παραπετάσματος. Τους δεύτερους τους βαφτίζουν «δραπέτες» ή «φυγάδες» και τους χρησιμοποιούν ως πολιτικό εργαλείο, στα πλαίσια της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα.

Το  1950 το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (National Security Council) των ΗΠΑ αρχίζει να εφαρμόζει μια πολιτική «συγκεκαλυμμένης οικονομικής, πολιτικής και ψυχολογικής ενίσχυσης που θα προκαλούσε αναταραχή και εξέγερση στις δορυφορικές χώρες της Σοβιετικής Ένωσης»[10]. Πρόσφυγες που «αυτομόλησαν» προσλήφθηκαν στο Radio Free Europe και στο Radio Liberty. Ήταν δύο ραδιοφωνικοί σταθμοί που χρηματοδοτούνταν από έναν οργανισμό με την επωνυμία National Committee for Free Europe. Επί της ουσίας, επρόκειτο για φορέα που διέσπειρε την προπαγάνδα της Δύσης στις χώρες του Σοβιετικού Μπλοκ, προκειμένου να ενθαρρύνει τις «αυτομολήσεις», δημιουργώντας κλίμα αποσταθεροποίησης στα κομμουνιστικά κράτη, σύμφωνα με τα λόγια του Harry N. Rosefield, μέλος της United States Displaced Person (USDP)[11].

Όσο η δεκαετία του ’50 προχωρά, τόσο η πολιτική των ΗΠΑ γίνεται πιο συμπεριληπτική και χαλαρή για τους «δραπέτες», που τους αναγνωρίζει το νομικό στάτους του πρόσφυγα, ενώ συγχρόνως γίνεται πιο αυστηρή και αποκλειστική για τους υπόλοιπους που παραμένουν μετανάστες. Χαρακτηριστικά, όπως προκύπτει από τα αρχεία του ICEM, την περίοδο 1952-1960 οι Η.Π.Α. δέχονται στα εδάφη τους 167.000 πολιτικούς πρόσφυγες και μόλις 18.000 οικονομικούς μετανάστες[12].

Σταδιακά δημιουργείται πληθώρα  φορέων και υπηρεσιών και όλοι συγκλίνουν στη δημιουργία του Mutual Security Act. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που παρέχει εξαιρέσεις στους περιοριστικούς μεταναστευτικούς κανονισμούς για τους «δραπέτες» των κομμουνιστικών καθεστώτων. Στα πλαίσια αυτής της πρωτοβουλίας αρθρώνεται, με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο, η αντικομμουνιστική πρόταση της Δύσης, που σχετίζεται με τη διαχείριση των συγκεκριμένων προσφύγων. Δηλαδή, προτείνουν τη δημιουργία ενός εθελοντικού στρατιωτικού σώματος (Volunteer Freedom Corps), το οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί στις δυνάμεις του ΝΑΤΟ και να αποτελείται από εθνικιστές που προέρχονται από χώρες του Σιδηρούν Παραπετάσματος. Σκοπός του, προτάθηκε, να είναι η άμυνα της περιοχής του Βορείου Ατλαντικού και η συμμετοχή του στην κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη[13].

Οι προσπάθειες αποσταθεροποίησης των ανατολικών χωρών μέσω της πρόκλησης μεταναστευτικών ροών και της συνακόλουθης δημογραφικής αποδυνάμωσης και κοινωνικής αναταραχής, συμπεριλαμβάνουν τη δημιουργία ενός ακόμα υπέρ-εθνικού οργανισμού, του Provisional Intergovernmental Committee for the Movements of Migrants from Europe (PICMME). Πρόκειται για την πρώτη μορφή αυτού που έγινε αργότερα γνωστό ως ICEM, Intergovernmental Committee for Migration. Στην Ελλάδα το μάθαμε ως ΔΕΜΕ.

Η ΔΕΜΕ συγκροτείται το Δεκέμβριο του 1951 και ιδρυτικά της μέλη είναι 16 χώρες, όλες του Δυτικού κόσμου[14]. Μια ματιά στο χάρτη (χάρτης 1) είναι διαφωτιστική. Πέρα από τον προφανή αποκλεισμό του Ανατολικού Μπλοκ, αυτό που φαίνεται είναι ότι τη ΔΕΜΕ τη συγκροτούν δύο κατηγορίες κρατών. Αυτά που στέλνουν μετανάστες και εκείνα που τους υποδέχονται, αυτά που θεωρούνται ότι έχουν πλεονάζοντα πληθυσμό και εκείνα που πάσχουν από έλλειψη εργατικού δυναμικού, αυτά που λόγω φτώχιας θεωρούνται υποψήφια να διολισθήσουν προς τον κομμουνισμό – όπως η Νότια Ευρώπη – και εκείνα που χρειάζονται κόσμο για να αναπτυχθούν οικονομικά.

