Φτώχεια!

Η είδηση είναι γνωστή. Σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ζούσε το 35,7% του ελληνικού πληθυσμού ή 3.904.000 άτομα το 20013. Που σημαίνει ότι ο πληθυσμός αυτός ζει σε νοικοκυριά, των οποίων τα συνολικό ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα είναι χαμηλότερο από το 60% του εθνικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος, ή στερείται τουλάχιστον 4 από ένα κατάλογο 9 αγαθών και υπηρεσιών, η διαβιεί σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας (σ.σ. θα παραθέσουμε παρακάτω τους σχετικούς ορισμούς).

Δηλαδή, στον όρο ‘’σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό’’, περιλαμβάνεται ο πληθυσμός που διαβιεί σε νοικοκυριά:

  • Με διαθέσιμο εισόδημα κάτω από το κατώφλι της φτώχειας

  • Με υλική στέρηση

  • Με χαμηλή ένταση εργασίας

Οι δύο τελευταίες κατηγορίες περιλαμβάνονται σε μία μεγαλύτερη, που αποδίδεται με τον όρο ‘’κοινωνικός αποκλεισμός’’.

Α. Πληθυσμός σε νοικοκυριά με διαθέσιμο εισόδημα κάτω από το κατώφλι φτώχειας

Το κατώφλι της φτώχειας διαμορφώθηκε το 2013 στα 5.023 ευρώ ετησίως για τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά. Αντίστοιχα, για μια τετραμελή οικογένεια (2 ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά κάτω των 14 ετών) το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στα 10.547 ευρώ.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει να δούμε πως εξελίχθηκε το κατώφλι της φτώχειας την τελευταία δεκαετία, καθώς μέσα από αυτή τη διαδρομή φαίνεται με παραστατικό τρόπο ο βαθμός φτωχοποίησης της ελληνικής κοινωνίας και ο καθοριστικός ρόλος της μνημονιακής πολιτικής σε αυτή την εξέλιξη.

Το 2004 το κατώφλι της φτώχειας ήταν 5.300 ευρώ (11.130 ευρώ για την τετραμελή οικογένεια) και ακολούθησε ανοδική πορεία μέχρι το 2010, δηλαδή μέχρι τη χρονιά υπογραφής του πρώτου μνημονίου, που έφτασε τα 7.178 ευρώ (14.483 ευρώ για την τετραμελή οικογένεια).

Έκτοτε η πορεία είναι καθοδική και χρειάστηκαν μόλις 3 χρόνια για να πέσει το κατώφλι φτώχειας σε επίπεδα χαμηλότερα του 2004. Όπως προαναφέραμε, το 2013 διαμορφώθηκε σε 5.023 ευρώ (10.547 ευρώ για την τετραμελή οικογένεια) και ήταν χαμηλότερο κατά 30% σε σχέση με το 2010.

Όμως, παρά τη μείωση του κατωφλίου φτώχειας σχεδόν κατά το 1/3, το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας αυξήθηκε μεταξύ του 2010 και του 2013 από 20,1% σε 23,1% ή σε απόλυτους αριθμούς από 2.204.800 σε 2.529.000 άτομα. Μάλιστα, στα παιδιά μέχρι 17 χρονών τα αντίστοιχα ποσοστά είναι πολύ υψηλότερα. Από το 23% το 2010, το ποσοστό των παιδιών που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτινάχθηκε στο 28,8% το 2013 (από 437.800 σε 555.900 άτομα).

Μπορούμε να προσθέσουμε επίσης ότι τα μεγαλύτερα ποσοστά πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας εντοπίζονται:

  • Με κριτήριο τον τύπο του νοικοκυριού, τα μέλη των μονογονεϊκών νοικοκυριών με τουλάχιστον ένα εξαρτώμενο παιδί, 37,2%.

  • Με κριτήριο την κατάσταση απασχόλησης οι άνεργοι, 46,3%, με το ποσοστό στους άνεργους άνδρες να φθάνει το 50,1%.

