Σαμαράς και Βενιζέλος στην κόψη του ξυραφιού

Οι δανειστές δεν ανοίγουν τα χαρτιά τους μέχρι να ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο

Πριν από ένα μήνα, στις αρχές Σεπτεμβρίου, γράφαμε – πρόωρα, κατά την εκτίμηση πολλών – ότι έρχεται κρίση ηγεσίας στη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ με φόντο τις πρόωρες εκλογές και το αποτέλεσμά τους. Σημειώναμε ακόμη τον κρίσιμο παράγοντα του «καραμανλισμού», ο οποίος δεν δείχνει διατεθειμένος να αφήσει το κόμμα στα χέρια του Σαμαρά ύστερα από μια μεγάλη εκλογική ήττα.

Μέσα σε ελάχιστες μέρες, η κρίση έδειξε τα πρώτα σημάδια της στη Ν.Δ. και έτσι επιβεβαιώθηκε ότι η σχετική συζήτηση μόνο πρόωρη δεν είναι. Ο – δεδηλωμένα πιστός στον «καραμανλισμό» – νεαρός περιφερειάρχης Απόστολος Τζιτζικώστας και όσοι έσπευσαν να συμφωνήσουν μαζί του ζήτησαν μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, η οποία προϋποθέτει και αλλαγή πρωθυπουργού.

Πρόκειται για ένα αίτημα το οποίο «σαγηνεύει» και πολλούς δεξιόστροφους ανεξάρτητους βουλευτές, οι οποίοι το βλέπουν ως ένα πιθανό όχημα επανασύνδεσής τους με την «παράταξη». Πλην όμως, χωρίς τον Σαμαρά, επί των ημερών του οποίου αποχώρησαν…

Με την πρώτη ματιά το αίτημά τους αφορά τη δυνατότητα σχηματισμού της προεδρικής πλειοψηφίας των 180 βουλευτών και την αποφυγή των πρόωρων εκλογών την άνοιξη, με στόχο να συνεχίσει η Ν.Δ. να κυβερνά τη χώρα έως το ακρότατο συνταγματικό όριο του 2016. Όμως, επί της ουσίας, η πρόταση αυτή είναι κυρίως μια ευθεία αμφισβήτηση του Σαμαρά. Τι του λένε επί της ουσίας;

Ότι ο νυν πρωθυπουργός είναι το εμπόδιο για τον σχηματισμό της πλειοψηφίας. Αν φύγει από τη μέση, ίσως πολλοί από τους… δραπέτες της παράταξης ξαναμπούν στο μαντρί υπό το πρόσχημα μιας νέας, πολιτικά ευρύτερης κυβέρνησης, η οποία θα καταφέρει όχι μόνο να εκλέξει Πρόεδρο, αλλά να συγκρατήσει την πολιτική κατάρρευση της Ν.Δ.

Ότι, εν τέλει, ο Σαμαράς πρέπει να γίνει… Γιώργος Παπανδρέου – δηλαδή να φύγει από τη μέση – για να μην γίνει ΠΑΣΟΚ η Ν.Δ. στις εκλογές.

Δεδομένου ότι ο νυν πρωθυπουργός δεν υπάρχει περίπτωση να αποδεχθεί να γίνει… «Γιωργάκης», θα πρέπει να θεωρηθεί απίθανο η πρόταση των αμφισβητιών να έχει όντως στόχο τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Το πραγματικό διακύβευμα είναι, όπως γράφαμε πριν εκδηλωθεί η κρίση αμφισβήτησης, το τι θα συμβεί την επομένη των εκλογών.

Στην πραγματικότητα όσοι σήμερα αμφισβητούν τον Σαμαρά επιδιώκουν να μετατρέψουν την επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση σε προσωπικό του στοίχημα για την παραμονή του στην προεδρία της Ν.Δ. Την επομένη των εκλογών πρέπει να έχει ήδη «ωριμάσει» το αίτημα της αντικατάστασής του, ώστε να τεθεί κατά τρόπο που δεν θα δημιουργήσει διαλυτικούς σπασμούς στο κόμμα.

Το εκπληκτικό σε αυτή την υπόθεση, πάντως, δεν είναι ότι κάποιοι παράγοντες της ευρύτερης παράταξης – οι οποίοι έχουν ήδη έρθει σε ρήξη με τον πρόεδρο της Ν.Δ. – του ζητούν να φύγει αμφισβητώντας τον ευθέως. Είναι η αντίδραση του Σαμαρά, ο οποίος μέσα σε ελάχιστες μέρες αποφάσισε να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή αναγνωρίζοντας ευθέως ότι υπάρχει πρόβλημα που… τον αφορά. Κατά πολλά ρεπορτάζ μάλιστα ο Σαμαράς αποδέχθηκε πρόταση του Βενιζέλου για προσφυγή στην ψήφο εμπιστοσύνης.

