Σκόρπιες σκέψεις… ή πέτρες ερειπίων.

O Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος γράφει για τον «Ημεροδρόμο»

 

 

«Άντε γαμίσου Ελλάδα!»

(«Ω,Δία!»…)

Ποιος, άραγε, έγραψε αυτό σύνθημα;…

Το καλοκαίρι που μας πέρασε βρέθηκα σε αυτό το ανοιχτό, αρχαιότροπο θέατρο στον Κολωνό, χτισμένο εκεί δίπλα στα αρχαία… Για να δω μια πρόβα του ερασιτεχνικού θιάσου «Μελάμπους» που έπαιζαν τις «Βάκχες». Εκεί στον λόφο του Κολωνού. Ακριβώς δίπλα στα αρχαία… («Ω, Δία!»…)

CAM00199.jpg1.jpg2

Αντιγράφω από την βικιπαιδεία-wikipedia :

«Στην αρχαιότητα ο Κολωνός θεωρούνταν ο πιο αριστοκρατικός δήμος της αρχαίας Αθήνας. Ήταν παραποτάμιος δήμος και τον διέσχιζε ο ποταμός Κηφισός, ο οποίος σήμερα έχει υπογειοποιηθεί κάτω από τη λεωφόρο Κηφισού.

Ο Ίππιος (ή Ίππειος) Κολωνός βρισκόταν στην πεδιάδα του Κηφισού, 10 στάδια (2 χλμ) προς βορράν του Διπύλου και ήταν κατάφυτος από ελαιόδεντρα. Λεγόταν «Ίππιος», γιατί εκεί βρισκόταν ο ναός του Ιππίου Ποσειδώνα, προστάτη του δήμου, που καταστράφηκε από τον Αντίγονο Γονατά το 265 π.Χ.. Υπήρχε επίσης βωμός της Ιππίας Αθηνάς, τέμενος των Ερινύων, ο τάφος του Οιδίποδα, καθώς και ηρώα του Θησέα, Πειρίθου και Αδράστου. Εδώ ήταν και το άγαλμα του Κολωνού, που έδωσε το όνομά του στο δήμο.

Κοντά στο λόφο του Κολωνού ήταν το Άλσος της Ακαδήμειας και η Σχολή του Πλάτωνα, όπου δίδαξε ο μεγάλος φιλόσοφος. Μεταξύ Ακαδήμειας και Κολωνού, ο Πλάτων είχε την κατοικία του και εκεί ήταν και ο τάφος του. Ο περιηγητής Παυσανίας γράφει στα «Αττικά» του, ότι, αφού εξήλθε της Ακαδημίας, συνάντησε το μνήμα του Πλάτωνος και εκείθεν προς τα ανατολικά αντίκρισε να στέκει ψηλά πάνω στον Κολωνό το άγαλμα του Ιππίου Ποσειδώνος, από τον οποίο πήρε το όνομά του ο δήμος του Κολωνού.

Κατά τη μυθολογία υπήρχε στον Κολωνό σπήλαιο, μέσα από οποίο κατέβαιναν οι νεκροί στον Άδη. Ο θεός του Άδη Πλούτων, που είχε ερωτευθεί την Περσεφόνη, κόρη της θεάς Δήμητρας, την απήγαγε από τους λειμώνες της Αίτνας και την μετέφερε πάνω στο άρμα του στον Κολωνό της Αττικής, κατεβάζοντάς την στο νυμφώνα του στον Άδη, μέσα από το βαθύ άντρο του Κολωνού, που ο Σοφοκλής το ονομάζει «χαλκόπουν οδόν».

Ο τυφλός Οιδίπους, αλλόφρων από την κακή μοίρα του, φεύγοντας από την πατρίδα του Θήβα, φθάνει στον Κολωνό της γειτονικής Αττικής, συνοδευόμενος από την κόρη του Αντιγόνη, για να βρει τη λύτρωση, κατεβαίνοντας δια της «χαλκοπόδου οδού» στο βαθύ «κολωνιαίο» άντρο του Άδη.» Αλλά ας επανέλθωμεν…

«Άντε γαμίσου Ελλάδα!»

