Το Σωματείο Συμβασιούχων ερευνητών/τριων και διδασκόντων διδασκουσών στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα της Αθήνας (ΣΣΕΔΑ), «καταγγέλλει την απόφαση του ΔΣ του ΕΛΚΕΘΕ να στείλει το ωκεανογραφικό σκάφος “Αιγαίο” για έρευνες στο θαλάσσιο χώρο του Ισραήλ, θέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο τα μέλη του πληρώματος που το στελεχώνουν».
«Η εν λόγω ενέργεια πραγματοποιείται στο πλαίσιο του έργου της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, ενός σχεδιασμού που έχει χαρακτηριστεί από την ΕΕ ως “υψίστης πολιτικής και στρατηγικής σημασίας” και αποτελεί μέρος μεγάλων ανταγωνισμών μεταξύ ενεργειακών ομίλων», όπως εξηγεί,.
Συνεχίζοντας το Σωματείο αναφέρει: «Αναρωτιόμαστε, με ποια δικαιοδοσία η κυβέρνηση μαζί με την διοίκηση του ΕΛΚΕΘΕ στέλνει ένα δημόσιο ερευνητικό πλοίο σε μια αποστολή που δεν έχει να προσφέρει τίποτα στην “ενεργειακή ασφάλεια” του λαού μας; Ειδικά όταν το επιστημονικό προσωπικό του κέντρου θα καλεστεί να δουλέψει κοντά σε εμπόλεμες ζώνες, σε μια περιοχή που φλέγεται από την σύγκρουση αντιτιθέμενων συμφερόντων ανάμεσα σε ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ με τη Ρωσία και την Κίνα, και εν μέσω έντασης των Ελληνοτουρκικών σχέσεων».
Μάλιστα, το Σωματείο υπενθυμίζει ότι οι παραπάνω σοβαρότατοι κίνδυνοι αποκαλύπτονται στο ίδιο το επίσημο έγγραφο της απόφασης, καθώς αναγράφεται ότι κατά την διάρκεια της αποστολής «θα συνεκτιμηθούν πιθανοί κίνδυνοι για την ασφάλεια του Ω/Κ ”Αιγαίο” και των επιβαινόντων σε αυτό».
«Η παραπάνω εξέλιξη έρχεται να προστεθεί σε σειρά άλλων ενεργειών που δείχνουν την απροκάλυπτη υποταγή της επιστημονικής έρευνας στην πολεμική προετοιμασία των ΝΑΤΟ-ΕΕ και τους σχεδιασμούς γεωστρατηγικής αναβάθμισης της Ελλάδας για να κερδίζουν μια χούφτα επιχειρηματικοί όμιλοι. Η ένταξη του “Δημόκριτου” στους επιταχυντές του ΝΑΤΟ (DIANA), η αυξημένη ελληνική συμμετοχή στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (EDF), σε συνδυασμό με την εξάπλωση μνημονίων συνεργασίας ερευνητικών φορέων με το ΕΛΚΑΚ και τη χρηματοδοτική/χορηγική διείσδυση πολεμικών κολοσσών σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, συγκροτούν μια τέτοια αλυσίδα γεγονότων», σημειώνει και προσθέτει:
«Αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ότι η πολιτική που έχει υποχρεώσει τα ερευνητικά κέντρα να εξαρτώνται από “ανταγωνιστικές χρηματοδοτήσεις” και συνεργασίες με ιδιωτικές εταιρείες, ώστε να εξασφαλίζουν πόρους και αντικείμενα έρευνας “κομμένα και ραμμένα” στις ανάγκες της αγοράς, είναι επιζήμια για τα δικαιώματα των ερευνητών. Αυτή η πολιτική σήμερα που η πολεμική οικονομία παίρνει ”κεφάλι”, όχι μόνο δημιουργεί τους όρους ανασφάλειας, κακοπληρωμένης εργασίας και αβεβαιότητας, αλλά εμπλέκει τα ερευνητικά κέντρα σε project με απρόβλεπτες συνέπειες, μετατρέπει τις υποδομές σε στόχους αντιποίνων, θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του προσωπικού των ιδρυμάτων μας.
Οι εργαζόμενοι των ερευνητικών κέντρων και Πανεπιστημίων θέλουμε η έρευνά μας και τα αποτελέσματά της να συμβάλλουν στις ανάγκες του λαού και της νεολαίας, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής μας. Έχουμε ευθύνη να μη δεχθούμε η δουλειά μας να αξιοποιείται για πολεμικούς σχεδιασμούς. Οφείλουμε να βάλουμε εμπόδια ώστε να μην μετατραπούν τα ιδρύματα και τα ερευνητικά κέντρα σε πολεμικά εργαστήρια, σε υπεργολάβους του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Δεν ανεχόμαστε να τίθενται σε κίνδυνο οι ζωές συναδέλφων μας για ξένα προς τον λαό συμφέροντα.
Απαιτούμε: Να παρθεί τώρα πίσω η απόφαση του ΔΣ του ΕΛΚΕΘΕ και να ακυρωθεί η συμμετοχή του ΕΛΚΕΘΕ στην συγκεκριμένη ερευνητική δραστηριότητα».