Το γεγονός ότι ο Βενιζέλος προκάλεσε την ψήφο εμπιστοσύνης – μια διαδικασία εντελώς περιττή αυτήν τη χρονική στιγμή, όπως εξ αρχής πολλοί επεσήμαναν αμέσως – απλώς επιβεβαιώνει ότι και ο ίδιος βλέπει την μπόρα να έρχεται καταπάνω του. Παραζάλη…

Ήδη η ομιλία του γραμματέα του ΠΑΣΟΚ Ν. Ανδρουλάκη στο συνέδριο της ΔΗΜΑΡ σκιαγράφησε τη θέση της στροφής προς μια συγκυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ, στην οποία το μοναδικό εμπόδιο θα είναι ο Βενιζέλος.

Όσο λοιπόν δεν συγκεντρώνονται οι απαραίτητοι 180 βουλευτές για την εκλογή Προέδρου, τόσο η θέση των δύο συγκυβερνώντων προέδρων της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ θα επιδεινώνεται. Η ψήφος εμπιστοσύνης στην κυβέρνησή τους δεν συνιστά επίδειξη εμπιστοσύνης προς τους ίδιους.

Το τρένο απομακρύνεται…

Όμως το βλέμμα στην «επόμενη μέρα» δεν έχουν στραμμένο μόνο τα στελέχη των δύο κομμάτων που συγκυβερνούν, αλλά και οι δανειστές, σε όλα τα επίπεδα της εκπροσώπησής τους.

Η δραματική κατάσταση της κυβέρνησης και των κομμάτων που τη συγκροτούν έχει ήδη οδηγήσει σε πάγωμα κάθε ουσιαστικής κίνησης σχετικής με το μέλλον των σχέσεών τους με την Ελλάδα. Κανένα από τα περίφημα «δώρα» που περίμενε ο Σαμαράς δεν πρόκειται να προκύψει πριν από τα τεστ αντοχής των τραπεζών και πριν ξεκαθαριστεί πλήρως το πολιτικό τοπίο στη χώρα.

Η συζήτηση για την αναδιάρθρωση των όρων εξυπηρέτησης του χρέους δεν είναι πολύ πιθανό να γίνει με την κυβέρνηση Σαμαρά. Ήδη, όπως εδώ και μήνες έχουμε επισημάνει, αυτή η διαδικασία ήταν αμφίβολο αν μπορεί να λάβει χώρα στο όριο της θητείας της σημερινής κυβέρνησης. Τώρα αυτό μοιάζει και πρακτικά και πολιτικά σχεδόν αδύνατον.

Το ίδιο ισχύει για τον – θεωρητικά πιο «χαλαρό» – τρόπο με τον οποίο θα επιτηρείται η Ελλάδα μετά την τυπική λήξη του ευρωπαϊκού σκέλους του τρέχοντος μνημονίου και την απομάκρυνση ή τη διάλυση της τρόικας με τη σημερινή της μορφή.

Το ίδιο ισχύει και με τους τρόπους κάλυψης του χρηματοδοτικού κενού και της χρηματοδότησης των όποιων αναπτυξιακών σχεδίων – αν υποθέσουμε ότι θα υπάρξουν τέτοια.

Για τους Ευρωπαίους και δη τους Γερμανούς – οι οποίοι δεν πετάνε από τη χαρά τους με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ούτε τον θεωρούν… μπαμπούλα, όπως κατέγραψε πρόσφατο ρεπορτάζ της Deutsche Welle – δεν έχει κανένα νόημα η όποια συμφωνία με μια κυβέρνηση που φεύγει. Ως εκ τούτου θα γίνει με αυτούς που θα την εφαρμόσουν. Δηλαδή… τον Τσίπρα.

Αν οι δανειστές πίστευαν ότι αυτή η κυβέρνηση έχει καύσιμα για να φτάσει έως τη συνταγματική λήξη της θητείας της, ίσως ήταν πιο πρόθυμοι να τη βοηθήσουν πολιτικά. Όμως, όσο εμπεδώνεται η βεβαιότητα της αποχώρησής της τόσο θα μεγαλώνουν οι αποστάσεις της και από τους δανειστές. Άρα το κλειδί παραμένει η διαμόρφωση της προεδρικής πλειοψηφίας, όσο και αν το τρένο διαρκώς απομακρύνεται.

Παραμονή σε «πρόγραμμα»

Τούτων δοθέντων όλα όσα παρατηρούμε το τελευταίο διάστημα μοιάζουν εντελώς φυσιολογικά.