(«Ω,Δία!»…)

Ποιος, άραγε, έγραψε αυτό σύνθημα; Ήταν νέος ή γέρος;…

CAM00199.jpg1

 

Τέλος πάντων… Ακριβώς δίπλα στα αρχαία, λοιπόν… Λες και η ζωή μάς έδωσε έτσι την ευκαιρία -μια δεύτερη ευκαιρία- μέσω αυτού του νέου θεάτρου να αναπνέουμε την νέα μας ζωή κοντά και παράλληλα με αυτά τα αρχαία, με την ελπίδα πως, ίσως, να αντιληφθούμε έτσι το εγγύς και το παράλληλον της νέας με την αρχαία μας περπατησιά… Εμείς… Οι σημερινοί, οι σύγχρονοι, οι νέοι, και συνάμα οι τόσο γέροι…

Σύμφωνα με την κλίμακα των πολιτισμών, ο τωρινός, ο δικός μας πολιτισμός, ναι, είναι εξαιρετικά γέρος… Ο τότε, ο παλαιός -δικός μας (;) κι αυτός (;)- ήταν εξαιρετικά νέος! Ήταν, βλέπετε, τότε στην αρχή του ανθρώπινου πολιτισμού, στην αυγή του ανθρώπου… Τώρα –φευ- είμαστε στην δύση… (Ιδέα, που αναλύει εξαιρετικά ο Χ. Μαλεβίτσης στους «Παράκτιους ανθρώπους» εκδόσεις Αστρολάβος).

«Ελλάδα άντε γαμίσου!»

(«Ω,Δία!»…)

Μα, ποιος έγραψε αυτό σύνθημα;… Κανένας Έλληνας ή κανένας μετανάστης;

Τολμώ να υποθέσω… ένας νέος, πάντως, άνθρωπος (γέρος, όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω – αν ισχύουν, βεβαίως…) Γιατί στις μέρες μας βλέπουμε οι νέοι, συνήθως, να grafουνε τα πάντα, (αλήθεια, grafitti δεν τα λένε; Τι γελοίο… Τι «πλακάρα» εις βάρος της γλώσσας μας… «Ω, Δία!»…) Να grafουνε όπου βρεθούν και όπου σταθούν!…

Εμείς οι ώριμοι (;), οι ηλικιωμένοι, οι παλαιότεροι άνθρωποι δεν το συνηθίζουμε αυτό. Να παίρνουμε ένα σπρέϋ και να γράφουμε… Και όταν το κάναμε, σε καιρούς άλλους, ήταν μάλλον για να γράψουμε συνθήματα στους τοίχους. Συνθήματα αντί-θετα με μιαν επικρατούσα και κυρίαρχη, τότε, ιδεολογία – μιας και η επικοινωνία και η έκφραση των ιδεών, τότε, δεν ήταν ελεύθερη! Πόλεμο είχαμε, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο… Γράφοντας κάτι στους τοίχους, ως επί το πλείστον, περνούσαμε κάποιο μήνυμα. Και το γράφαμε κυρίως στα ελληνικά, και το σύνθημα κάτι συγκεκριμένο μηνούσε…Τώρα όμως… Καταλαβαίνει, άραγε, κανείς τι μας διαμηνύουν όλα αυτά τα άσχημα, κακά σπυριά, τα γεμάτα πύον; Εκφράσεις –ίσως- μιας πυορροούσας και αιμάσσουσας πληγής του εσωτερικού τοπίου του νέου ανθρώπου… Τι λένε, άραγε, αυτές οι κακοφορμισμένες πληγές, αυτές οι (αντι) αισθητικές παρεμβάσεις στο ιδιωτικό και στο δημόσιο -στο κοινό, όλων μας…- εξωτερικό τοπίο;… Με τι, ακριβώς, είναι αντί-θετες; Αναμφίβολα, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, πόλεμο έχουμε και σήμερα, και τώρα… Ποιος, όμως, πολεμά; Με ποιον; Ποιος είναι εναντίον ποιανού; Μας είναι σαφές;…

CAM00199

 