Η φτώχεια λαμβάνει δραματικές διαστάσεις όταν δεν περιλαμβάνονται στο διαθέσιμο εισόδημα οι κοινωνικές μεταβιβάσεις, δηλαδή οι συντάξεις και τα κοινωνικά επιδόματα. Στην περίπτωση αυτή σε κίνδυνο φτώχειας βρίσκεται το 53,4% του πληθυσμού, έναντι 42,6% το 2010. Σα παιδιά μέχρι 17 ετών το αντίστοιχο ποσοστό είναι 39,7% (από 29,1% το 2010).

Αν όμως στο διαθέσιμο εισόδημα προσθέσουμε τις συντάξεις, τότε το ποσοστό του πληθυσμού που εξακολουθεί να βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας μειώνεται δραστικά στο 28% (23,8% το 2010). Το γεγονός αυτό δείχνει ότι οι γλίσχρες συντάξεις των συνταξιούχων, στις σημερινές συνθήκες με τα 1,3 εκατομμύρια ανέργους και την κακοπληρωμένη ή και απλήρωτη εργασία, αποτελούν ‘’λύση’’ για πολλές χιλιάδες οικογένειες του ευρύτερου περιβάλλοντος των συνταξιούχων.

Οι συντάξεις βοηθούν να ‘’ξεκολλήσει’’ από το όριο της φτώχειας ακόμη και ένα σημαντικό ποσοστό παιδιών. Ενώ όταν δεν περιλαμβάνονται οι συντάξεις στο διαθέσιμο εισόδημα σε κίνδυνο φτώχειας βρίσκεται το 39,7% των παιδιών μέχρι 17 ετών, το ποσοστό αυτό μειώνεται στο 35,2% με την πρόσθεση των συντάξεων.

Η καταστροφική επίδραση των μνημονίων και γενικότερα της πολιτικής των μνημονιακών κυβερνήσεων στο βιοτικό επίπεδο του ελληνικού λαού, φαίνεται σε όλες της τις διαστάσεις όταν ο κίνδυνος φτώχειας υπολογίζεται με βάση ένα κατώφλι φτώχειας που παραμένει διαχρονικά σταθερό σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης. Προς το σκοπό αυτό η ΕΛΣΤΑΤ χρησιμοποιεί ως μέτρο σύγκρισης το κατώφλι φτώχειας του 2005 και του 2008. ‘’Ο σκοπός αυτής της σύγκρισης, τονίζει, είναι να καταγράψει πως μεταβάλλεται το κίνδυνος φτώχειας σε απόλυτους και όχι σε σχετικούς όρους’’. Ιδού, λοιπόν, τα αποτελέσματα:

  • Το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας για το 2013, υπολογιζόμενο με το κατώφλι φτώχειας του 2005 (60% του διάμεσου του ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος του 2005 εκφρασμένου σε τιμές του 2013 με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή) εκτιμάται στο 40%, δηλαδή περίπου 4,4 εκατομμύρια άτομα. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2010 ήταν 16,3%, που σημαίνει ότι στη μνημονιακή τριετία αυξήθηκε κατά περίπου δυόμισι φορές. Στα παιδιά μέχρι 17 ετών το ποσοστό αυξάνει στο 48,6% (18,7% το 2010).

  • Αντίστοιχα, το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας το 2013, υπολογιζόμενο με το κατώφλι φτώχειας του 2008, εκτοξεύεται στο 44,3%, δηλαδή πάνω από 4,8 εκατομμύρια άτομα (18% το 2010). Στα παιδιά μέχρι 17% το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 51,8% (20,7% το 2010).

Β. Πληθυσμός σε υλική στέρηση

Η στέρηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών, δεν αφορά μόνο το φτωχό πληθυσμό αλλά και μέρος του μη φτωχού πληθυσμού, αποφαίνεται η ΕΛΣΤΑΤ. Πιο συγκεκριμένα, το ποσοστό του πληθυσμού που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, με αποτέλεσμα να στερείται τουλάχιστον 4 από τις 9 συνολικά διαστάσεις της υλικής στέρησης ανέρχεται σε 20,3%, ενώ το 2010 ήταν 11,6%.