Χάρτης των Ισρυτικών μελών του Provisional Intergovernmental Committee for the Movements of Migrants from Europe (PICMME)

ΧΑΡΤΗΣ 1: Ιδρυτικά μέλη του Provisional Intergovernmental Committee for the Movements of Migrants from Europe (PICMME) — Δεκέμβριος 1951

Η ΔΕΜΕ εξελίσσεται σε σημαντικό εκτελεστικό οργανισμό, που αναλαμβάνει όλες τις διαδικασίες της διατλαντικής μετανάστευσης, από τα ταξιδιωτικά έγγραφα μέχρι τη ναύλωση των πλοίων για Αμερική και Αυστραλία. Είναι η εποχή που ο πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Harry Truman, έχει ήδη ξεκινήσει τη σταυροφορία της οικονομικής ανάπτυξης παγκοσμίως. Με την εφαρμογή του Δόγματος Τρούμαν ο κόσμος χωρίζεται σε τρείς ζώνες, στην καπιταλιστική Δύση, στις Σοσιαλιστικές χώρες και στον Τρίτο Κόσμο[15]. Αγωνία της ηγέτιδας δύναμης της Δύσης, είναι να διαρρήξει τον κοινωνικό ιστό των χωρών που θεωρούνται επιρρεπείς στον «κομμουνιστικό κίνδυνο» προκαλώντας τους κύματα μαζικών μεταναστεύσεων. Η ICEM (ΔΕΜΕ), αναλαμβάνει να υποστηρίξει το διατλαντικό κομμάτι. Σταδιακά αναπτύσσεται διεθνώς μια ρητορική που ταυτίζει την ανέχεια με τον υπερπληθυσμό και τη διολίσθηση στον κομμουνισμό. Η δημιουργία της ΔΕΜΕ, και άλλων οργανισμών που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, συντέλεσαν στην καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη του λεγόμενου «ελεύθερου κόσμου».

Η παγκόσμια διαχείριση των μεταναστευτικών ροών ανήκει στο ευρύτερο πλαίσιο της πολιτικής του “Free World Making through development” και η μετακίνηση και εγκατάσταση μεγάλου αριθμού «δραπετών» ή «φυγάδων» από τις κομμουνιστικές χώρες αποτελεί καθοδηγητική δύναμη στην πραγματοποίηση αυτής της πολιτικής. Όσο και αν οι πολιτικές διαχείρισης των μεταναστών έχουν επίφαση ουδετερότητας, από τη δεκαετία του ’50 και μετά, εφαρμόζεται μια διεθνής ρύθμιση της μετανάστευσης βαθιά πολιτική, που μέσω του ελέγχου των μεταναστευτικών ροών αποσκοπεί στην κοινωνική ασφάλεια και την πολιτική σταθερότητα του δυτικού κόσμου. Γι’ αυτό το λόγο δεν είναι όλοι οι μετανάστες ευπρόσδεκτοι, δεν θεωρούνται όλοι οι μετακινούμενοι πληθυσμοί πρόσφυγες, δεν αναγνωρίζεται σε όλους η ανάγκη της επιβίωσης. Από τότε και μετά η μεταναστευτική πολιτική διεθνώς αποκτά κυρίως πολιτικό χαρακτήρα. 

Μέσα από τη μετάλλαξη του προφίλ του διεθνούς μετανάστη, διακρίνονται όλες οι πολιτικές επιλογές, οι διεθνείς ισορροπίες και οι εθνικές προτεραιότητες των ισχυρών αυτού του κόσμου. Η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών μέσα από το άνοιγμα ή το κλείσιμο των συνόρων είναι για τους ανθρώπους, δηλαδή για σένα και για μένα, η ετυμηγορία για το αν θα τους επιτραπεί να ζήσουν ή να πεθάνουν. Για τους κλειδοκράτορες είναι μια ακόμα εγγραφή σε λογιστικά βιβλία που μετρούν την «οικονομική ανάπτυξη», τη δημογραφική δυναμική, την πολιτική νίκη που θα φέρει ακόμα μεγαλύτερη «οικονομική ανάπτυξη». Από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια έχουν ήδη περάσει τρεις γενιές. Το Δόγμα του Τρούμαν εφαρμόστηκε παγκοσμίως. Αντίστοιχα δόγματα, με ή χωρίς ονοματεπώνυμο, εφαρμόστηκαν από την Κίνα μέχρι την Αφρική και από τη Λατινική Αμερική μέχρι την Ευρώπη. Ωστόσο, οι υπανάπτυκτες χώρες της δεκαετίας του ’50 μαστίζονται ακόμα από τη φτώχια. Οι πολίτες των χωρών του τέως Ανατολικού Μπλοκ, που κάποτε άκουγαν για την ελεύθερη μετακίνηση των Δυτικών, έχουν πλέον την ευκαιρία να μετακινηθούν για να ξεφύγουν από την πείνα και να εκπέσουν στην εξαθλίωση. Συγχρόνως, χώρες που χαρακτηρίζονται από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, οικοδομούν την εσωτερική τους κοινωνική πυραμίδα πάνω σε μια σταθερά διευρυνόμενη  βάση περιθωριοποιημένων, ανέργων, κινούμενων πέριξ του ορίου της φτώχιας γηγενών.