Είχα πάντα, και την έχω ακόμα, αυτήν την απορία: μα, τι λένε όλα αυτά τα graffiti… Που η γελοία και χυδαία εποχή μας –παρακμή, φευ!…- τα κάνει μόδα και τα επαινεί! (Εξαιρώ, βεβαίως, δύο-τρία εξαιρετικά δείγματα – που αποτελούν, εξαίρεση στον κανόνα, ευπρόσδεκτη μεν αλλά εξαίρεση…) Και έλεγα, και ευχόμουν: μα, ας γράφουν έστω κάτι στα ελληνικά, να μπορούμε, τουλάχιστον, να επικοινωνήσουμε… Και, ιδού! (Τι το ‘θελα;…) Η ευχή έπιασε τόπο, και το μήνυμα το παρέλαβα άμεσα! Και μάλιστα στο θέατρο, για να ‘χει να το λέει και η κυρία Σημειολογία, πως δεν της δίνουμε πάντοτε την δέουσα σημασία. Να το λέει και να χαίρεται με την τυφλότητά μας… («Ω,Δία!»…) Και ποιος εκσφενδονίζει αυτήν την βρισιά από το κοίλον; Οι θεατές; Σε ποιον; Ποιος είναι στην σκηνή; Ποιος παίζει στην ορχήστρα του θεάτρου; Ποιος παίζει θέατρο; Και μάλιστα τραγωδία… Η ίδια η Ελλάδα;! («Ω,Δία!»…) Και παίζει τόσο άσχημα και κακά ώστε να αξίζει αυτήν την βρισιά; Και ποιος βρίζει; Όλοι οι θεατές ή ένας μόνον; Και ποιος είναι αυτός; Ποιοι είναι οι θεατές; Εμείς;! («Ω,Δία!»…) Γίναμε θεατές; Και… παίζει η χώρα μας θέατρο; Και εμείς της βγάζουμε την γλώσσα! Και σε ποια γλώσσα;… Τι να λέμε τώρα – τέτοια ώρα τέτοια χώρα… Η χώρα σε πτώση και η ζωή μας σε έκπτωση!…