Το υψηλότερο ποσοστό καταγράφεται στα παιδιά μέχρι 17 ετών και φθάνει στο 23,3%.

  • Το 27,6% του πληθυσμού διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου, 23,2% μη φτωχός, 42,8% φτωχός.

  • Το 36,9% του πληθυσμού διαβιεί σε νοικοκυριά με επιβάρυνση από το κόστος στέγασης, δηλαδή το συνολικό κόστος στέγασης ανέρχεται σε περισσότερο από το 40% του συνολικού διαθέσιμου εισοδήματός του. Το ποσοστό στους μη φτωχούς είναι 19,9% και στους φτωχούς εκτοξεύεται στο 93,1% (δηλαδή το 93,1% των φτωχών νοικοκυριών ξοδεύουν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τις δαπάνες στέγασης).

  • Το 45,9% του πληθυσμού αδυνατεί να πληρώσει τα έξοδα για μια εβδομάδα διακοπών (78,7% του φτωχού πληθυσμού και 37,2% του μη φτωχού).

  • Το 12,5% του πληθυσμού αδυνατεί να περιλαμβάνει στη διατροφή του κάθε δεύτερη μέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας (41,5% του φτωχού και 4,7% του μη φτωχού πληθυσμού).

  • Το 47,5% του πληθυσμού αδυνατεί να αντιμετωπίσει έκτακτες αλλά αναγκαίες δαπάνες αξίας περίπου 550 ευρώ (79,1% του φτωχού και 39,1% του μη φτωχού πληθυσμού).

Επιπλέον, αξίζει να επισημάνουμε ότι το 42,2% του πληθυσμού δηλώνει ότι ο βαθμός επιβάρυνσης από τις δαπάνες στέγασης είναι μεγάλος. Επίσης, το 36,8% δυσκολεύεται σε μεγάλο βαθμό να αποπληρώσει δάνεια ή αγορές, το 42% να πληρώσει το ενοίκιο κατοικίας ή τη δόση δανείου κύριας κατοικίας, το 33,3% τους πάγιους λογαριασμούς (ΔΕΗ, νερό κλπ), το 44% τις δόσεις πιστωτικών καρτών κλπ.

Γ. Πληθυσμός που διαβιεί σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας

Το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 18-59 ετών που διαβιεί σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας ανέρχεται στο 19,6% επί του συνόλου του πληθυσμού που ανήκει σε αυτή την ομάδα ηλικιών. Το αντίστοιχο ποσοστό στα παιδιά κάτω των 18 ετών εκτιμάται σε 13,8%.

Στο σύνολο του πληθυσμού μέχρι 60 ετών, το 18,2% διαβιεί σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας.

Όπως εκτιμάται, σε απόλυτους αριθμούς σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας διαβιούν 1.466.300 άτομα μέχρι 60 χρονών (618.500 άτομα το 2010, δηλαδή έχουμε υπερδιπλασιασμό), εκ των οποίων 1.200.800 ενήλικες και 265.500 παιδιά. Το 2010 σε τέτοια νοικοκυριά ζούσαν 544.800 ενήλικες και 73.700 παιδιά.

Παιδιά και μετανάστες τα μεγαλύτερα θύματα της επιδρομής της φτώχειας

Το τελικό συμπέρασμα που προκύπτει από την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ είναι ότι συνολικά 3.903.800 κάτοικοι της Ελλάδας, το 35,7% του πληθυσμού, βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό. Το 2010 στη ίδια κατάσταση βρίσκονταν 3.030.900 άτομα, ή το 27,7% του πληθυσμού.

Δηλαδή, κατά την τριετία της μνημονιακής διακυβέρνησης της χώρας, ο πληθυσμός που ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας ή σε κοινωνικό αποκλεισμό αυξήθηκε κατά περίπου 900.000 άτομα ή 8 ποσοστιαίες μονάδες.

Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται 733.500 παιδιά ηλικίας μέχρι 17 ετών, το 38,1% του συνόλου του πληθυσμού αυτής της ηλικιακής κατηγορίας, περίπου 200.000 περισσότερα σε σχέση με το 2010.