Τελικά, μοιάζει ο «μετανάστης» να είναι πιο πολύ όρος προσδιοριστικός της κοινωνικής θέσης παρά της γεωγραφικής προέλευσης. Μετανάστης δεν είναι πια εκείνος που γεννήθηκε πέρα από τα σύνορα. Μετανάστης είναι εκείνος που του στερείται το δικαίωμα να διεκδικήσει αξιοπρεπώς τη ζωή του, είτε γεννήθηκε εντός είτε εκτός συνόρων.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Απόσπασμα από το ποίημα του Μπ. Μπρεχτ «Μετανάστες», http://atexnos.gr , Ημερομηνία πρόσβασης : 13/7/2016
[2] Λ. Μουσούρου, Μετανάστευση και μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα και την Ευρώπη, Αθήνα, Gutemberg, 1991, σ.128.
[3] Dimitis Parsanoglou, Konstantinos Tsitselikis, The Emergence of the International Regulation of Human Mobility, στο Lina Venturas “International Migration Management in the Early Gold War, The Intergovernmental Committee for European Migration” , University of Peloponnese, School of Social and Political Sciences, Faculty of Social and Educational Policy 2015, σ. 17.
[4] Israel Zangwill, The melting pot, a drama in four acts, Νέα Υόρκη, 1909. στο Rudolph Vecoli “El significando de la inmigracion en la formacion de una identidad Americana”, Estudios Migratorios Latinoamericanos, σ. 328.
[5] Ellwood Cubberly, Changing conceptions on education, Boston 1909, στο Rudolph Vecoli, ό.π., σ. 329.
[6] Dimitis Parsanoglou, Konstantinos Tsitselikis, ό. π., σ. 13.
Για καλύτερη κατανόηση παρατίθεται το ακριβές απόσπασμα : “the moment has yet arrived for considering the possibility of establishing some sort of supreme supranational authority which would regulate the distribution of population on rational and impartial lines, by controlling and directing migration movements and deciding on the opening-up or closing of countries to particular streams of immigration” .

[7] http://www.topontiki.gr/article/177570/ee-prosfyges-den-eiste-kalodehoymenoi-stin-eyropi-allages-sto-kathestos-horigisis, Ημερομηνία πρόσβασης 13/7/2016
[8] Dimitis Parsanoglou, Konstantinos Tsitselikis, ό. π.,  σ. 37.
[9] Στο ίδιο, σ. 38.
[10] Στο ίδιο, σ.σ.38-39
[11] Στο ίδιο, σ. 39
[12] Louise W. Holborn, Intergovernmental Partnership for Planned Migration, στο « Migration: a Quarterly Review of the Intergovernmental Committee for European Migration», Vol. 1, No 2, 1961, σ. 17
[13] Dimitis Parsanoglou, Konstantinos Tsitselikis, ό., σ. 39.
[14] Ιδρυτικά μέλη του PICMME: Αυστραλία, Αυστρία, Βέλγιο, Βολιβία, Βραζιλία, Καναδάς, Χιλή, Γαλλία, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ελλάδα, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Σουηδία, Τουρκία, Η.Π.Α.
[15] «we must embark on a bold new program for making the benefits of our scientific advances and industrial progress available for the improvement and growth of underdeveloped areas. More than half the people of the world are living in conditions approaching misery. Their food is inadequate. They are victims of disease. Their economic life is primitive and stagnant. Their poverty is a handicap and a threat both to them and to more prosperous areas. For the first time in history, humanity possesses the knowledge and skill to relieve suffering of these people. The United States is pre-eminent among nations in the development of industrial and scientific techniques. The material resources which we can afford to use for assistance of other peoples are limited. But our imponderable resources in technical knowledge are constantly growing and are inexhaustible», https://en.wikipedia.org/wiki/Point_Four_Program, Ημερομηνία πρόσβασης:  14/7/2016.

Σοφία Χουδαλάκη – Master Ιστορικής Δημογραφίας

Ετικέττες: , , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email