Τη διασφάλιση μέρους των ρωσικών προμηθειών ντίζελ που προορίζονται για τις διεθνείς αγορές ανακοίνωσε η τουρκική κυβέρνηση, στο πλαίσιο της συμφωνίας που συνήψαν η Μόσχα και η Ουάσιγκτον για την επανέναρξη των εξαγωγών ρωσικού ντίζελ.
Ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας, Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ, δήλωσε ότι η Άγκυρα κατέληξε σε σχετική συνεννόηση για την εξασφάλιση μέρους των ποσοτήτων, υπογραμμίζοντας τη σημασία της συμφωνίας για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας. Δεν έδωσε, ωστόσο, στοιχεία για τις ποσότητες που θα παραλάβει η Τουρκία ούτε για το χρονοδιάγραμμα των παραδόσεων.
Η συμφωνία ΗΠΑ – Ρωσίας ανακοινώθηκε στις 9 Οκτώβρη από τον Αμερικανό Πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος παρουσίασε την αύξηση των ρωσικών προμηθειών ως μέσο αποκλιμάκωσης των τιμών των καυσίμων. Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του, προβλέπονται αρχικά παραδόσεις άνω των 300.000 τόνων ντίζελ, επιπλέον 500.000 τόνοι τον Νοέμβρη και νέες ποσότητες στη συνέχεια, ανάλογα και με την κατάσταση των ρωσικών διυλιστηρίων. Η Μόσχα ανακοίνωσε ότι οι εξαγωγές άρχισαν να επανέρχονται στις διεθνείς αγορές.
Η εξέλιξη αυτή καταγράφεται σε μια περίοδο που οι ανατιμήσεις στα καύσιμα και οι διαταραχές στην προσφορά ασκούν πιέσεις στην αμερικανική οικονομία, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να περιορίσει το ενεργειακό κόστος για την αμερικανική οικονομία. Η συμφωνία μπορεί ταυτόχρονα να ευνοήσει τη Ρωσία που θα εξασφαλίσει πρόσθετες εξαγωγές ορυκτών καυσίμων.
Παράλληλα, η απόφαση για τη διευκόλυνση των ρωσικών εξαγωγών προκαλεί αντιδράσεις και ρήγματα στο ευρωατλαντικό στρατόπεδο καθώς έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική οικονομικής πίεσης προς τη Ρωσία που προωθούσε προηγουμένως η Ουάσιγκτον.
Το καθεστώς του Κιέβου, έχει καταγγείλει τη συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι τα έσοδα από τις πωλήσεις ρωσικών πετρελαϊκών προϊόντων ενισχύουν τη δυνατότητα της Μόσχας να συνεχίσει τον πόλεμο. Αντιδράσεις έχουν εκφραστεί επίσης από Ευρωπαίους αξιωματούχους.
Η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει τις εξελίξεις για να εξασφαλίσει ενεργειακές προμήθειες και να ενισχύσει τη θέση της στην περιφερειακή αγορά. Η ενεργειακή πολιτική της Αγκυρας στηρίζεται σε ένα πλέγμα σχέσεων με τη Ρωσία, το Ιράν, το Αζερμπαϊτζάν και άλλους προμηθευτές, καθώς η χώρα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές υδρογονανθράκων.
Οι οικονομικές κυρώσεις, οι διμερείς συμφωνίες και οι αποφάσεις για τις εξαγωγές καυσίμων δεν διαμορφώνονται ανεξάρτητα από τους ανταγωνισμούς για τον έλεγχο των αγορών, των ενεργειακών διαδρομών και των πηγών τροφοδοσίας.