Η φτώχεια, όπως είναι φυσικό, χτυπάει πολύ περισσότερο τους μετανάστες. Με κριτήριο, λοιπόν, την υπηκοότητα, στον πληθυσμό από 18 ετών και πάνω, προκύπτει ότι σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό βρίσκεται το:

  • 32,6% των ημεδαπών (25,5% το 2010).

  • Το 68% των αλλοδαπών που μένουν στην Ελλάδα 53,7% το 2010). Στους αλλοδαπούς χωρών της ΕΕ-27 το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται σε 49,3% (45,2% το 2010) και σε αλλοδαπούς εκτός χωρών της ΕΕ-27 σε 72,1% (55,7% το 2010).

Και μια τελευταία αλλά σημαντική επισήμανση: Όπως αναφέρεται σε υποσημείωση της ΕΛΣΤΑΤ, «οι πληθυσμιακές ομάδες που κατά τεκμήριο είναι φτωχές, όπως άστεγοι, άτομα σε ιδρύματα, παράνομοι οικονομικοί μετανάστες, Ρομά κλπ, δεν περιλαμβάνονται στην έρευνα».

Που σημαίνει ότι στην πραγματικότητα η φτώχεια στην Ελλάδα έχει λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις από αυτές που δείχνει η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ.

Ορισμοί

Κίνδυνος φτώχειας: ορίζεται το ποσοστό των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά, των οποίων το συνολικό ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα είναι χαμηλότερο από το 60% του εθνικού διαθέσιμου εισοδήματος.

Κοινωνικός αποκλεισμός:

Α) πληθυσμός με υλικές στερήσεις: πληθυσμός που στερείται τουλάχιστον 4 από ένα κατάλογο 9 αγαθών ή υπηρεσιών:

  1. Δυσκολίες ανταπόκρισης στην πληρωμή πάγιων λογαριασμών, όπως δόση δανείου, πάγιοι λογαριασμοί (ηλεκτρικού, νερού, αερίου κλπ), δόσεις πιστωτικών καρτών ή δανείου για οικοσκευή, διακοπές κ.α.

  2. Οικονομική αδυναμία για πληρωμή μιας εβδομάδας διακοπών.

  3. Οικονομική αδυναμία για διατροφή που να περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας.

  4. Οικονομική αδυναμία για αντιμετώπιση έκτακτων, αλλά αναγκαίων δαπανών, αξίας περίπου 540 ευρώ.

  5. Οικονομική αδυναμία να διαθέτουν τηλέφωνο (περιλαμβάνεται και το κινητό τηλέφωνο).

  6. Οικονομική αδυναμία να έχουν έγχρωμη τηλεόραση.

  7. Οικονομική αδυναμία να διαθέτουν πλυντήριο ρούχων.

  8. Οικονομική αδυναμία να διαθέτουν ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο.

  9. Οικονομική αδυναμία για ικανοποιητική θέρμανση.

Β) πληθυσμός που διαβιεί σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας: ως τέτοια ορίζονται τα νοικοκυριά που τα μέλη τους εργάστηκαν λιγότερο από 20% της συνήθους απασχόλησης κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους. Εδώ περιλαμβάνονται μόνο τα άτομα 18-59 ετών.

Για τον υπολογισμό του συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος του νοικοκυριού λαμβάνεται υπόψη το συνολικό καθαρό εισόδημα, δηλαδή το εισόδημα που προκύπτει μετά την αφαίρεση των φόρων και των εισφορών για κοινωνική ασφάλιση, που λαμβάνεται από όλα τα μέλη του νοικοκυριού.

Φτωχός πληθυσμός: ο πληθυσμός που έχει εισόδημα μικρότερο ή ίσο με το κατώφλι της φτώχειας.

Μη φτωχός πληθυσμός: πληθυσμός που έχει εισόδημα μεγαλύτερο από το κατώφλι της φτώχειας.

Κατώφλι κινδύνου φτώχειας το 2013: 5.023 ευρώ για μονοπρόσωπα νοικοκυριά, 10.547 ευρώ για τετραμελή νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα άτομα κάτω τω ν14 ετών.

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email