Σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση έχει ξεσπάσει στην Ιταλία, μετά τις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών και αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Αντόνιο Ταγιάνι, ο οποίος συνέδεσε τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία μιας γυναίκας με το μήκος της φούστας της. Η υπόθεση έχει αποκτήσει και διεθνείς διαστάσεις, ενώ προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό της ιταλικής Δεξιάς.
Μιλώντας στην πολιτική εκδήλωση «Itaca» στο Φορμέλο, ο Ταγιάνι χρησιμοποίησε ένα παράδειγμα για να περιγράψει τη διαφορά μεταξύ Κεντροδεξιάς και πολιτικών αντιπάλων. Υποστήριξε ότι, εάν ο γιος του ζητούσε συμβουλές για το ποια γυναίκα να παντρευτεί, θα του πρότεινε μια λιγότερο εντυπωσιακή αλλά περισσότερο αξιόπιστη γυναίκα, που θα μπορούσε να γίνει καλή μητέρα και να παραμείνει πιστή στον γάμο της. Αντιπαρέβαλε αυτή τη γυναίκα με μια περισσότερο γοητευτική, που είχε πολλές προηγούμενες σχέσεις και, κατά το παράδειγμά του, ενδεχομένως να απατούσε τον σύζυγό της. Μάλιστα, συνέδεσε την πρώτη κατηγορία με τις γυναίκες που φορούν μακρύτερες φούστες. Κατέληξε παρομοιάζοντας την Κεντροδεξιά με τη γυναίκα που θεωρεί αξιόπιστη.
Η αντίδραση δεν περιορίστηκε σε δηλώσεις καταδίκης. Έντεκα γερουσιάστριες από το Δημοκρατικό Κόμμα, την Italia Viva, το Κίνημα Πέντε Αστέρων, την Πράσινη και Αριστερή Συμμαχία και την ομάδα των Αυτονομιών εμφανίστηκαν από κοινού στο κοινοβούλιο φορώντας κοντές φούστες.
Η πρωτοβουλία ανήκε στη Ραφαέλα Παΐτα, επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Italia Viva στη Γερουσία. Όπως εξήγησε, στόχος της διαμαρτυρίας ήταν να υπογραμμιστεί ότι οι γυναίκες έχουν δικαίωμα να ντύνονται όπως επιθυμούν, χωρίς να κρίνονται από τους άνδρες. Παράλληλα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυκλοφόρησαν φωτογραφίες και σατιρικά βίντεο με αφορμή τις δηλώσεις του Ταγιάνι. Euronews. Η Έλι Σλάιν, επικεφαλής του Δημοκρατικού Κόμματος, χαρακτήρισε τις δηλώσεις ντροπιαστικές, ενώ ο Ματέο Ρέντσι υποστήριξε ότι παραπέμπουν σε αντιλήψεις του 19ου αιώνα.
Πάντως, ο Ταγιάνι βρήκε σύμμαχο στην Ιταλίδα πρωθυπουργό, τη φασίστω Τζόρτζια Μελόνι, η οποία είπε πως ο Ταγιάνι έκανε απλώς μία «ατυχή δήλωση» και ζήτησε να «μην διογκωθεί το ζήτημα».