Η χώρα σε πτώση; «Ω, Δία!»… Ένα λεπτό… Κάτι μου ήρθε στο μυαλό… Ναι, «Ω, Δία!»… ακούμε συνήθως τα καλοκαίρια στις ορχήστρες των θεάτρων… Μεταξύ μας, αλλά… στο αρχαίο κείμενο –βεβαίως!- είναι «Ω, Ζευ!» Οι μεταφραστές, όμως, μάς το παραδίδουν με το «Ω, Δία!» Κι όμως,… δεν είναι διαφορετικό;… Τι λέτε; Μάλλον, είναι!… Ας το σκεφτούμε λίγο…Οι Έλληνες με την υπέροχη ελληνική, νοηματική, γλώσσα -την τόσο πολυσήμαντη και αμφίσημη- τι μας λένε; Μας λένε πως: ο θεός είναι ο Ζευς! Από το «Ζευς» καταλαβαίνουμε την ζεύξη, το ζευγάρι, την σύζευξη κλπ κλπ… δηλαδή, την ένωση! Ο θεός, λοιπόν, των αρχαίων Ελλήνων ήταν: αυτός που «ενώνει»! Στην ονομαστική, όμως! Αλλά και στην κλητική! Στην αρχή, δηλαδή, και στο τέλος… Στα ενδιάμεσα – στις πτώσεις- είναι άλλος θεός; Μάλλον… Γιατί έχουμε: γενική «του Διός», δοτική «τω Διί», αιτιατική «τον Δία»! Δηλαδή, αυτός που… δια-χωρίζει! Άρα: ο θεός είναι αυτός που ενώνει και, ταυτοχρόνως, αυτός που χωρίζει; Ποιος ξέρει… Ή, μήπως, συμβολίζει πως ο άνθρωπος -κατά το παράδειγμα του Διός- στην αρχή, με την ονομαστική κιόλας, από το ένα και το όλον, μπαίνει στις πτώσεις και στον διαχωρισμό… (η πτώση του ανθρώπου λέμε – τι σύμ-πτωση!) για να καταλήξει, στο τέλος, και πάλι στο ένα και στο όλον, στην ένωση; Στο: «Ω, Ζευ!» Από το φώς στο σκοτάδι, και μετά πάλι στο φώς… Μήπως αυτό είναι το σχέδιο της πορείας του ανθρώπου; Αυτό είναι η… «πτώση»; Ο δια-χωρισμός; Μήπως από το Ό-μικρον έως το Ω-μέγα είναι η διαδρομή μας; Μήπως σε αυτήν την Γη ο άνθρωπος ήρθε («πεπτωκός» ον…) για να συγκρουσθεί, και έτσι να μάθει; Ποιος ξέρει;… Θα δούμε… Έχουμε όλην την ζωή μπροστά μας… Ή μάλλον όχι, έχουμε μόνον ΜΙΑ ΖΩΗ μπροστά μας! Για να διαβούμε επιτυχώς μέσω των (αλλεπάλληλων!) πτώσεων… Με βοηθούς τα άρθρα του υπαρξιακού μας Συντάγματος: του, τω, τον… να δούμε –πρωτίστως- τον εαυτόν μας μέσω του εαυτού μας. Να δούμε τον άνθρωπο που κρύβεται μέσα στον άνθρωπο… Να δούμε το μέσα κράτος – το έσω κράτος! Τον άνθρωπο του ανθρώπου! Ο άνθρωπος, του… τω… τον… ω, άνθρωπε! Η νέα μας γλώσσα μάς στέρησε, μάλλον, αυτές τις αποχρώσεις, αυτές τις εκδοχές… Μας στερεί -άθελά της (;) ίσως, ποιος ξέρει…- αυτό το «Ο Ζευς» και το «Ω, Ζευ»… Μας στερεί το λευκό, και μας περιορίζει στις πτώσεις του μαύρου… Και μείναμε έτσι χωρίς το πριν και χωρίς το μετά. Χωρίς την προοπτική… Χωρίς το νόημα ίσως… Έλλειψη νοήματος… Έλλειψη του λευκού, του φωτός…Τα υπέροχα ελληνικά –τα όντως τόσο αμφίσημα- μάς λένε, (μας αποκαλύπτουν (;) – πολύ πιθανόν…) πολλά πράγματα… Ίσως και την… αλήθεια!

«Ελλάδα άντε γαμίσου!»

(«Ω,Δία!»…)

Ποιος, άραγε, έγραψε αυτό σύνθημα;… Ένας λευκός ή ένας μαύρος;

Ώρες-ώρες μου έρχεται να πάω καμμιά νύχτα –μαύρη- και να συμπληρώσω αυτό graffiti: «Άντε ΚΑΙ γαμίσου Ελλάδα! ΕΙΣΑΙ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΗ! ΔΕΝ ΠΑΙΖΕΣΑΙ!» Θα πάω νύχτα, γιατί με σύμμαχο την νύχτα και με μια πρέζα από αργκό, δεν θα προδοθώ ότι: κι εγώ σε πτώση είμαι – «πεπτωκός»! Έρχομαι απ’ την ονομαστική, αλλά στην γενική ξοδεύομαι, ο μαύρος!… Στην γενική, ακόμα!… Κι από τα συμφραζόμενα κοιτώ να βγάλω κάποιο νόημα… Με αυτήν μας την κουβέντα, ίσως, βάζω υποψηφιότητα μόλις για την δοτική… Και ονειρεύομαι ασυζητητί την αιτιατικήν… Η πτώση αυτή, δεν μπορεί, θα έχει και αυτή την αιτία της… Φλέγομαι από περιέργεια… Κι αδημονώ! Γιατί, ως την –λευκή!- την κλητική, έχουμε δρόμο ακόμα… Υπομονή, λοιπόν… Οψόμεθα!… Αν και τυφλός – αν και τυφλοί… (Στον Κολωνό δεν κατέληξε τυφλός ο Οιδίπους;… Ναι, ω Ζεύ! Στον Κολωνό!) Οψόμεθα, λοιπόν – πού αλλού; Μα, στον Κολωνό, συμπολίτη μου! Στον Κολωνό!…

Έρρωσο!

Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος

Αθήνα, 11.02.2015

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email