Οι αγορές – μέρος των οποίων αναδιαρθρώνει γενικότερα τη στρατηγική του – αντιδρούν στις σπασμωδικές απειλές διαφόρων ανοήτων (του Σαμαρά περιλαμβανομένου) περί bank run αν πέσει η κυβέρνηση. Αντιδρούν όμως και στην παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, η οποία συνοδεύεται από παρατεταμένη ακυβερνησία. Η ιδιότυπη αυτή ακυβερνησία, κατά το κριτήριο αγορών και δανειστών, έχει ευθεία αντανάκλαση στην τεράστια υστέρηση των «μεταρρυθμίσεων», οι οποίες κρίνονται σοβαρότερες από τις – κατά βάση πλαστές, και εν γνώσει τους μάλιστα – δημοσιονομικές επιδόσεις.

Αν θυμάστε, η συζήτηση για εκλογές έχει αρχίσει και συνεχίζεται χωρίς διακοπή ήδη από τον περσινό χειμώνα – πολύ πριν από τις ευρωεκλογές – και θα μιλάμε γι’ αυτές ένα ακόμη «γεμάτο» τετράμηνο μέχρι να μάθουμε οριστικά αν θα πάμε στην κάλπη.

Όμως οι δανειστές θέλουν, στην περίπτωση που γίνουν εκλογές την άνοιξη, να έχουν κλείσει οι πιο σημαντικές από τις «μεταρρυθμιστικές» εκκρεμότητες, μεταξύ των οποίων οι λεγόμενες «δομικές», όπως το ασφαλιστικό και όσες αφορούν την εργασία και το κράτος. Όχι μόνο επειδή αποτελούν απαιτήσεις του ΔΝΤ για την περίπτωση που τελικά αποχωρήσει, αλλά και διότι οι ενδιαφερόμενοι δεν φαίνονται διατεθειμένοι να έχουν τέτοια ζητήματα ανοιχτά με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Επιπλέον είναι σημαντικό για τους δανειστές να έχουν ήδη δεσμεύσει τον ΣΥΡΙΖΑ πριν αναλάβει τη διακυβέρνηση. Έναν τέτοιο χαρακτήρα έχει το ξεκαθάρισμα, εκ μέρους όλων των Ευρωπαίων, ότι κάθε περαιτέρω ροή ευρωπαϊκού χρήματος θα συνοδεύεται από ένα είδος προγράμματος. Είτε μιλάμε για περαιτέρω δανεισμό από τον ESM είτε για την αγορά των αναξιόπιστων ελληνικών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Το ερώτημα είναι το είδος της επιτήρησης και των στόχων που θα τεθούν, σε συνδυασμό βεβαίως με το ύψος και τον τρόπο κάλυψης του χρηματοδοτικού κενού. Εδώ όλα δείχνουν ότι το ήδη ξεπερασμένο μοντέλο της τρόικας θα εγκαταλειφθεί, ενώ το επόμενο πρόγραμμα δεν θα λέγεται μνημόνιο. Αυτό θα ίσχυε ανεξαρτήτως του ποιος θα κυβερνά.

Ο Σαμαράς θα πουλούσε και την ψυχή του στον διάβολο προκειμένου να έλθει μια συμφωνία αυτού του είδους πριν από τις εκλογές, καθώς από την πλευρά του θα τη θεωρούσε μάννα εξ ουρανού. Φαίνεται ότι το «δώρο» θα το εισπράξει ο Τσίπρας και ότι αυτό θα του προσφέρει τον κρίσιμο χρόνο μέχρι να σταθεροποιήσει τη διακυβέρνησή του.

Το ερώτημα, ωστόσο, είναι πόσο χρόνο μπορεί να του προσφέρει, δεδομένου ότι, αν ο Σαμαράς το 2012 ψηφίστηκε λόγω του φόβου μην καταρρεύσει η χώρα, ο Τσίπρας θα ψηφιστεί με την ελπίδα – όση έχει απομείνει – ότι μπορεί να σταματήσει η κατρακύλα και να υπάρξει μια, μερική έστω, αποκατάσταση της καταστροφής.

Όμως η ελπίδα είναι ένα τεράστιο βάρος, το οποίο ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει όχι μόνο να το κουβαλήσουν, αλλά και να το δικαιώσουν. Διαφορετικά θα καταστεί μη διαχειρίσιμο. Όμως, μακριά φτάσαμε. Μέχρι να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ζητήματα, έχουμε ακόμη καιρό μπροστά μας…

* Ο Σταύρος Χριστακόπουλος είναι διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας «Το Ποντίκι». Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Ρήξη» (φύλλο Οκτωβρίου)

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email